Σελίδες

24/3/09

Παγκόσμια μέρα θεάτρου 2009

Το καθιερωμένο πλέον μήνυμα για την Παγκόσμια μέρα θεάτρου, που είθισται να διαβάζεται πριν από κάθε παράσταση τη συγκεκριμένη μέρα, ήτοι 27 Μαρτίου, γράφει φέτος ο καταλληλότερος ίσως από όλους. Ο Augusto Boal. Ο Boal, που συνέδεσε το θέατρο με την κοινωνική αλλαγή και συγκεκριμένα διακύρηξε το Theatre of the Oppressed και το αγαπημένο που παρακλάδι το Invisible Theatre ως τον τρόπο διεύρυνσης του διαλόγου και αντίδρασης (που συχνά χρησιμοποιείται σε μειονότητες ή σε καταπιεσμένες ομάδες, δηλαδή σχεδόν σε όλους) και, even better, ως τον τρόπο αφύπνισης των κοιμισμένων ή ράθυμων συνειδήσεων σε κοινωνικά θέματα οποιασδήποτε υφής, βλέπει και πάλι το θέατρο ως δύναμη που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία καλύτερη και γράφει ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα των τελευταίων ετών. Γι' αυτό και το παραθέτουμε ολόκληρο:


" Όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι εντυπωσιακές στην καθημερινότητά τους και δημιουργούν παραστάσεις για κάποιες ειδικές περιστάσεις. Είναι εντυπωσιακές στον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης και δημιουργούν παραστάσεις σαν κι αυτή που ήρθατε να δείτε.

Ακόμα κι αν το αγνοείτε, οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν μια θεατρική δομή: η χρήση του χώρου, η γλώσσα του σώματος, η επιλογή των λέξεων και ο χρωματισμός της φωνής, η σύγκρουση ιδεών και συναισθημάτων, ό,τι παρουσιάζουμε επί σκηνής και ό,τι ζούμε στη ζωή. Είμαστε φτιαγμένοι από θέατρο!

Γάμοι και κηδείες είναι παραστάσεις αλλά και καθημερινές τελετουργίες τόσο οικείες που δεν το καταλαβαίνουμε. Τελετές και τυχαία περιστατικά όπως επίσης ο πρωινός καφές, η καλημέρα που ανταλλάσουμε, η συνεσταλμένη αγάπη και τα θυελλώδη πάθη, μια συνεδρίαση συγκλήτου ή μια διπλωματική συνάντηση – όλα είναι θέατρο.

Μια από τις κύριες υπηρεσίες της τέχνης μας είναι να ευαισθητοποιήσουμε τους ανθρώπους στις παραστάσεις της καθημερινής ζωής όπου οι ηθοποιοί είναι και θεατές και η σκηνή και οι θέσεις στην πλατεία του θεάτρου συμπίμπτουν. Όλοι είμαστε καλλιτέχνες. Κάνοντας θέατρο μαθαίνουμε να βλέπουμε αυτό που είναι προφανές αλλά που συνήθως δεν μπορούμε να δούμε επειδή δεν έχουμε συνηθίσει να το παρατηρούμε. Αυτό που μας είναι οικείο γίνεται αόρατο: κάνοντας θέατρο φωτίζουμε τη σκηνή της καθημερινής ζωής.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο μια θεατρική αποκάλυψη μας εξέπληξε: εμείς, που νομίζαμε ότι ζούμε σ’ ένα ασφαλή κόσμο, παρά τους πολέμους, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και τα βασανιστήρια βεβαίως, ακόμα κι αν αυτά συμβαίνουν σε κάποιες απομακρυσμένες και άγριες περιοχές, εμείς που ζούσαμε μέσα στην ασφάλεια έχοντας επενδύσει τα χρήματά μας σε κάποια ευυπόληπτη τράπεζα ή στα χέρια κάποιου έντιμου χρηματιστή, πληροφορηθήκαμε ότι αυτά τα χρήματα δεν υπάρχουν, ότι ήταν εικονικά, μια θλιβερή δημιουργία κάποιων οικονομολόγων που δεν ήταν καθόλου εικονικοί, κι επιπλέον ούτε υπεύθυνοι ή αξιόπιστοι. Τα πάντα ήταν απλώς άσχημο θέατρο, μια μυστηριώδης πλοκή σύμφωνα με την οποία λίγοι κέρδισαν πολλά και πολλοί έχασαν τα πάντα. Κάποιοι πολιτικοί πλούσιων χωρών πραγματοποίησαν μυστικές συναντήσεις στις οποίες βρήκαν κάποιες μαγικές λύσεις. Και εμείς, θύματα των αποφάσεων τους, θεατές στην τελευταία σειρά του εξώστη μείναμε να κοιτάζουμε.

