4/12/06

Σάρα


Του Γκότχολντ Εφραϊμ Λέσινγκ

Θέατρο του Νότου-Θέατρο Αμόρε/Κεντρική Σκηνή
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Herbert Murauer
Κοστούμια: Herbert Murauer-Άλκηστις Πουλοπούλου
Παίζουν: Μαρία Σκουλά, Αμαλία Μουτούση, Νίκος Κουρής, Άντζελα Μπρούσκου, Κ. Μπερικόπουλος κ.α.


Το έργο του Lessing Miss Sara Sampson(1755), γίνεται για τα μοντέρνα κατατόπια όπου μεταφέρεται —ήτοι από τη Γερμανία του Διαφωτισμού σε κάποια άκρως θρησκόληπτη πολιτεία της σύγχρονης Αμερικής—Σάρα σκέτο. Και ο Λέσινγκ, που είναι ίσως περισσότερο γνωστός για την πραγματεία του περί τέχνης βασισμένη στο σύμπλεγμα του Λαοκόωντα, μας δείχνει τώρα ένα άλλο του πρόσωπο, αυτό του δραματουργού. Σθεναρός υπέρμαχος του Σαίξπηρ, την εποχή που ακόμη δεν είχε βρει τη δέουσα αναγνώριση και γενικά της ελευθερίας του καλλιτέχνη απέναντι σε προϋπάρχοντες κανόνες και πρότυπα, όπως οι αριστοτελικές ενότητες, ο Λέσινγκ υπήρξε προς το τέλος της ζωής του και πολέμιος του αντισημιτισμού και της θρησκοληψίας. Κάπως έτσι ο σκηνοθέτης εστίασε το ενδιαφέρον του στο έντονο θρησκευτικό στοιχείο αυτής της αστικής τραγωδίας, και τη σκηνοθέτησε ως παρωδία των αυστηρών θρησκευτικών ηθών των πουριτανικών αμερικάνικων κοινωνιών.

Επιλογή καθ’ όλα θεμιτή, όχι όμως απόλυτα επιτυχημένη. Πρώτο αρνητικό που αναγκαστικά εντοπίζω (τρέμοντας τολμώ να εκφραστώ αντικειμενικά για το κατά τ’ άλλα πολυαγαπημένο μου Αμόρε) είναι η μεγάλη διάρκεια της παράστασης που κρίθηκε σωστό να εμπλουτιστεί ασφυκτικά με την εκτέλεση επί σκηνής από τους ηθοποιούς 7 ολόκληρων τραγουδιών country! Και μάλιστα, όχι απλής χαρούμενης country, αλλά συγκεκριμένων τραγουδιών που αναφέρουν κάθε τρεις και λίγο το μεγαλοδύναμο—O Lord, και τα συναφή. Άλλα 7 λεπτά στην παράσταση προσθέτει το ενδιαφέρον βιντεάκι Grand Prix που μας δείχνει έναν σκληρό αγώνα...αυτοκινήτων! Πολύχρωμα αυτοκίνητα χτυπιούνται το ένα με το άλλο, για να νικήσει αυτό που θα συνεχίσει να κινείται, όταν όλα τα άλλα έχουν σταματήσει. Ποια συνειρμική διεργασία τοποθέτησε αυτές τις εικόνες στο μέσον της παράστασης, στάθηκε αδύνατον να κατανοήσω.

Η σκηνοθεσία εν γένει ήταν αρκετά κινηματογραφική, με επίμονο καδράρισμα των πρωταγωνιστών (που προκύπτει κυρίως από την τοποθέτησή τους μέσα σε τρία δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο). Ευτυχώς για μας, παίζουν όχι μόνο στον περιορισμένο χώρο των δωματίων, αλλά και έξω από αυτόν. Άλλοι είναι καλύτεροι, άλλοι χειρότεροι—σίγουρα δεν αποδίδουν όλοι οι ηθοποιοί το ίδιο στη δημιουργία χαρακτήρα-καρικατούρας. Η Μαρία Σκουλά ως Σάρα (προσπερνώ το αταίριαστον της ηλικίας της ηθοποιού με την ηρωίδα) αφήνεται στη στείρα μίμηση εξωτερικών σχημάτων ανύπαρκτων εσωτερικών δονήσεων, κάτι που δεν καταφέρνει έστω να κρύψει. Η διασκεδαστικότερη των τριών κυριών της παράστασης, είναι δίχως άλλο η Αμαλία Μουτούση. Δυναμική και δολοπλόκα ως Μάργκοτ, βάζει τις φυσικές και όσες άλλες χάρες διαθέτει μπροστά στα μάτια του Μέλεφοντ, για να τον κερδίσει πίσω. Ο Μέλεφοντ του Νίκου Κουρή είναι κι αυτός αστείος και πειστικός ως μεταμελημένος γόης, με σώμα τόσο γραμμωμένο και μυώδες που ενίοτε απομακρύνει την προσοχή από τις υποκριτικές του ικανότητες. Η Χάννα της Άντζελας Μπρούσκου γοητεύει ως άκρως σκοτεινή cult φιγούρα.

Επανέρχομαι στην αστεία εξ’ ορισμού επιλογή του δακρύβρεχτου θεατρικού: μια αποπλανηθείσα και διωγμένη από τον πατέρα της κόρη(Σάρα), ενώ περιμένει την ημέρα που επίσημα θα νυμφευτεί τον αγαπημένο της, δέχεται επισκέψεις που την οδηγούν στο θάνατο. Όσο against the grain να παιχτεί και να σκηνοθετηθεί, πάλι το αποτέλεσμα φαντάζει κάπως αμήχανο. Το παιχνίδι των σκηνικών και, κυρίως, των κοστουμιών να φτάσουν την παρωδία στα άκρα, κρίνεται πάντως άκρως επιτυχημένο και μας προσφέρει στιγμές αληθινής ειρωνείας, σε συνδυασμό με το παίξιμο των ηθοποιών.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εμένα με άρεσε!
Όσον αφορά το βιντεάκι με τα αυτοκίνητα, έτσι όπως ήταν τοποθετημένο στην αρχή της παράστασης εμένα μου έφερε σκέψειςοι οποίες και χρωματίσανε την οπτική με την οποία είδα την υπόλοιπη παράσταση. Σκέψεις για τη μανία μας ως ανθρώπινο είδος, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλογικό επίπεδο, να αυτοκαταστρεφόμαστε, να χτυπιόμαστε αλύπητα μέχρι να έρθει η πλήρης διάλυση. Κι αν δεί κανείς έτσι το έργο, ανεξάρτητα από τη παροχημένη ηθική, δε νομίζετε ότι παρουσίαζε την ιστορία τριών ανθρώπων που η κάθε τους κίνηση τους οδηγούσε στη καταστροφή, ώσπου στο τέλος, αντίθετα με τον αγών των αυτοκινήτων, κανένας δε μένει όρθιος; Αλλά και στα αυτοκίνητα, τι να το κάνεις, αυτό που "επιβιώνει" είναι τόσο διαλυμένο που είναι σα να μην επιβίωσε.

antigonos είπε...

kai pes mou eilikrina, DE VARETHIKES? isos na sou aresei i country vevaia...

αλκιμήδη είπε...

όχι όχι δε βαρέθηκα
δε ξετρελάθηκα
αλλά δε βαρέθηκα


Υ.Γ. ο ανώνυμος ήταν η αλκιμήδη, δε ξέρω γιατί ο μπλόγκερ δεν έβγαλε το nick μου