Σελίδες

19/2/09

Ο κλήρος του μεσημεριού

του Πωλ Κλωντέλ


"Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις" έλεγε ο Εμπειρίκος. Έτσι είπαμε κι εμείς για το υπερωκεάνειο στο οποίο τοποθέτησε ο Κλωντέλ την αρχή της πιο δυνατής ιστορίας αγάπης. Που τη διάβαζα στην έκδοση της Σχολής Μωραϊτη στα μικράτα μου και νόμιζα ότι όλοι οι έρωτες είναι τόσο κεραυνοβόλοι και παράφοροι και απελπισμένοι, το άμοιρο εγώ. Ε, λοιπόν, ούτε καν, αλίμονο σε μας, γι' αυτό, καλά που υπάρχει το θέατρο να μας παρηγορεί.

Εκτός από το θέατρο, υπάρχει και ο ήλιος. Που μερικές φορές φωτίζει τόσο που σχεδόν τυφλώνει, ειδικά όταν τα πλοία πλέουν προς ανατολάς. Είναι κατάλευκο το φως και τους τραβάει όλους μέσα του. Και τους καίει όλους. Έναν - έναν. Η Υζέ είναι εκτυφλωτική σαν τον ήλιο της Ανατολής. Τα θέλει όλα μέσα της: την ασφάλεια, τη ζωή, το πάθος. Επειδή όμως όλα αυτά δεν φτιάχνουν καλό κοκτέιλ σε όποια δόση και αν τα αναμίξεις, η Υζέ θα δοκιμάσει λίγο απ' όλα χώρια μέχρι που να μην έχει άλλο διόλου.

Το κλασικό ερωτικό τρίγωνο γίνεται για τον ανυπότακτο πολυταξιδεμένο ποιητή Claudel, τετράγωνο. Ο Υζέ είναι η γυναίκα που πιέζεται να περπατήσει αγέρωχη και ατσαλάκωτη πάνω στα ψηλά της τακούνια στο κατάστρωμα του υπερωκεάνιου που όσο να 'ναι, κάπως κουνάει. Ο Μέζα είναι ο νέος άντρας με την έντονη αστάθεια, και πιο πολύ μέσα του. Το κύμα τον πάει και τον φέρνει. Ψάχνει αυτό το κάτι που θα τον κάνει να σταθεί στα πόδια του. (Και το βρίσκει.) Ο Ντε Σιζ πάλι υπερεκτιμάει τις δυνάμεις του και χάνει τα πάντα. Ο Αμαλρίκ είναι ο μόνος που και στο κατάστρωμα και στη ζωή στέκεται άνετα, ισορροπημένα και παίρνει πάντα αυτό που θέλει. ( Εσείς, ποιος από τους τρεις χαρακτήρες θα θέλατε να είστε, θα συνέχιζε το κείμενο, αν ήταν κουίζ του Cosmopolitan, αλλά δεν είναι, οπότε πάμε κανονικά).

Το ανέβασμα (κάτι σαν ιδιότυπη επανάληψη) του Κλήρου του Μεσημεριού στην Αθήνα είναι αποτέλεσμα της αγάπης μας για την τέχνη στην Ευρώπη και της μεταφοράς της τελευταίας στους κόλπους διαφόρων θεάτρων εν Ελλάδι, ειδικά όσων διαχειρίζεται ο Χουβαρδάς. Πράγμα που εκ πρώτης όψεως είναι άριστη τακτική για όσους δεν αρέσκονται ( ή δεν διευκολύνονται) στις μετακινήσεις για λόγους αναψυχής και θεατρικής ενημέρωσης, αλλά εκ δεύτερης όλη αυτή η ευρωπολαγνεία --είτε μιμητικά, είτε μετακλητικά-- δεν αφήνει να φανεί καλά και να διατρανωθεί η πιεστική ανάγκη για κάτι νέο, μια ανανέωση εκ των έσω τελοσπάντων. Που χρόνια την περιμένουμε και όλο αργεί να 'ρθει. Αλλά ας τ' αφήσουμε τώρα αυτά και ας επαινέσουμε το Jossi Wieler, που το αξίζει, άλλωστε, χωρίς αμφιβολία.

Ο Γιόσι λοιπόν, γνωστός πιο πολύ ως σκηνοθέτης όπερας με συνεργασίες και φήμη που φτάνουν μέχρι την Ιαπωνία, σκηνοθέτησε αρχικά την πρώτη παράσταση στο Kammerspiele του Μονάχου κάπου το 2005, σχεδόν απαράλλαχτη με την τωρινή, εκτός φυσικά από τη διανομή --που πάντως καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σκηνοθεσία, απ' ότι μας είπε. Και έκανε σαφώς άψογη δουλειά για ένα τόσο δύσκολο θεατρικό, τόσο αφηρημένο και πήχτρα στο συναίσθημα και τη μεγαλοστομία (sic) και τόσο περιορισμένο σε δράση και συγκρούσεις. Μάλιστα, επέλεξε την εκδοχή που του φάνηκε περισσότερο παρουσιάσιμη σκηνικά και όχι αυτή στην οποία κατέληξε ο ίδιος ο Κλωντέλ, ύστερα από διορθώσεις. Έχουμε έτσι έναν Κλήρο ή Le Partage de Midi ή The Break of Noon ή σε όποια άλλη γλώσσα θέλετε, περισσότερο αυτοβιογραφικό και λιγότερο κουμπωμένο, γιατί η δεύτερη εκδοχή είναι πιο λειασμένη και διακριτική από την αυθόρμητη πρώτη.