Πριν από είκοσι χρόνια σκηνοθέτησα την Φαίδρα του Ρακίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Το σκηνικό ήταν φτωχό: δέρματα αγελάδας στο πάτωμα, μπαμπού γύρω-γύρω. Πριν από κάθε παράσταση έλεγα στους ηθοποιούς μου: «Ο μύθος που δημιουργήσαμε μέρα με τη μέρα τέλειωσε. Όταν θα διασχίσετε εκείνα εκεί τα μπαμπού, κανένας από εσάς δεν θα έχει το δικαίωμα να πει ψέματα. Το θέατρο είναι η κρυμμένη αλήθεια».

Όταν κοιτάζουμε πέρα από τα προσχήματα, βλέπουμε καταπιεστές και καταπιεσμένους, σε όλες τις κοινωνίες, τις εθνότητες, τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες· βλέπουμε ένα άδικο και σκληρό κόσμο. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα άλλο κόσμο επειδή γνωρίζουμε ότι αυτό είναι εφικτό. Αλλά εξαρτάται από εμάς να κτίσουμε αυτόν τον άλλο κόσμο με τα χέρια μας παίζοντας στη σκηνή και στην προσωπική ζωή μας.

Δείτε την παράσταση που πρόκειται να ξεκινήσει και μόλις επιστρέψετε σπίτι σας, μαζί με τους φίλους σας παίξτε τα δικά σας έργα και κοιτάξτε αυτό που δεν μπορούσατε ποτέ να δείτε: αυτό που είναι προφανές. Το θέατρο δεν είναι απλώς ένα συμβάν, είναι τρόπος ζωής!

Είμαστε όλοι ηθοποιοί: το να είσαι πολίτης δεν σημαίνει ότι ζεις σε μια κοινωνία, σημαίνει ότι την αλλάζεις. "


Μια πρώτη λίστα με θέατρα που διαθέτου δωρεάν εισιτήρια για τους θεατρόφιλους ένεκα της μεγάλης αυτής γιορτής του θεάτρου, της δικής του παγκόσμιας μέρας, βρίσκετε εδώ . Για τις ανανεώσεις και τις νέες προσθήκες, μπορείτε να ανατρέξετε στο Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου που, άλλωστε, συντονίζει και τη συγκεκριμένη δράση.

23/3/09

Η Γενιά των Κόστια

του Δημήτρη Τσιάμη


Κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος κινηματογράφου κάποτε (όταν ήμουν Erasmus στο Universite Caen Basse-Normandie), και ενώ κάναμε brainstorming για να καταλήξουμε σε σενάριο για φοιτητικό ταινιάκι μικρού μήκους ο απαιτητικός καθηγητής μας Eric τίποτις δεν έβρισκε ικανοποιητικό. Ό,τι ιδέα και να του ξεφουρνίζαμε, κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε: cerebral. Cerebral μία, cerebral δύο, δώστου και μια τρίτη, η περιέργειά μου οξύνθηκε. " Και τι είναι αυτό, καλό ή κακό;", ρώτησα διπλωματικά, μήπως και κατορθώσω συνδυαστικά να ξεπεράσω τις γλωσσικές μου ελλείψεις. Η απάντηση που πήρα ήταν η λιγότερο διαφωτιστική: "Ούτε καλό, ούτε κακό", κι όταν αργότερα είδα τη σημασία της λέξης --που σημαίνει εγκεφαλικός-- κατάλαβα τι εννοούσε. Βασική προϋπόθεση για τις παραστατικές τέχνες είναι, σαφώς, η ιδέα τους να μην έχει βάση αθεράπευτα εγκεφαλική, αλλά να έχει παραστατικές αρετές, να μπορεί κάπως, κάπου, κάποτε να οπτικοποιηθεί και μόλις είχα αρχίσει να το συνειδητοποιώ.

Ο Δημήτρης Τσιάμης είχε, στην προκειμένη περίπτωση μια ικανότατη ιδέα. Να παραλληλίσει, ούτως ειπείν, τον πόνο της γενιάς μας, αυτής της πολύπαθης γενιάς των 700 ευρώ με τον πόνο του τσεχωφικού Κωνσταντίν Γαβρίλοβιτς Τρέπλιεβ, χαϊδευτικά Κόστια, γιο της μεγάλης Αρκάντινα στο Γλάρο. Ο ανεπαρκής αυτός ήρωας ορθώς μπορεί να ιδωθεί από το πρίσμα της δικής μας γενιάς, καθότι έχει υπερ-αρκετές ομοιότητες. Ο Κόστια είναι κι αυτός 25 ετών (μέσα στο ηλικιακό όριο που ορίζει τη γενιά των 700, δηλαδή 25 με 30), εξαρτάται συναισθηματικά και οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από την οικογένειά του, συγκεκριμένα τη μητέρα του και έχει πόλεμο με τη μεγαλύτερη γενιά. Αγαπάει τη Νίνα, που δεν έχει μάτια παρά για τον ώριμο διανοούμενο Τριγκόριν, προσπαθεί να κάνει κάτι δικό του, αλλά οι μεγαλύτεροι δεν τον καταλαβαίνουν και δεν του δίνουν χώρο, είναι ένα "κακότροπο και φαντασμένο παιδί" σύμφωνα με την ίδια του τη μάνα που γκρινιάζει για όλους και για όλα. "Εξάπτεται, θυμώνει, κηρύττει νέους τρόπους έκφρασης..." Καλεί σε μονομαχία την παλιά γενιά στο πρόσωπο του Τριγκόριν. Τέλος, αυτοκτονεί.

