Σελίδες

25/8/07

Η τσάντα της Fiona Shaw: Ευτυχισμένες Μέρες

του Σάμιουελ Μπέκετ

Ο Beckett αγαπούσε να μιλάει παραβολικά στα έργα του. Έβαζε τους ήρωές του σε αλλόκοτες καταστάσεις χωρίς να ψάχνει την αιτία για την οποία βρέθηκαν εκεί, αφέθηκε να εξερευνήσει μόνο το ανέλπιδο παρόν τους. Το ίδιο κάνει και στο Happy Days, που έχει θεωρηθεί (περιέργως) ως το πιο χαρούμενο θεατρικό του. Η, χωμένη μέχρι τη μέση σε ένα λόφο, Winnie υπάρχει όσο μιλάει, η ακατάσχετη φλυαρία είναι γι’ αυτή raison d’être. Η ακατάληπτη προσωπικότητά της, όμως, δε συνοψίζεται σε αυτό. Η αποξένωση, η συζυγική αδιαφορία, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, η αδράνεια και η αποθέωση της ρουτίνας αποτελούν μέρος της κυριολεκτικά λιμνάζουσας ζωής της. Παρ’ όλ’ αυτά η παράλογα αισιόδοξη Winnie (αργότερα στο έργο Win) αντιμετωπίζει την πραγματικότητά της με επιφωνήματα του τύπου “This is going to be a happy day” βρίσκοντας αποκούμπι στις θολές αναμνήσεις της και τον μόνο στιγμιαία ορατό σύζυγό της.

Από την κλειστή σκηνή του Lyttleton η Deborah Warner προσαρμόζει τον Beckett και την πρωταγωνίστριά της Fiona Shaw για την πιο γνωστή ανοιχτή σκηνή του κόσμου. Η παράσταση που κλείνει τα Επιδαύρια για το καλοκαίρι του ’07 επισφραγίζει αρκετά χρόνια συνεργασίας των δυο γυναικών και εγείρει ενστάσεις σχετικά με το πόσο σκόπιμο είναι να παρουσιάζεται "αντιτραγικός λόγος" στην ορχήστρα της Επιδαύρου.

Το θέαμα, πάντως, ήταν ιδιαίτερα αναζωογονητικό. Προσωπικές συμπάθειες στην αγγλική γλώσσα, το National Theatre και κάθε βήμα που αψηφά τις παραδόσεις έκαναν κι εμένα έναν από τους θεατές που καταχειροκρότησαν όρθιοι τη Fiona και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης. Τα λόγια του Beckett στο πρωτότυπο ακούστηκαν οικεία στην αχανή ορχήστρα ενός θεάτρου που ούτως ή άλλως είναι βασική τουριστική ατραξιόν της χώρας και συγκεντρώνει κάθε χρόνο ως άλλη Μέκκα χιλιάδες πιστούς της θεατρικής τέχνης.

Μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές έκριναν την παράσταση πιο αυστηρά. Παλιότερες Ελληνίδες ηθοποιοί που ενσάρκωσαν τη Winnie, όπως η Μανωλίδου και η Τσίγκου, θεωρήθηκαν κατά πολύ ανώτερες της ‘μέτριας’ (κατά τον Κο. Γεωργουσόπουλο, που η παράσταση άφησε αδιάφορο) Shaw. Τα περιθώρια σύγκρισης είναι γι' αυτούς σαφώς μεγαλύτερα.

Σίγουρα, ο τρόπος προσέγγισης του κειμένου ήταν αρκετά διαφορετικός από τα συνηθισμένα. Οι δυο γυναίκες αντιμετώπισαν τη Winnie ως θύμα του καταναλωτισμού και εκπρόσωπο της επίπλαστης ευφορίας που ντύνονται οι σύγχρονοι επιτυχημένοι του σήμερα, δίνοντας έμφαση στο χιούμορ του έργου και τονίζοντάς το υπέρ του δέοντος, συχνά με χειρονομίες και μούτες που τραβούσαν την προσοχή μακριά από τον ίδιο το λόγο. Και, ενώ η εξάρτηση από τα υλικά αγαθά αποτυπώθηκε επιτυχώς –ειδικά με prop τη designer τσάντα της Fiona Shaw να φιγουράρει σε ευμεγέθεις αφίσες στην αυγουστιάτικη Αθήνα--, η ανάγκη της Winnie να πιαστεί από τις λέξεις για να επιζήσει θάφτηκαν προς χάριν της μπριόζικης ερμηνείας της πρωταγωνίστριας –όχι ότι το γεγονός φάνηκε να ενοχλεί ιδιαίτερα, αφού τουλάχιστον κατάφερε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα δυνητικά δύσκολο κείμενο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράσταση 25/8 ακυρώθηκε εξαιτίας των πυρκαγιών.

Σκηνοθεσία: Deborah Warner
Σκηνικά: Τom Pye
Φωτισμοί: Jean Kalman
Ήχος: Mel Mercier
Ηχητικός Σχεδιασμός: Christoper Shutt
Κοστούμια: Luca Costigliolo
Ερμηνεύουν: Fiona Shaw, Tim Potter

National Theatre (Εθνικό Θέατρο Μεγάλης Βρετανίας)


Ελληνικό Φεστιβάλ
,
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

24/8/07

Μήδεια

του Μποστ

Ο Χρύσανθος (Μέντης) Μποστατζόγλου ή Μποστ έγραψε τη δική του ιστορία στη νεοελληνική σάτιρα. Ως άλλος Αριστοφάνης –αν και με τρόπο κατά τι πιο εκλεπτυσμένο— άλλοτε με σκίτσα, άλλοτε με λόγια, βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο μην αφήνοντας τίποτα ασχολίαστο και προσφέρει στο κοινό του αυτό που ο Ματθαίος Μουντές ονόμασε "Μπόστειο γέλωτα".

Από τη Φαύστα μέχρι τη Μήδεια (που πρωτοανέβηκε τη με εξαιρετική επιτυχία από το Θέατρο Στοά με την αξεπέραστη πρώτη διδάξασα Λήδα Πρωτοψάλτη το 1994), οι καυστικές κωμωδίες του που έβγαζαν γέλιο κυρίως από την πρωτότυπη χρήση της γλώσσας (όπως εσκεμμένα λανθασμένη γραμματική και συντακτικό, καθαρευουσιάνικες εκφράσεις ανακατεμένες με άλλες εντελώς λαϊκές) και τις σουρεαλιστικές καταστάσεις κι έτσι το ευφάνταστο θέατρο του Μποστ διασκέδαζε αφειδώς και άκοπα το κοινό, εξ’ ου και το πρόσφατο (πρόχειρο) ανέβασμα.

Η φαιδρή ιστορία αφορά τη Μήδεια που συναντάει την μοναχή Πόλυ(ξένη) (που ερωτεύτηκε έναν Κρητικό που ήταν κριτικός θεάτρου, ύστερα έναν παπά που είχε αμνησία και τελικά έβαλε το ράσο), την προσκαλεί να μείνει μαζί της στο παλάτι και τελικά ανακαλύπτει ότι ο Ιάσονας την απατάει με αυτήν, τα δυο παιδιά της τη χαίρονται εξίσου, όπως χαίρονται και την παρέα με έναν παιδεραστή καλόγερο και ούτω καθεξής. Εν ολίγοις, η Μήδεια σφάζει κι εδώ τα παιδιά της, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους και λίγο πριν περιγράφοντας γλαφυρά το παλάτι, λέει: "Ενταύθα κόπτεται κιμάς, παρόντος του πελάτη".

Η ιστορία τοποθετείται όχι στην αρχαία Ιωλκό, αλλά στο Βόλο (πράγματι υπήρξε πολύκροτο κρούσμα παιδεραστίας στο Βόλο το 1989, στο οποίο κάνει νύξη) και βρίθει αναφορών στη σύγχρονη ζωή, πολιτική και κοινωνική. Εδώ όμως, το κείμενο χαίρει ειδικής μεταχείρισης, αφού έχουν προστεθεί νέοι στίχοι ειδικά για τη σκηνοθεσία του Φασουλή για να σχολιάσουν ακόμη πιο σύγχρονες καταστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι ενώ το κείμενο του Μποστ είναι δυνατό από μόνο του, οι άσκοπες τσιρίδες της πρωταγωνίστριας (Κωνσταντινίδου) αποπροσανατόλιζαν και τον πιο υπομονετικό θεατή και εκφράσεις-σφήνες, όπως «μη χέσω, έλα μου» αποδυνάμωσαν το εύστροφον του πράγματος και το πήγαν έντονα προς τη μεριά της επιθεώρησης. Παραδόξως, η Ζέτα Μακρυπούλια έχει προοδεύσει πολύ από το χειμώνα (ακόμη και σε θέματα φωνής) και ήταν από τις ευχάριστες παρουσίες, μαζί με το Χατζηπαναγιώτη. Ο χορός ήταν κεφάτος, οι υπόλοιποι όμως αρκετά άνοστοι. Η σκηνοθεσία και η μουσική επίσης ήταν κάπως αδύναμα, και αν δεν είχαμε και τον επιβλητικό βράχο όπισθεν του σκηνικού να χαζεύουμε, η ώρα θα περνούσε ακόμη δυσκολότερα.

Η παράσταση, ύστερα από το Βύρωνα θα κάνει πέντε στάσεις ακόμη σε Νέα Μάκρη, Ραφήνα και σε πόλεις της Θεσσαλίας. Και θα αφήσει τους περισσότερους σχεδόν ευχαριστημένους, χωρίς όμως να τους μάθει κάτι απ' το θέατρο του Μποστ, παρά θα τους αφήσει μια γερή γεύση τηλεόρασης και επικαιρότητας. (Υπήρχε κι εδώ λίγο από Βας-Βας, Φιλί-Φιλί...)

Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Κώστας Βελινόπουλος
Μουσική: Αλέξιος Πρίφτης
Χορογραφίες: Δημήτρης Παπάζογλου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Eρμηνεύουν: Ελισάβετ Κωνσταντινίδου , Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Ζέτα Μακρυπούλια, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Παναγιώτης Πετράκης, Θανάσης Αλευράς, Νίκος Ιωαννίδης, Μαρία - Δάφνη Καμμένου, Δημήτρης Τσέλιος
Χορός: Aννα Αθανασιάδη, Σοφία Καράγιαννη, Νατάσσα Καρακατσάνη, Ελίτα Κουνάδη, Αρετή Ντάλιου, Έλενα Σιδερά

Φεστιβάλ Δήμου Βύρωνα,
Θέατρο Βράχων "Μελίνα Μερκούρη"

18/8/07

Ορέστεια

του Αισχύλου

Ο Αισχύλος, ο αρχαιότερος των μεγάλων τραγικών και ιδιαίτερα καθοριστικός όσον αφορά την οριστικοποίηση της μορφής και τον εμπλουτισμό της τραγωδίας με νέα στοιχεία (προσθήκη δευτεραγωνιστή, μείωση χορικών κτλ), παρόλο που δε χαίρει ευρείας σκηνικής παρουσίας στις μέρες μας –κυρίως λόγω του μικρού αριθμού των σωζόμενων έργων του— έχει αναμφισβήτητες αρετές και έργο ανοιχτό σε σύγχρονες αναγνώσεις. Να, γιατί η (γνωστότερη ως ηθοποιός) Karin Neuhäuser επέλεξε τη μοναδική σωζόμενη τριλογία, με κοινό θεματικό άξονα --κάτι που ο ίδιος ο Αισχύλος καθιέρωσε-- για να την αναβιώσει με ματιά στραμμένη στο πρόσφατο παρελθόν και παρόν.

Οι τραγωδίες Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες δεν έχουν ισάξια σχέση, αν αναλογιστούμε το θέμα και τους ρόλους που περιλαμβάνουν. Η πρώτη είναι στην ουσία η πιο ενδιαφέρουσα υποκριτικά, παρουσιάζοντας την άφιξη του Αγαμέμνονα από την Τροία, το συζυγικό δόλο και εντέλει το φόνο του από την Κλυταιμνήστρα. Έρχεται ύστερα ο επαναπατρισμός του Ορέστη και του Πυλάδη, μια χλιαρή σκηνή αναγνώρισης με την παραπεταμένη αδερφή Ηλέκτρα και τελικά η στυγερή μητροκτονία ύστερα από κουβεντολόι και διαπραγματεύσεις, την οποία διαδέχονται οι Ερινύες. Στη τρίτη τραγωδία η Πυθία, η δίκη του Ορέστη ενώπιον του Αρείου Πάγου, διαπληκτισμοί της Παλλάδας και του Απόλλωνα και η καταληκτική αθώωση του βουτηγμένου στις τύψεις μητροκτόνου κλείνουν τον κύκλο αίματος των Ατρειδών.

Ένα συμβατικό, κατά τα αρχαία πρότυπα, ανέβασμα θα μας άφηνε ίσως με μια υποψία κούρασης από τον πομπώδη λόγο και τους δύσκαμπτους μονολόγους. Η σπιρτάδα που προσέθεσε η Neuhäuser έκανε ακριβώς το αντίθετο: αντί ο σωματικά καταπονημένος θεατής (που βρίσκονταν αισίως καθισμένος στα άβολα εδώλια του θεάτρου κατά την πρώτη πρωινή ώρα) να θελήσει να οριζοντιωθεί πάση θυσία, ενεπλάκη ευχάριστα σε ένα πανηγύρι δημοκρατίας, μπαίνοντας στη θέση των δικαστών και πέρασε άκοπα και την τελευταία ώρα του θεάματος ("Βία δίχως Όρια", κατά τον περιπαικτικό σχολιασμό της τηλεπαρουσιάστριας-Πυθίας) με την καλύτερη δυνατή διάθεση.

Η σκηνοθετική προσέγγιση έκανε χρονικά άλματα προς τα μπρος σε κάθε μια τραγωδία της τριλογίας. Στον Αγαμέμνονα ως ένα από τα βασικά δεινά του πολέμου εντοπίζεται η δημιουργία πολεμοχαρούς (βλ. Χιτλερικής, σε μια εύστοχη αναφορά) νεολαίας, η οποία αποτελούσε και το χορό της τραγωδίας. Η αμφίσημη Κλυταιμνήστρα ντύθηκε στα πάλλευκα, τραγούδησε στιγμιαία Doo-doο-bee-doo (ως άλλη Marilyn στο I wanna be loved by you), περπάτησε ξυπόλυτη σε τάφρο γεμάτη αίμα --που χρησίμευσε και ως πορφυρό χαλί για το θρίαμβο του Αγαμέμνονα-- και γενικά φάνηκε να λειτουργεί αρκετά ως το πνεύμα της αθώας αδικοχαμένης Ιφιγένειας που ήθελε να πάρει εκδίκηση μέσω του φονικού χεριού της μητέρας της.

Σειρά πήρε λίγο slapstick και κωμικά ευρήματα, όπως προσφορά χοών-καραόκε με το δίδυμο Ορέστη-Πυλάδη να καταφτάνει τύφλα στο μεθύσι στον τάφο του πατέρα, την Ηλέκτρα και τις υπόλοιπες παραδουλεύτρες να προσπαθούν να τον ενθαρρύνουν καθαρίζοντας συγχρόνως τον περιβάλλοντα χώρο μέχρι να έρθει ο κορυφαίος διάλογος μητέρας-γιου πριν τη μητροκτονία συνοδεία τσιγάρου για να κρατηθεί η ψυχραιμία. Στο δεύτερο μέρος η σκηνή μετατράπηκε σε τηλεοπτικό πλατώ με καλεσμένους τις Ερινύες από τη μια και τον Ορέστη και τους θεούς από την άλλη, οι θεατές σε κοινό-δικαστές Αρείου Πάγου και η εγκυρότητα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας αμφισβητήθηκε γλαφυρά. Σκηνικό και κοστούμια που άγγιζαν το κιτς της τηλεοπτικής πραγματικότητας τόνισαν ακόμη περισσότερο το σατιρικό τόνο, με την Πυθία να φοράει το πιο σικάτο ταγέρ που φόρεσε ποτέ παρουσιάστρια.

Το ογκώδες εγχείρημα έτυχε σωστής και κατανοητής σε γενικές γραμμές μετάφρασης στους υπέρτιτλους και ο θίασος της Schauspiel είχε το χάρισμα το οργανικά δεμένου παιξίματος, με ηθοποιούς όπως η Friederike Kammer (Κλυταιμνήστρα) και η Abak Safaei-Rad (ως αμείλικτη, εξωτική Κασσάνδρα) να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα. Η δηκτική/παιχνιδιάρικη διάθεση προς το κείμενο και τους ρόλους, είναι για μένα προσόν, κατ' άλλους πάλι ύψιστη προδοσία προς το πνεύμα του Αισχύλου. Το προχωρημένο σκηνικό --ειδικά η εμπνευσμένη τάφρος-- και η εξάπλωση της σκηνικής δράσης στα δυο πλαινά μέρη του θεάτρου προσέθεσαν στην κινητικότητα και την εικαστική θαλπωρή της παράστασης. Σε κάθε περίπτωση, το ανέβασμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως ακραίο, άρα επιδέχεται ακραίες αντιδράσεις. (πράγματι, λατρεία και μίσος παρατηρήθηκαν εξίσου). Σίγουρα πάντως εντυπωσιάζει τους ώριμους (δλδ. ανοιχτόμυαλους) θεατές.

Απόδοση στα γερμανικά: Dietrich Ebener
Σκηνοθεσία: Karin Neuhäuser
Συ-σκηνοθεσία: Florian von Hoermann
Σκηνικά - Κοστούμια: Franz Lehr
Μουσική: Paul Lemp
Φωτισμοί: Frank Kraus
Ερμηνεύουν: Abak Safaei-Rad, Friederike Kammer, Christian Kuchenbuch, Roland Bayer, Sandra Bayrhammer, Rainer Frank, Cornelia Niemann, Matthias Redlhammer, Falk Rockstroh, Falilou Seck και η Παιδική Χορωδία του Θεάτρου Φρανκφούρτης

Θεατρικός Οργανισμός Schauspiel Φραγκφούρτης

Ελληνικό Φεστιβάλ
,
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

14/8/07

Ηλέκτρα

του Σοφοκλή

Η φετινή Ηλέκτρα του Εθνικού, ανεξαρτήτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος είναι αναμφίβολα το γεγονός του καλοκαιριού. Είτε λόγω star σκηνοθέτη, είτε λόγω all star cast τριών γενεών, είτε λόγω βαπτίσματος του πυρός νεόκοπων (αμφιβόλου -και μη- ταλάντου) πρωταγωνιστών, το κοίλο της Επιδαύρου γέμισε ασφυκτικά και τις δύο μέρες των παραστάσεων. Στοίχημα ανοιχτό σε πολλά μέτωπα.

Στην ολότητα του μπορεί να μην κερδήθηκε. Εκτός ενός σημείου που συνέκλιναν άπαντες: ακόμα κι όσοι εντόπισαν κάποιες αδυναμίες, υποδεχτήκαν μια νέα πρωταγωνίστρια, που παραδόθηκε μέχρι κυττάρου στον ρόλο ογκόλιθο της Ηλέκτρας και τον απογείωσε. Η Στεφανία Γουλιώτη στα 27 της πνίγηκε σε μια θάλασσα από χειροκροτήματα για αυτό που θα ‘πρεπε να είναι αυτονόητο: ένας νέος άνθρωπος να αδράξει ένα συνομήλικο του ρόλο και να αναμετρηθεί μαζί του μέχρι τελικής πτώσης. (Ευτυχής συγκυρία ότι φέτος άλλη μια εξαιρετική νέα ηθοποιός καταπιάνεται με ρόλο τέτοιου διαμετρήματος - η 25χρονη Λουκία Μιχαλοπούλου ως Λαίδη Μακμπεθ).

Τι ακριβώς είδαμε όμως στην Επίδαυρο όλη αυτή η λαοθάλασσα που μαζευτήκαμε την Παρασκευή και το Σάββατο; Τίποτα φρέσκο ή καινοτόμο από πλευράς σκηνοθεσίας. Ο ώριμος Peter Stein έκανε μια συμβατική (απόλυτα έγκυρη λόγω της αναμφισβήτης πείρας του) ανάγνωση της ψυχοτραγωδίας του Σοφοκλή: Ηλέκτρα - αγρίμι, Κλυταιμνήστρα - φιλήδονη, ερωτικά ενεργή κοκέτα, Χρυσόθεμη - συντηρητική και συμβιβασμένη χαμηλών τόνων υποτελής των δυνατών, Ορέστης - έρμαιο περισσότερο της εφηβικής ορμής του και λιγότερο ιερού καθήκοντος, Αίγισθος - μπλαζέ μικροπολιτικός ποντικός στη σκιά του προκατόχου του. Όλοι τους έτσι ακριβώς όπως τους έχουμε ξανασυναντήσει και στο παρελθόν.

Αν είχε κάτι ενδιαφέρον η προσέγγιση του Stein είναι ότι προσέδωσε σε όλους τους ήρωες τη στάμπα του αντι-ήρωα. Από τη λασπωμένη Ηλέκτρα που ακόμα και τα επιχειρήματα της αποδυναμώνονταν από την υστερία της, μέχρι τον αντίποδα, την Κλυταιμνήστρα, που παρά την ψυχραιμία της η επιχειρηματολογία της ήταν αδύναμη (αν και δικαιολογημένη απ’ την ίδια), περιφέρονταν στη γεμάτη άχυρα ορχήστρα, που αγκάλιαζε το αδιαπέραστο μίνιμαλ μεταλλικό ανάκτορο (Διονύσης Φωτόπουλος) ανίκανοι να διαχειριστούν τη μοίρα τους. Με το Σοφόκλειο λόγο εκσυγχρονισμένο από τον Πέτρο Μάρκαρη (πάνω στη μετάφραση του Μίνου Βολανάκη) ως όχημα, ο Stein δεν πρόδωσε το κείμενο ούτε στιγμή με περιττές φιοριτούρες (παρά μόνο εκεί που ένιωθε πως μας έχανε). Με βασικό όργανο του την καλοκουρδισμένη πρωταγωνίστρια, χειρίστηκε τη θεατρική συγκίνηση έξυπνα κι αποτελεσματικά. Η Γουλιώτη αφέθηκε εντελώς στα χέρια του και η αφοσίωση της απέδωσε, παίρνοντας το κοινό μαζί της από τα πρώτα λεπτά. Απέναντι της στάθηκε μια λίγο περισσότερο «τσιμπημένη» απ’ το ζητούμενο αισθησιακή Κλυταιμνήστρα, με μια εντυπωσιακή Καρυοφυλλιά Καραμπέτη να περιφέρει άχαρα το στερεότυπο που της είχε επιβληθεί. Λιγότερη πόζα και περισσότερη αλήθεια στα διανοήματα (ακόμα κι αν είναι φαύλα) της ηρωίδας της θα έκανε καλύτερη εντύπωση. Η Κόρα Καρβούνη με παρθενική σύνεση αλλά και μια καταπιεσμένη (εκ των πραγμάτων) φλόγα, έφτιαξε μια συγκινητική Χρυσόθεμη που ξέφευγε από το συνηθισμένο μοτίβο. Ο Αποστόλης Τότσικας κρύφτηκε πίσω από τα στεγανά του ρόλου που (ευτυχώς) στη συγκεκριμένη τραγωδία είναι απ’ τους λιγότερο σημαντικούς. Δεν έχει περισσότερες απαιτήσεις από έναν εφηβικό «τραμπουκισμό» (αφού άλλωστε ο Ορέστης εδώ δεν είναι τίποτα άλλο από την τεστοστερόνη που λείπει απ’ την Ηλέκτρα για να πάρει μόνη της εκδίκηση). Φάνηκε ότι είχε δουλέψει τόσο την κίνηση, όσο και το λόγο του, όπως φάνηκε κι η αδυναμία του να σταθεί στο είδος. Έγκυρος όπως πάντα ο Γιάννης Φέρτης ως παιδαγωγός, ενώ ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, με μια δική του ξεχωριστή ρυθμολογία έδωσε στον Αίγισθο ένα ενδιαφέρον (αν και κάπως παρωχημένο) σχήμα.

Κι αν δε μας σύστησε απ’ την αρχή το Σοφοκλή ο Stein, μας έδωσε μια νόμιμη, ζουμερή, άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση. Ηλέκτρα με τα όλα της. Είχε πάθος, είχε συγκρούσεις, είχε αγωνία, συναρπαστικές αναμετρήσεις, εκδίκηση, δικαίωση και κάθαρση. Όλα όσα είναι ικανά για να μας κρατήσουν καρφωμένους στη θέση μας για δύο ώρες. Αυτά όμως είναι Σοφοκλής. Τον ξέρουμε. Θα είχε ενδιαφέρον να πηγαίναμε ένα βήμα πιο πέρα να δούμε και το Stein.

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Επεξέργασία – Επιμέλεια: Πέτρος Μάρκαρης
Σκηνοθεσία: Peter Stein
Σκηνικά / Κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος
Φωτισμοί: Japhy Weideman
Μουσική: Alessandro Nidi
Χορογραφία: Λία Τσολάκη
Παίζουν: Γιάνης Φέρτης, Αποστόλης Τότσικας, Μίλτος Σωτηριάδης, Στεφανία Γουλιώτη, Κόρα Καρβούνη, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος.

Ελληνικό Φεστιβάλ
,
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου