8/12/06

Η θεία από το Σικάγο

του Αλέκου Σακελλάριου

"Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ"... Με την φράση αυτή μπόρεσε κάποτε ο Μυράτ να αποδώσει τη σχέση σεβασμού ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία και να ορίσει τί σημαίνει "θεατρική σπίθα", δηλαδή στιγμή θεατρική. Παρακολουθώντας την παράσταση του θεάτρου "Ηβη", η φωνή του πρωταγωνιστή από το cd του Χατζιδάκι για το "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" ηχούσε στα αυτιά μου επίμονα, την ώρα που η σκηνοθετική ματιά του Φιλιππίδη προσπαθούσε να με ταξιδέψει μέσω ενός άλλου γνωστού χατζιδακικού σουξέ στην μαγευτική πόλη της Αθήνας του 60' όταν ακόμα το νεοκλασικό σύμπαν δήλωνε παρόν, λίγο πριν την μετεξέλιξη της πόλης της μαγικής σε τσιμεντούπολη, πλάθοντας ή προσπαθώντας μάλλον βεβιασμένα να πλάσει νοσταλγικές με την έννοια του γραφικού εικόνες και τύπους αυτής της άλλης Αθήνας που γνωρίσαμε οι νεώτεροι μόνο μέσα από τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Αυτό που πέτυχε η παράσταση στα χέρια των αρμόδιων συνεργατών ήταν δυστυχώς μόνο τα φώτα και το σκηνικό...

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να μπω σε μια διαδικασία σύγκρισης ανάμεσα στην πολύ δημοφιλή και σπαρταριστή ταινία του Σακελλάριου με την Γεωργία Βασιλειάδου και στην μεταφορά της επί σκηνής ώστε να αξιολογήσω την τωρινή θεατρική παράσταση με την Άννα Παναγιωτοπούλου για να βρω αιτιάσεις για το αποτέλεσμα που δεν με ενθουσίασε. Αφενός γιατί αναγνώρισα τη σαφή πρόθεση της παράστασης να μην θυμίζει το κινηματογραφικό ανάλογο της και αφετέρου γιατί θεωρώ νόμιμη την προσπάθεια τόσο της Άννας Παναγιωτοπούλου να αναμετρηθεί με τον ρόλο της σουρεάλ ελληνο-αμερικάνας θείας όσο και της γενικότερης μεταφοράς ή μάλλον διασκευής επί σκηνής της κινηματογραφικής επιτυχίας.

Η σκηνοθετική πρόταση και η πρόθεση της τωρινής διασκευής λοιπόν είναι να πάρει της απαραίτητες αποστάσεις από το τότε και να προσπαθήσει να πλησιάσει αυτήν την εποχή και εν τέλει να παρουσιάσει στη σκηνή το κινηματογραφικό ανάλογο με μια δόση νοσταλγίας απέναντι στην ταινία και με το κοινώς λεγόμενο "κλείσιμο του ματιού στο θεατή" να την αντιμετωπίσει ως τεκμήριο για τις απαρχές της εισόδου στα καθ' ημάς ενός πιο σαφώς δυτικότροπου, αμερικανοποιημένου τρόπου ζωής με κυρίαρχες τις αρχές του γρήγορου, του ευκαιριακού, του εκλαϊκευμένα και λαϊκίστικα μοντέρνου, του πολυσυλλεκτικού εν τέλει κεκκαλυμμένα συντηρητικού "ελληνο-αμερικάνικου" ονείρου. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή τα ξεχασμένα τραγούδια της εποχής που προσπαθούν να αποδώσουν και το χρώμα και την τάση του καιρού τους αλλά και την απαραίτητη ειρωνεία στο σημερινό θεατή να τα δει με ένα άλλο μάτι πια -πόσο άλλο σε μια κοινωνία νεοελληνική όπως η σημερινή που τα όνειρα και οι αυταπάτες δεν έχουν αλλάξει και πολύ προσωπεία παραμένει ακόμα και πάντα μέσα μου ερώτημα αναπάντητα καυστικό.

Δεν χρησιμοποιώ τυχαία εδώ και ώρα το ρήμα "προσπαθώ". Αναφερόμενος ειδικότερα στη σκηνοθεσία της παράστασης θεωρώ ότι αποτελεί τον πρώτο και κύριο λόγο της μη επιτυχούς διεκπεραίωσης των στόχων της. Μέσα από μια άνευρη και ελάχιστα ευφάνταστη σκηνοθεσία ο Φιλιππίδης "προσπάθησε" μόνο να κινήσει τους ηθοποιούς του μέσα σε ένα νεοκλασικό καταρρέον σύμπαν νοσταλγίας αλλά έμεινε στο πρώτο επίπεδο που του επέβαλε η ίδια -εξαιρετική αυτή- σκηνογραφία του Γαβαλά. Τα ψήγματα του επερχόμενου μπετόν που υποδήλωνε η άκρη της σκηνής άνοιγαν παράθυρο σε έναν χαμένο ανεπιστρεπτί νεοελληνικό κόσμο αλλά μέσα σε αυτόν δεν υπήρχε η πάλλουσα ενέργεια της τραγελαφικής πτώσης μιας εποχής όπως "προσπάθησε" να υπαινιχθεί η πρόθεση της σκηνοθεσίας σε μία άρρυθμη από την αρχή ως το τέλος παράσταση. Η αδυναμία αυτή επιπλέον χαντάκωνε και βάραινε προς τα κάτω και τα σημεία που η παράσταση "προσπαθούσε" πάλι να γίνει υπερθέαμα και μιούζικαλ στο βωμό μάλλον της αλαφράδας που απαιτεί πια από το θέατρο το κοινό. Να πω την καθαρή αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα ούτε συμμερίστηκα την τόσο διακαή ανάγκη των ηθοποιών να το παίξουν ξαφνικά σκηνοθέτες.

Κι ας έρθουμε στο υποκριτικό μέρος, όπερ σημαίνει πρωτίστως στην Άννα Παναγιωτοπούλου. Η Παναγιωτοπούλου είναι μια κωμική ηθοποιός μανιέρας. Ο ρόλος της θείας είναι επίσης ένας ρόλος που δοξάστηκε από μια κωμική ηθοποιό μανιέρας όπως ήταν η Γεωργία Βασιλειάδου. Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν είναι θεμιτή η αναμέτρηση της νεώτερης πρωταγωνίστριας με τον ρόλο πού δόξασε η παλαιότερη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει μια στείρα μίμηση της πρωτοπόρου και κάθε άλλο από αυτό έκανε και η 'Αννα Παναγιωτοπούλου. Αντιθέτως στήριξε την υποκριτική της στη δική της μανιέρα και φιλτράρησε τον ρόλο μέσα από την προσφιλή της τεχνική της κωμικής ραστώνης. Ήταν κάτι γνώριμο, έγκυρο χωρίς παραξενίσματα για τον θεατή, σε στιγμές όπως η άφιξη με τις μούντζες στην Αθήνα οιστρήλατο, αλλά δυστυχώς υπόλογο σε μια αξεπέραστη, με άλλον τρόπο brillante ερμηνεία, όσο ήταν εκείνη της Γεωργίας Βασιλειάδου. Έτσι κι αλλιώς θεωρώ οτί ο ρόλος είναι γραμμένος με βάση τα μοτίβα της τεχνικής της Βασιλειάδου που απέχει μοιραία από την τεχνική οποιασδήποτε άλλης ηθοποιού. Θέλω να πω είναι ιδιαίτερα αστείο να ακούς την Βασιλειάδου που στήριξε την τεχνική του τύπου της στο μοτίβο των γλωσσικών σολοικισμών και δη στη δημώδη γλώσσα να μιλάει κάπου χαμένη ανάμεσα στην ελληνική και την αμερικάνικη διάλεκτο (very, very....πώς το λέτε εσείς εδώ; Χολοσκασμένες!) πάρα την Παναγιωτοπούλου, εκτός κι αν πρόκειται για τα γαλλικά της Μαντάμ Σουσού -αλλά νομίζω η τεχνική της τελευταίας έχει αλλάξει άρδην από τότε σε σχέση με την κωμωδία.

Σε σχέση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος πέτυχε να αποδώσει έναν αυστηρό της έγνοιας για τις κόρες στρατιωτικό πατέρα να μπαλαντζάρει ανάμεσα σε ένα παραδοσιακό απερχόμενο σύστημα αυστηρών αξιών που αμφισβητείται και σε ένα νέο στο οποίο και ο ίδιος πρέπει να προσαρμοστεί μέσα στην αγωνία να δει ευτυχισμένα τα παιδιά του, ενώ η Σοφία Ολυμπίου προσέγγισε την μάνα με ένα δυναμικό παρόν στη σκηνή αλλά και στην σχέση με το αυστηρό πρότυπο του ανδρός της. Ο Παύλος Ορκόπουλος υπήρξε η πλέον χαρίεσσα φιγούρα της διανομής, έπλασε τύπο και στο μουσικό του σόλο χάρισε ένα από τα καλύτερα στιγμιότυπα της παράστασης.

Διασκευή- σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μελέτη Φωτισμών: Ελευθερία Ντεκώ
Μουσική Επιμέλεια: Σιδερής Πρίντεζης
Χορογραφία: Ελπίδα Νίνου
Παίζουν: Αννα Παναγιωτοπούλου, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Σοφία Ολυμπίου, Παύλος Ορκόπουλος, Σοφία Παυλίδου, Γιώργος Γαλίτης, Αγγελική Λάμπρη, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Γεροδήμος, Γιώργος Χαλεπλής, Σοφία Πανάγου, Βαγγέλης Νάσης, Νίκος Ιωαννίδης, Νίκος Τσιάμης, Φοίβος Δουδωνής, Μαργαρίτα Σολδάτου

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τι όμορφα που το φτιάξατε αυτό το μπλογκάκι! Έτσι έτσι να το προωθούμε το θέατρο
Πως και δε σας πήρα χαμπάρι τόσο καιρό; Κάτι σε παρόμοια πλαίσια έχω φτιάξει κι εγώ, θα τα λέμε συχνά.
Καλή συνέχεια

Koudounas είπε...

Καλώς όρισες...:)

antigonos είπε...

den einai poli entharrintiko pu epitelous to theatro arhizei na endiaferei perissotero kosmo? poso mallon pou kai oi theates apofasizoun na poun ti gnomi tous, opos esi alkimidi! evge! at last, kati allazei...

Ανώνυμος είπε...

Το κούρασες και μάς κούρασες. Αν η κριτική σου ήταν μενού, το φουα-γκρα θα ήταν κραυγαλέα επιτηδευμένο και οι πατάτες ωγκρατέν κουρασμένα αταίριαστες.

Η παράσταση ήταν πολύ καλή σε σχέση με τις αηδίες που κυκλοφορούν στο θέατρο σήμερα. Η Παναγιωτοπούλου τα έδωσε όλα, με μεράκι και ταλέντο και κέρδισε το κοινό. Ο Ορκόπουλος δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Τα λεφτά μας χαμένα ΔΕΝ πήγαν.

Σ'αφήνω γιατί πάω να δω Guys and Dolls στο West End, και αύριο θα δημοσιεύσω την κριτική μου με ανάλογη της δικής σου μετριοπάθεια.

Σήλια, Λονδίνο, Buckingham Palace Road

Ανώνυμος είπε...

ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΣΕΞΕΙ ΤΟ ΝΙΚΟ ΤΣΙΑΜΗ? ΤΟΝ ΕΙΧΑ ΠΡΟΣΕΞΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ, ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΥΠΟΣΧΟΜΕΝΟΣ ΠΙΣΤΕΥΩ.... ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΛΟΙΠΟΝ ΝΙΚΟ!!!