Η Μεγάλη Μαμά της παράστασης παίρνει τη μορφή κάθε κρατικής ή κοινωνικής εξουσίας και καταδυναστεύει τη γενιά των εφτακοσίων ευρώ. Επίμονα και ασταμάτητα. Τρεις νέοι ηθοποιοί το νιώθουν, το εκφράζουν λεκτικά και σωματικά και έτσι, μέσα από τις πρόβες βγαίνει το ακριβές κείμενο και η κινησιολογία της παράστασης. Λιτό και ονειρικό σκηνικό, ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, διαστημικό (sic) ντύσιμο. Μιλούν για "αυτούς που αγαπάμε, αλλά δε θέλουμε να γίνουμε σαν κι αυτούς", για τα όνειρά τους που έπεσαν στη λίμνη και πνίγηκαν, για το Υψηλό Κοινωνικό Status και όλα όσα τους /μας ταλανίζουν. Η γενιά των εφτακοσίων ευρώ τελικά αυτοκτονεί, όπως ακριβώς ο Κόστια.

Βαρύ θέμα, που το κάνει ακόμη πιο βαρύ το γεγονός ότι μας αφορά τόσο. Βυθιζόμαστε στα παράπονα των ασαφών αντιπροσώπων μας πάνω στη σκηνή, νιώθουμε επικίνδυνα κοντά τους, αλλά τελικά βρίσκουμε τον εαυτό μας να θέλει να αντισταθεί στον πεσιμισμό της παράστασης. Εμείς δε θέλουμε ν' αυτοκτονήσουμε. Ίσως και να θέλαμε, γιατί έτσι όλα θα είχαν πιο ήρεμο τέλος. Παράλληλα, η performance που οδηγείται στις επιλογές της από τις αρχές του devised theatre, αφήνει αιχμές για την ίδια την τυποποίηση αυτού του είδους και προσπαθεί σαφώς να διαφοροποιηθεί απ' αυτό.

Σε κάθε περίπτωση η σύλληψη της ιδέας του παραλληλισμού και της ανάλυσης του ενός μέσα από το άλλο με χρήση των όπλων της performance είναι εξαιρετική και πρωτότυπη. Το κείμενο, αν και καμιά φορά τραβάει σε μάκρος είναι σε γενικές γραμμές καλογραμμένο, εμπνευσμένο και ποιητικό. Έχει μια σκοτεινιά ίδια με εκείνη των ρομαντικών ποιητών, ένα χιούμορ ανεπαίσθητο, είναι λίγο σα μοιρολόι. Ακούγοντάς το να βγαίνει από τα χείλη των ηθοποιών, δε μπόρεσα να μη σκεφτώ πόσο ολοκληρωμένο θα έμοιαζε ακόμη και στην απλούστερη μορφή του, αυτή των τυπωμένων συμβόλων σε μια χάρτινη σελίδα. Ποιος ξέρει, τότε, μπορεί να 'ταν πιο ελεύθερο να πετάξει το νου μας στο δικό του υποσυνείδητο. Γιατί, ακριβώς, το όλο concept είναι τόσο εγκεφαλικό που οι εικόνες δεν συνδιαλέγονται εύκολα με το κείμενο, δεν απορρέουν απ' αυτό, αλλά πιέζονται να υπάρξουν. Ίσως βέβαια η χαλαρή τους σχέση να λειτουργεί περισσότερο απελευθερωτικά από τις συγκεκριμένες εικόνες και τους καθαρούς χαρακτήρες. Όμως, επιμένω, ότι και τώρα που διαβάζω το κείμενο δεν αισθάνομαι να χρήζει οπτικής συμπλήρωσης.

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιάμης
Δραματουργική Επεξεργασία: Κωνσταντίνα Σταθουλοπούλου, Δημήτρης Τσιάμης
Σκηνικά: Παύλος Καπάλας
Koστούμια: Αλίκη Κυλικά
Μουσική επιμέλεια: Νικόλας Γιανναρέας
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασσιμάτης
Παίζουν: Μαρία Αθηναίου, Σωκράτης Ράτσης, Θοδωρής Σμέρος

Per-Theater-Formance

Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια, 2106460748