11/11/06

Ερρίκος Δ’

Του Λουίτζι Πιραντέλλο
Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ
Μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά-κοστούμια:Διονύσης Φωτόπουλος
Μουσική: Στ. Σκουρόπουλου
Παίζουν: Αλέκα Παϊζη, Ν. Καραθάνος, Όλια Λαζαρίδου, Αιμίλιος Χειλάκης, Γ. Βογιατζής κ.α.

Για όσους δεν το ήξεραν, ναι, υπάρχει και δεύτερος Ερρίκος, εκτός από αυτόν του Shakespeare. Ο εν λόγω Ερρίκος, δεν διηγείται τα αποτρόπαια εγκλήματα κάποιου μονάρχη, αλλά μέλημά του έχει να περιγράψει την εμμονή ενός καθημερινού ανθρώπου με το θέατρο και τους φανταστικούς ρόλους. Ειδικά σήμερα, ο Ερρίκος IV (που έχει επισκιαστεί από το Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα/Sei personaggi in cerca d'autore) είναι εξαιρετικά επίκαιρος, αν σκεφτούμε τη σημασία της ταυτότητας. Όταν η ζωή δεν αρκεί για να δώσει τις επιθυμητές συγκινήσεις, τότε δε μένει τίποτ’ άλλο παρά το θέατρο. Το role-play γίνεται πια μέρος της ζωής μας. Τα ομαδικά παιχνίδια ρόλων έχουν την τιμητική τους, με άτομα ανεξαρτήτου ηλικίας να θέλγονται από την ιδέα ότι έστω για λίγη ώρα θα γίνουν μάγοι, πολεμιστές, ξωτικά. Αλλά και στη σεξουαλική ζωή το παίξιμο ρόλων υποτίθεται ότι είναι προσφιλής τρόπος ανανέωσης κάθε κουρασμένης σχέσης. Φαίνεται ότι μια ζωή είναι αρκετά μεγάλη για να αντέχει κανείς να είναι πάντα ο ίδιος. Όντας πάντα ο εαυτός σου, περιορίζεσαι από το παρελθόν σου, από τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι από σένα, από ηθικές ή άλλες αναστολές. Η αλλαγή ταυτότητας δίνει μια παραπάνω ελευθερία, γι’ αυτό και το καρναβάλι και το μασκάρεμα φέρνει στιγμιαία μεταβολή συμπεριφοράς ορισμένων.

Ο Πιραντέλλο πολλάκις ασχολήθηκε στο έργο του με τα επίπεδα πραγματικότητας και φαντασίας, και δημιούργησε χαρακτήρες με ρευστή και εναλλασσόμενη ταυτότητα ίσως γιατί αισθανόταν τόσο κοντά σε τέτοιες οριακές καταστάσεις λόγω προσωπικών του εμπειριών—η γυναίκα του, Αντονιέτα, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε άσυλο φρενοβλαβών. Ο Μαυρίκιος συνέδεσε την τρέλα του πρωταγωνιστή που νομίζει ότι είναι ο Ερρίκος IV, με την παράνοια της γυναίκας του συγγραφέα, με μια προσθήκη. Η παράσταση ενσωματώνει ένα επιπλέον πρόσωπο: τη γυναίκα του Πιραντέλλο λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή στο άσυλο.

Ο Μαυρίκιος επίσης θεώρησε σωστό να συντομεύσει τη διάρκεια του θεατρικού αφαιρώντας κομμάτια από δω κι από κει και να το παρουσιάσει χωρίς διάλειμμα. Ξέρω ότι κάποιοι ενοχλήθηκαν από αυτή την επιλογή, αλλά είχε μια κάποια σχετική σύνεση, αφού προφανώς έγινε για εξισταθμίσει το βαρύ περιεχόμενο με την οικονομία έκτασης.

Περιληπτικά, η υπόθεση έχει ως εξής: μετά από τον τραυματισμό του στο κεφάλι κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης, ο πρωταγωνιστής τρελαίνεται και ζει μέσα στο ρόλο του για τα υπόλοιπα είκοσι χρόνια. Όχι μόνο αυτός, αλλά και οι γύρω του, για να τον ευχαριστήσουν ντύνονται και φέρονται σα να ήταν χαρακτήρες του θεατρικού. Η τομή έρχεται όταν ο ανιψιός του αποφασίζει ότι πρέπει να ενεργήσει για να αποτινάξει το πέπλο που έχει ο θείος μπροστά από τα μάτια του.

Αυτό το πέπλο της παράνοιας που καλύπτει την πραγματικότητα από τα μάτια του πρωταγωνιστή αποδόθηκε στην κυριολεξία με μια ημι-διάφανη λευκή γάζα που καλύπτει τη σκηνή. Η φυλακή που μπορεί συχνά να είναι ο νους για το σώμα, κι αυτή αποδόθηκε με καταπέτασμα από λαμαρίνα που κατέβηκε απειλητικά σε συγκεκριμένη στιγμή έντασης. Δε θα μιλήσω για τη συγκλονιστική σκηνογραφική επιλογή της πρώτης σκηνής, γιατί θα το χαλάσω για όσους δεν το είδαν ήδη. Η χρήση βίντεοπροβολής είναι οργανικά δεμένη με την υφή και την ατμόσφαιρα της παράστασης και διόλου δεν έρχεται ως προσπάθεια εντυπωσιασμού, όπως συχνά έχω δει να συμβαίνει. Πραγματικά η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία είναι το ατού της παράστασης.

Όσο για τους ηθοποιούς, η βαθιά φωνή του Χειλάκη παραμένει εντυπωσιακή, η Λαζαρίδου είναι υποτονική και ο Καραθάνος ενίοτε υπερβάλλει σε μελοδραματισμό. Εντελώς αδιάφορη η νεαρή κόρη, αλλά πολύ καλά χορογραφημένοι οι άρρενες ακόλουθοι. Συγκινητικός ο Βογιατζής, να ξεφεύγει από το γνωστό του θεατρικό είδος και να ντύνεται με κοστούμια εποχής. Υποβλητική και η Παίζη, στην ολιγόλεπτη εμφάνισή της.

Η παράσταση δύναται να ταξιδέψει το θεατή και να τον ρουφήξει μέσα της, γιατί αποτελείται από τη σωστή δόση φανταστικού και πραγματικού (εννοώντας το φανταστικό ως άυλο και το πραγματικό ως απτό), ήτοι ταλέντου και budget.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ουδέν σχόλιον. Συμφωνώ μέχρι τελείας.

Το μόνο που έχω να προσθέσω είναι ότι ο Μαυρίκιος από το 96 που τον παρακολουθώ δεν έχει αποτύχει ούτε μια φορά να με συγκινήσει. Ο δε Πιραντέλλο είναι για το Μαυρίκιο τόσο οικείο έδαφος που σε κάθε μεμονωμένο έργο, με το οποίο καταπιάνεται, συνομιλεί αβίαστα με το σύνολο της εργογραφίας του.

Ανώνυμος είπε...

Ο Μαυρίκιος και ο Φωτόπουλος έστησαν μια παντοδύναμη αισθητικά και εικαστικά παράσταση. Ένας ακόμα υπέροχος Πιραντέλλο!

Flou-dion είπε...

Η καλύτερη χρήση visual media (projections)που έχω δει στο ελληνικό θέατρο. Όσο για την γάζα, ο Μαυρίκιος με έχει κάνει να την λατρέψω.

Ανώνυμος είπε...

epitelous, vriskw tropo na pw ston antigono pws xairomai idiaiterws poy den eimai o monos edw mesa me ta idia, dhladh, endiaferonta. tha epanelthw syntoma sto blog soy gia perissoteri anagnwsi. opote vreis xrono se perimenw sto theatergoer.blog.com gia tis nees parastaseis poy eida. keep watching... kalh synexeia!