Εκτός από το δυνατό κείμενο, όμως, η παράσταση έχει κάθε άλλο στοιχειο με το μέρος της. Αρχικά το επιβλητικό σκηνικό, ένα κατάλευκο αφηρημένο παραλληλόγραμμο με γωνίες που θυμίζουν πρύμνη ή πλώρη πλοίου και στη συνέχεια οι ίδιες αγχωτικές γωνίες προσαρμοσμένες στις υπόλοιπες σκηνές. Η μουσική ήταν ένα ακόμη στοιχείο που έκανε την παρουσία της αισθητή, όσο διακριτική κι αν παρέμεινε: όταν επιτυγχάνεται αυτή η χρυσή τομή, τότε ο συνθέτης ξέρει καλά τη δουλειά του, believe me, και δεν αποζητά να κλέψει κάτι από το χειροκρότημα που απευθύνεται στην ομάδα.

Το μόνο που θεώρησα ότι θα μπορούσε να είναι καλύτερο, είναι οι αγαπημένοι μας υπηρέτες του Θέσπη. Όχι ότι δεν ήταν εξαιρετικοί, οι τρεις τουλάχιστον από τους τέσσερις (όχι κι άσχημα), αλλά περίμενα περισσότερα. Πάντα περιμένεις πολλά από τη Μουτούση και τον Κουρή. Εντέλει, ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας, καλοδουλεμένος και ταιριαστός στο ρόλο ήταν τελικά ο Αμαλρίκ του Λάζαρου Γεωργακόπουλου (μπορεί και επειδή δεν υπήρχαν συγκεκριμένες προσδοκίες γι' αυτόν). Ο πιο αταίριαστος πάλι ήταν δυστυχώς για μια ακόμη φορά ο Καραθάνος (και ξέρω κάποιον που δεν περίμενε και τίποτα διαφορετικό). Ήταν πολύ mellow, πολύ περισσότερο απ' όσο το ζητούσε ο ρόλος και κακά σκηνοθετημένος ή ίσως ανεπίδεκτος σκηνοθεσίας --δεν διέκρινα ακριβώς. Ψιλοαποτελούσε παραφωνία στο σύνολο, αλλά δε θα χαλαστούμε κι όλας γι' αυτό.

Σε γενικές γραμμές ένα από τα αγαπημένα μου θεατρικά βρήκε τη σκηνοθεσία που του ταιριάζει, κι αυτό είναι πάντα θαυμαστό να συμβαίνει, ακόμη πιο θαυμαστό μάλιστα να συμβαίνει όταν είσαι κι εσύ μπροστά. Πόσο μάλλον να έχεις την τύχη να χειροκροτήσεις the one that made it happen. Να 'σαι καλά και σ' ευχαριστώ, Γιόσι Βίλερ.

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Γιόσι Βίλερ
Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Φελίτσιτας Μπρούκερ
Σκηνικά – Κοστούμια: Άνια Ράμπες
Μουσική: Βόλφγκανγκ Ζιούντα
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Αμαλία Μουτούση, Νίκος Κουρής, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Νίκος Καραθάνος

Εθνικό Θέατρο, Πειραιώς 260 (Χώρος Η)
210 4838739, 210 3305074

9/2/09

Από Μακριά...

του Θοδωρή Αθερίδη


Μόνο από μακριά επιτρέπεται να βλέπει την κόρη του και την κόρη της κόρης του ο φαλακρός πρώην σκηνοθέτης και νυν ψάρι έξω απ' το νερό. Γιατί, πως αλλιώς μπορεί να αισθάνεται ένας σκηνοθέτης με συμπλέγματα που φεύγει απότομα από το 2009 για να βρεθεί στο 2045 και είναι αναγκασμένος να κρύβεται κι από πάνω. Από όλους, εκτός κάτι υπαλλήλους της ασφαλιστικής που περνούν τον περισσότερο καιρό τους ντυμένοι αστροναύτες.

Ο Θοδωρής Αθερίδης έξυπνα (τουλάχιστον στο χαρτί) εκμεταλλεύεται ένα βασικό στοιχείο της τραγικής πλοκής κατά τον Αριστοτέλη, την αναγνώριση, και παίζει βάναυσα χιουμοριστικά μαζί της: εδώ η αναγνώριση μεταξύ πατέρα και κόρης λαβαίνει χώρα υπό εξόχως διαφορετικές συνθήκες από τις συνηθισμένες --που είναι είτε ένας μακρύς χωρισμός, είτε ένας χωρισμός υποτίθεται οριστικός, όπως ο θάνατος, στις περιπτώσεις που κάποιος από όσους εμπλέκονται στην αναγνώριση εσφαλμένα θεωρεί κάτι τέτοιο, π.χ. η Ηλέκτρα, όταν συναντάει τον Ορέστη. Και με το εξόχως τονίζω όσο μπορώ την αντικανονικότητα: ο άμοιρος πατήρ αναγκάζεται να αναγνωρίσει (sic), έστω και χωρίς απτά σημάδια, αλλά μόνο λεκτικά, την αγέννητη κόρη του, που έρχεται από το μέλλον να τον βρει για να του ζητήσει γονυπετής το μόσχευμα που χρειάζεται για να καταπολεμήσει μια αρρώστια που την έχει χτυπήσει και θεωρείται η μετεξέλιξη του καρκίνου εν έτοι 2045.

Όσο κουλό κι αν ακούγεται το στόρι, κι όσο βέβαια πολλά υποσχόμενο, οι κωμικές του παράμετροι δεν καταφέρνουν να γίνουν πλήρως εκμεταλλεύσιμοι τουλάχιστον στο πρώτο μισό. Κι εδώ, έρχεται η ανατροπή και παράλληλα η διαβεβαίωση ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις: ενώ στα περισσότερα θεατρικά το πρώτο μισό δεν είναι παρά το ήμισυ του όλου όχι μόνο σε ποσότητα, αλλά και σε ποιότητα, εδώ αυτό το πρώτο μισό είναι κάτι σαν ατυχής και κουραστικός πρόλογος σε ό,τι θα ακολουθήσει. Ήτοι, το δεύτερο μισό υπερέχει ξεκάθαρα ποιοτικά και ξεπλένει άκοπα την πρώτη κρυάδα, αφήνοντας το θεατή με την πιο ευχάριστη των διαθέσεων και την απαραίτητη δόση συγκίνησης ίσως και υποψίας δακρύων.

Ένα ερώτημα, πάντως, μένει μετέωρο, ύστερα και από αυτή τη δεύτερη συγγραφική απόπειρα: ενώ ο Θοδωρής έχει δώσει σημάδια (ή μήπως είναι ιδέα μου;) ταλέντου με τα καντάρια, γιατί αναλώνεται σε πράγματα κατώτερα των προσδοκιών μας; Να ΄ναι τάχα υπερεκτιμημένος ή απλώς να αγαπάει κι αυτός, φυσιολογικά, την άμεση και εύκολη εξαργύρωση της διασημότητάς του; Ο χρόνος θα δείξει, μάλλον, κι ας προχωρήσω στο φλέγον ζήτημα του...where the Oscar goes.

Αναμενόμενα, ο Γιώργος Καπουτζίδης κλέβει την παράσταση, όχι μόνο επειδή είναι τόσο ταλαντούχος, αλλά επειδή του έχει δοθεί και ο πιο αβανταδόρικος ρόλος: ένας Σερραίος σπρίντερ με προφορά και μεταλλαγμένη εμφάνιση εξαιτίας των αναβολικών δεν ήταν δυνατόν παρά να φέρνει το ακροατήριο σε ντελίριο (sic). Ο αστροναύτης με ψύξη είναι επίσης πολύ καλός, ο Αθερίδης θα μπορούσε να προσπαθεί λιγάκι περισσότερο και η Καρύδη είναι όσο καλή μπορεί να 'ναι.

Και για να μην αφήσουμε το κερασάκι ασχολίαστο, τα σκηνικά ήταν ευχάριστα και οι φωτισμοί ατμοσφαιρικοί, το κοστούμι της Σμαράγδας ασυγχώρητα κιτς, και, το σημαντικότερο, το εύρημα του ανακατώματος θεατών και ηθοποιών φύσει και θέσει, ακόμη και με την εμφάνιση του πραγματικού διευθυντή του θεάτρου μέσα στην παράσταση, έβγαλε το περισσότερο γέλιο, it kept us going όλο το δεύτερο μισό και έκανε τελικά το θεατρικό αυτό που είναι. Προτείνεται; Μα, φυσικά, καρδιά μου, ούτε συζήτηση, μην κοιτάς που εδώ τα ψειρίζουμε όλα τόσο...

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αθερίδης
Σκηνικά - κοστούμια: Μανώλης Παντελιδάκης
Παίζουν: Θοδωρής Αθερίδης, Σμαράγδα Καρύδη, Γιώργος Καπουτζίδης, Βίκυ Βολιώτη, Χρήστος Σαπουτζής, Γιώργος Κορμανός, Ανδρέας Νάτσιος, Μένια Αναγνωστοπούλου

Ελληνική Θεαμάτων


Μικρό Παλλάς
Αμερικής 2 & Στοά Σπυρομήλιου, CityLink, 210 3210025