7/10/06

Η χώρα του δράματος* ή θέατρο και ξερό ψωμί

*όπου με τη λέξη δράμα, αναφέρομαι πρωταρχικά στο αρχαίο είδος που διαχωρίζεται σε κωμωδία και τραγωδία—όχι βέβαια ότι δεν υπήρξαν και ευφυής αναμίξεις, έχε κατά νου τον Ευριπίδη και τους πειραματισμούς του.

Αντίθετα με την παραγωγή ταινιών, ο θεατρικός τομέας ανθεί στην Ελλάδα. Χωρίς η ποσότητα να υπερέχει αισθητά της ποιότητας, το λίκνο του δράματος τα πάει ομολογουμένως και τη σήμερον ημέρα not bad at all. Μπορεί θεατρικά έργα να μη γράφονται με τη σέσουλα, αλλά ευχόμαστε ότι προς αυτή την κατεύθυνση πνέει ο άνεμος. Η ζήτηση όμως είναι βασικός παράγων της εμμονής σε κλασικούς τίτλους και φόρμες, οπότε το θεατρικό κοινό πρέπει να αλλάξει άρδην, ώστε να αλλάξει και το ρεπερτόριο. (πως θα γίνει αυτό, θα το αφήσω για να ‘χω να γράφω κι αργότερα τίποτα)

Όπως και να χει, κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση παρατηρείται τα τελευταία χρόνια—κάτι που δε συνέβαινε παλιότερα. Αρκεί να θυμηθούμε ενδεικτικά τίτλους όπως «Μια Μέλισσα τον Αύγουστο» του Θοδωρή Αθερίδη (σύντομα θα δούμε και την κινηματογραφική της μεταφορά), τη σταθερή παρουσία των Ρέππα-Παπαθανασίου με νέο τίτλο κάθε τόσο και την διάσημη πια «Κατσαρίδα» του Μαυρογεωργίου που σπάει τα ταμεία. Γράφονται λοιπόν νέα θεατρικά έργα που κάνουν τον κόσμο να τρέχει στα θέατρα, κυρίως κωμικά και δεν αναρωτιόμαστε καθόλου γιατί.

Όχι ότι όλα τα θέατρα γεμίζουν, αλλά οι σοφές επιλογές είναι δουλειά των θεατρικών παραγωγών και του σωστού μάρκετινγκ. Αφού όμως κονταρομαχίες γνωστών κλασικών έργων είναι δυνατή και βρίσκει θεατές (βλ. διπλός «Γλάρος») και αφού το «Σεσουάρ για Δολοφόνους» κοντεύει να κλείσει δεκαετία, ε, δε μπορεί, έχουμε θεατρόφιλο κοινό, όπου και να κρύβεται αυτό.

Το σίγουρο είναι ότι η Αθήνα δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Λονδίνο επί των θεατρικών—εκτός από λίγη όπερα και λίγο μιούζικαλ—και είναι οικτρά προκατειλημμένοι όσοι δηλώνουν το αντίθετο. Ένα χρόνο εκεί βαρέθηκα να ψάχνω τα fringe plays και να μην τα βρίσκω. Πιο πολύ καινοτομία έχω δει στην Αθήνα indeed, και σε αυτό συμφωνεί και η φίλη μου η Αλίκη, νέα σκηνογράφος, που μαζί αναρωτιόμασταν τι τόσο πια εξαιρετικό είχε κάνει ο Minghella πέρυσι και πήρε βραβείο Ολίβιε για τη Madame Butterfly του.

Συγκεντρωτικά, άπειρες παραστάσεις ανεβαίνουν στην Ελλάδα, πλουσιοπάροχες ή μινιμαλιστικές, καινοτόμες ή κλασικές με πρωτοεμφανιζόμενους ή μεγάλες ντίβες του θεάτρου. Κάθε μέρα της εβδομάδας το θεατρόφιλο κοινό μπορεί να δει θέατρο, δεν εξαιρείται πια ούτε η Δευτέρα και η Τρίτη—κάθε θέατρο που σέβεται τον εαυτό του έχει εξτρά παράσταση για να καλύπτει αυτές τις μέρες που παραδοσιακά το θέατρο «αργεί.»

Το μόνο βασικό πρόβλημα του ελληνικού θεάτρου για μένα είναι η απαγορευτική τιμή του εισιτηρίου. Δικαίως τα παράπονα, κι εγώ θεωρώ πανάκριβο το εισιτήριο των 35 και φοιτητικό 20 ευρώ, τη στιγμή που μπορεί κανείς να βρει στο Λονδίνο stand-by για τους Producers με 12 λίρες. Γιατί δεν καθιερώνεται κι εδώ η λογική του stand-by; Όλοι θα κέρδιζαν, κοινό και επιχειρηματίες. Στόχος άλλωστε είναι τα θέατρα να γεμίζουν, και όχι μόνο στη Λαϊκή Απογευματινή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: