Ο Beckett αγαπούσε να μιλάει παραβολικά στα έργα του. Έβαζε τους ήρωές του σε αλλόκοτες καταστάσεις χωρίς να ψάχνει την αιτία για την οποία βρέθηκαν εκεί, αφέθηκε να εξερευνήσει μόνο το ανέλπιδο παρόν τους. Το ίδιο κάνει και στο Happy Days, που έχει θεωρηθεί (περιέργως) ως το πιο χαρούμενο θεατρικό του. Η, χωμένη μέχρι τη μέση σε ένα λόφο, Winnie υπάρχει όσο μιλάει, η ακατάσχετη φλυαρία είναι γι’ αυτή raison d’être. Η ακατάληπτη προσωπικότητά της, όμως, δε συνοψίζεται σε αυτό. Η αποξένωση, η συζυγική αδιαφορία, η προσκόλληση στα υλικά αγαθά, η αδράνεια και η αποθέωση της ρουτίνας αποτελούν μέρος της κυριολεκτικά λιμνάζουσας ζωής της. Παρ’ όλ’ αυτά η παράλογα αισιόδοξη Winnie (αργότερα στο έργο Win) αντιμετωπίζει την πραγματικότητά της με επιφωνήματα του τύπου “This is going to be a happy day” βρίσκοντας αποκούμπι στις θολές αναμνήσεις της και τον μόνο στιγμιαία ορατό σύζυγό της.Από την κλειστή σκηνή του Lyttleton η Deborah Warner προσαρμόζει τον Beckett και την πρωταγωνίστριά της Fiona Shaw για την πιο γνωστή ανοιχτή σκηνή του κόσμου. Η παράσταση που κλείνει τα Επιδαύρια για το καλοκαίρι του ’07 επισφραγίζει αρκετά χρόνια συνεργασίας των δυο γυναικών και εγείρει ενστάσεις σχετικά με το πόσο σκόπιμο είναι να παρουσιάζεται "αντιτραγικός λόγος" στην ορχήστρα της Επιδαύρου.
Το θέαμα, πάντως, ήταν ιδιαίτερα αναζωογονητικό. Προσωπικές συμπάθειες στην αγγλική γλώσσα, το National Theatre και κάθε βήμα που αψηφά τις παραδόσεις έκαναν κι εμένα έναν από τους θεατές που καταχειροκρότησαν όρθιοι τη Fiona και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης. Τα λόγια του Beckett στο πρωτότυπο ακούστηκαν οικεία στην αχανή ορχήστρα ενός θεάτρου που ούτως ή άλλως είναι βασική τουριστική ατραξιόν της χώρας και συγκεντρώνει κάθε χρόνο ως άλλη Μέκκα χιλιάδες πιστούς της θεατρικής τέχνης.
Μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές έκριναν την παράσταση πιο αυστηρά. Παλιότερες Ελληνίδες ηθοποιοί που ενσάρκωσαν τη Winnie, όπως η Μανωλίδου και η Τσίγκου, θεωρήθηκαν κατά πολύ ανώτερες της ‘μέτριας’ (κατά τον Κο. Γεωργουσόπουλο, που η παράσταση άφησε αδιάφορο) Shaw. Τα περιθώρια σύγκρισης είναι γι' αυτούς σαφώς μεγαλύτερα.
Σίγουρα, ο τρόπος προσέγγισης του κειμένου ήταν αρκετά διαφορετικός από τα συνηθισμένα. Οι δυο γυναίκες αντιμετώπισαν τη Winnie ως θύμα του καταναλωτισμού και εκπρόσωπο της επίπλαστης ευφορίας που ντύνονται οι σύγχρονοι επιτυχημένοι του σήμερα, δίνοντας έμφαση στο χιούμορ του έργου και τονίζοντάς το υπέρ του δέοντος, συχνά με χειρονομίες και μούτες που τραβούσαν την προσοχή μακριά από τον ίδιο το λόγο. Και, ενώ η εξάρτηση από τα υλικά αγαθά αποτυπώθηκε επιτυχώς –ειδικά με prop τη designer τσάντα της Fiona Shaw να φιγουράρει σε ευμεγέθεις αφίσες στην αυγουστιάτικη Αθήνα--, η ανάγκη της Winnie να πιαστεί από τις λέξεις για να επιζήσει θάφτηκαν προς χάριν της μπριόζικης ερμηνείας της πρωταγωνίστριας –όχι ότι το γεγονός φάνηκε να ενοχλεί ιδιαίτερα, αφού τουλάχιστον κατάφερε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον σε ένα δυνητικά δύσκολο κείμενο.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η παράσταση 25/8 ακυρώθηκε εξαιτίας των πυρκαγιών.
Σκηνοθεσία: Deborah Warner
Σκηνικά: Τom Pye
Ήχος: Mel Mercier
Ηχητικός Σχεδιασμός: Christoper Shutt
Κοστούμια: Luca Costigliolo
Ερμηνεύουν: Fiona Shaw, Tim Potter
National Theatre (Εθνικό Θέατρο Μεγάλης Βρετανίας)
Ελληνικό Φεστιβάλ,
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου


