7/11/08

Ο Κύριος Επισκοπάκης

του Ανδρέα Μήτσου


"Η εξομολόγηση ενός δειλού" είναι ο υπότιτλος της νουβέλας του Ανδρέα Μήτσου που κέρδισε το Βραβείο Αναγνωστών το 2007. Ο Στέλιος Μάινας των Μεν και Δεν, ουδεμία σχέση δε θα είχε, λογικά, με αυτή, αλλά ο Μάινας του Βαλκανιζατέρ, του Μπραζιλέρο και των σαιξπηρικών ρόλων έχει σίγουρα περισσότερη. Xωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποτιμάμε τον αγαπημένο ηθοποιό, όπου και να παίζει. Η τεχνική δε χάνεται, ούτε φθείρεται, ούτε τίποτα (και τι φταίμε εμείς που έχουμε ένα στομάχι να γεμίσουμε σ' αυτή τη ζωή. Εντάξει, και τι φταίμε αν το στομάχι μας είναι απαιτητικό και δεν ευφραίνεται παρά μόνο με Beluga και Moët & Chandon).

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάινας καταπιάνεται με το γραπτό λόγο του Μήτσου; άλλωστε στα Ανίσχυρα Ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου --άλλο ένα βραβευμένο, όπως τα περισσότερα, βέβαια, έργα του-- του χάρισαν το πιο σοβαρό, τηλεοπτικό, αν μη τι άλλο, προφίλ. Η μόνη διαφορά είναι ότι πρώτη φορά (τον) σκηνοθετεί, δουλειά ύπουλα απαιτητική, ακόμη και για έναν έμπειρο ηθοποιό.

Ο κύριος Επισκοπάκης που παρατάει τη μελέτη των παπύρων του για να παντρευτεί μια ιδιοκτήτρια κοσμηματοπωλείων και να χαθεί στα μπριγιάν, τα οποία στη συνέχεια θα χαρίσει στην Αντιγόνη που ερωτεύεται άτολμα και συγκαταβατικά με την πρώτη ματιά (ή καλύτερα με τις πρώτες της ψευδές φράσεις) λακίζει μπροστά στο μεγάλο, το απόλυτο, την τομή. Του αρέσουν οι συμβιβασμοί και η διπλωματία, θέλει να έχει "και την πίτα ολόκληρη, και το σκύλο χορτάτο". Οικογένεια και ερωμένη και την ησυχία του, όλα τα θέλει, το βόλεμα είναι ο θεός του, αλλά για κακή του τύχη έρχεται ο Χελιδονόπουλος να τον ξεβολέψει. Ένας επαγγελματίας εκβιαστής που παρασέρνεται από την ανθρώπινη πλευρά του και ερωτεύεται το αντικείμενο του εκβιασμού του. Άξεστος Βούλγαρος με χαλασμένα δόντια, έτσι μας δίνεται ο Χελιδονόπουλος εξαρχής. Όμως, αυτή η "μπέσα" του τελικά, μας κερδίζει.

Μέχρι το 104 τραβάει κυρίως το όνομα του Μάινα και του Μήτσου. Ο Επισκοπάκης είναι ρόλος-πρόκληση, η κινηματογραφική και τηλεοπτική περσόνα του Μάινα δεν παραπέμπει σε δειλία κανενός είδους. Την έμφυτη χαρά της ζωής που έχει συνήθως καταφέρνει να τη μετριάσει, όσο μπορεί, μπαίνει στο πετσί του απέλπιδα και άστοχα παλληκαρά μορφωμένου μεσήλικα που τον περιπαίζει ο εκβιαστής που ρισκάρει και πιάνει τη ζωή από τα μαλλιά. Όμως τα γεγονότα εκτυλίσσονται έτσι, ώστε η δειλία του να τον επισκιάζει και απ' αυτήν αναδύεται ένας Καζανάς μεστός και έμπειρος (έχουν περάσει, άλλωστε, τόσα χρόνια από την Αίθουσα του Θρόνου) που κάνει τα ψεγάδια του λαϊκού του χαρακτήρα δικά του προτερήματα. Και ενώ τελικά μένει κανείς με την εντύπωση ότι ο Μάινας αυτοσκηνοθετούμενος δεν τα δίνει όλα, παραδόξως αποκομίζει την απόλυτα αντίθετη εντύπωση για τον τρόπο που σκηνοθετεί τον Καζανά: ολοκληρωμένα και με τέτοια ανθρωπιά και λεπτομέρεια, ώστε να τον κάνει περισσότερο συμπαθή από το χαρακτήρα του Επισκοπάκη που επέλεξε για τον εαυτό του.

Η Κάτια Σπερελάκη δεν με έπεισε προσωπικά ως η πλανεύτρα Αντιγόνη, αλλά ίσως λίγο παραπάνω ως η Αντιγόνη που ήθελε να ζήσει απελπισμένα και απαιτητικά τη ζωή που δεν έζησε. Το σκηνικό λιτό και πολυμορφικό, έξοχη η διπλή όψη και η απειλητική κίνηση της κατασκευής που μοιάζει με κάθετα στόρια και αφήνει να προβάλλονται τα όχι πάντα εύστοχα και επιβλητικά βίντεο. Βέβαια, η σύμβαση που μας επιτρέπει να δούμε την δερμάτινη πολυθρόνα που μοιάζει με μεγαλόπρεπο θρόνο βασανιστηρίων ως πολυθρόνα οδοντιάτρου και κρεβάτι μπουρδελοξενοδοχείου θα πρέπει να 'ναι πολύ ελαστική, αλλά η ποιητικότητα του λόγου του Μήτσου επιτρέπει τέτοιες ασάφειες χάριν ονειρικότητας. Το Hotel Marie βέβαια κάνει τα πάντα πιο συγκεκριμένα και μας βάζει στη διαδικασία να φανταστούμε τους τρεις καημένους ήρωες που ψάχνουν διαφορετικά πράγματα ο καθένας σε μια πραγματική, πολύβουη Αθήνα, σχεδόν εκβιάζει το συναίσθημα ενός deja vu στο φανάρι της γωνίας Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου μια βροχερή ημέρα. Άψογο, δηλαδή, αφού επιτρέπει τη δημιουργία ενός σπάνιου μείγματος αλήθειας και μυθοπλασίας, λογου εκλεπτυσμένου και διόλου καθημερινού να αντηχεί πάνω από τις φωνές των μανάβηδων της λαϊκής του Σαββάτου.

I' m at a loss for words: δε ξέρω που να πρωτοδώσω τα credits. Πρώτα σίγουρα στο Μήτσου που συνδύασε θεατρικότητα και ποίηση και χάσιμο σε όνειρα και ελπίδες, μετά στο Μάινα που ανέλαβε όλο το εγχείρημα (αλλά σχεδόν λανθασμένα κράτησε δυο ρόλους, σκηνοθετικό και υποκριτικό, για τον εαυτό του), ύστερα και πάνω απ' όλα στον Καζανά για τον Χελιδονόπουλό του, τον πιο πειστικό ρόλο του θεατρικού και σε κάποιον ακόμη, που δεν ξέρω ποιος είναι: σε όποιον διάλεξε το χώρο του 104, με τη λευκή ξύλινη σκάλα να δίνει κάτι από την ασταθή ισορροπία της και το βαθύ πονεμένο ήχο της στην εύθραυστη ψυχολογία των χαρακτήρων και τα βαθιά προβληματικά θέλω τους.

Διασκευή: Ανδρέας Μήτσου
Σκηνοθεσία: Στέλιος Μάινας
Σκηνικά - Κοστούμια: Αγγελική Αθανασιάδου
Πρωτότυπη Μουσική: Παναγιώτης Βασιλονικολός
Υπεύθυνος Παραγωγής - Φωτισμοί, Επιμέλεια Ηχου & Εικόνας: Ντάγκλας Φουτ
Συνεργαζόμενος Σκηνοθέτης: Κρίστοφερ Μπίτσινγκ
Art Concert - Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός
Ερμηνεύουν: Στέλιος Μάινας, Κώστας Καζανάς, Κάτια Σπερελάκη

104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης
Θεμιστοκλέους 104 και Καλλιδροµίου, Εξάρχεια, 210 3826185

2 σχόλια:

"Αισθηματική ηλικία" είπε...

Συμφωνω για τον Μήτσου και τον Κώστα Καζανά.

antigonos είπε...

Αχ, όχι, δε θα αντέξω να μου πεις ότι δε σου αρέσει ο Μάινας...