Σελίδες

14/7/08

Ελένη

του Ευριπίδη


Μέχρι κάποια στιγμή η πιό light εκδοχή αττικής τραγωδίας που διδασκόταν στα σχολεία για μια πρώτη επαφή των μαθητών του γυμνασίου με την αρχαία ελληνική δραματική ποίηση ήταν σε μετάφραση η Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη. Έκτοτε τα χρόνια πέρασαν και τη θέση της Ιφιγένειας πήρε στο πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας η Ελένη. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η Ελένη του Ευριπίδη δεν είναι το πιό αντιπροσωπευτικό ούτε το πλέον κατάλληλο ανάγνωσμα για μαθητές που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με το έργο των τραγικών προκειμένου να ψυλλιάστουν τί στο καλό σημαίνει ως είδος η περίφημη αρχαία ελληνική τραγωδία. Γιατί καλά είναι να προστατεύουμε τα παιδιά μας γενικώς από το τραγικό "αίμα" και τη "βία", αλλά σε μια εποχή όπως η δική μας δεν ξέρω αν έχει νόημα η υποκρισία να επιλέγουμε να τα διδάξουμε εργάκια τα οποία θεωρούμε κατάτι λιγότερο αιμοσταγή, ακίνδυνα και γλυκανάλατα -και καλά-.

Η Ελένη δεν είναι όμως καθόλου ένα ακόμα δροσερό εργάκι για το καλοκαίρι. Αντίθετα στο έργο αυτό συναντά κανείς ένα ιδιαίτερο δείγμα δραματικής ποίησης με ασαφή τα όρια ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, με σαφείς επίσης προβληματισμούς σχετικά με το τί είναι δραματικά θεατρικό και τραγικά γελοίον και όλα αυτά δοσμένα μέσα σε ένα μυθικό πλαίσιο το οποίο αρχικά χρησιμοποιεί ως έναυσμα ο ποιητής και το οποίο πολύ γρήγορα προσπερνάει για να δώσει νέο νόημα και περιεχόμενο σε αυτό που λέμε στο σύγχρονο πιά θέατρο "δραματική πλοκή". Οι ήρωες του Ευριπίδη εδώ δεν είναι τα ανάλογα των επικών πρώτο - τύπων που αλληλεπιδρούν σε σκηνή -επίτηδες κατά πάσα βεβαιότητα ο ποιητής διαλέγει τους ήρωες που ηθικά ξέπεσαν πρώτοι, η ωραία Ελένη ενέδωσε στον βάρβαρο Πάρη επισύροντας την μήνιν του Μενέλαου, τον πόλεμο και την εκστρατεία στην Τροία των Αχαϊών-. Οι ήρωες του Ευριπίδη εδώ θυμίζουν περισσότερο καρικατούρες ηρώων σε ένα μεγάλο, όμορφο και τελευταίο για τις ζωές τους παραμύθι. Η Ελένη όμως δεν είναι μια ιλαροτραγωδία όπου ο Ευριπίδης δεν ξέρει να μας πει ακριβώς τί έκβαση είχαν των ανθρώπων εκείνων οι ζωές κι αν έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, αλλά ένα έργο που στοχεύει να αναδείξει προβληματισμούς σχετικά με αυτό που θα ονομάζαμε δράμα ανθρώπινο και με αυτή την έννοια δράμα οικείο και καθημερινό. Γιατί το αληθινό δράμα είναι μια κωμωδία τραγική. Όπως και η ίδια η ζωή με τις δυσκολίες και τα ευτράπελά της.

Πολλά χρόνια πριν ο Σεφέρης αναρωτηθεί στη δική του Ελένη, ο Ευριπίδης προβληματίζεται ήδη εδώ αν άξιζε όλη αυτή η μεγάλη περιπέτεια - εκστρατεία των Ελλήνων "για ένα πουκάμισο αδειανό" που εκείνοι κάποτε το πόθησαν υπερβολικά και το ταύτισαν με ένα πρόσωπο που είχε το όνομα "Ελένη". Τοποθετεί την "αληθινή" Ωραία Ελένη του Μενέλαου λοιπόν να βρίσκεται ως εκ θαύματος της καλής της τύχης στην Αίγυπτο και μια "ψεύτικη" Ωραία Ελένη να είναι εκείνη που ως είδωλο της πραγματικής ο Πάρης πήρε κοντά του στην μακρινή κι απόρθητη Τροία. Η "αληθινή" περιμένει εν προκειμένω στην Αίγυπτο τον Μενέλαο να τη φυγαδεύσει και πάλι πίσω στη Σπάρτη. Δεν έχει νόημα να παραθέσω περισσότερα στοιχεία από την υπόθεση αφού μάλιστα διδάσκεται και στα γυμνάσια της χώρας.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι έχουμε διαμορφωμένο εδώ το πλαίσιο για μια εκ νέου δι-εκδίκηση για την Ωραία Ελένη, όχι στην κακοτράχαλη Τροία πιά, αλλά στην ερωτική Αίγυπτο των ρομαντικών ειδυλλίων. Η ιστορία του Μενέλαου και της Ελένης έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μόνο η αιτία για έναν πόλεμο αλλά και η αφορμή για ένα αρχαίοελληνικό ρομάντζο. Κι ενώ έχουμε εδώ ένα ακόμα - όχι τόσο καθαρόαιμο ομολογουμένως- αντιπολεμικό δράμα απολογισμού του Τρωϊκού πολέμου, ο Ευριπίδης βρίσκει τρόπο να εξετάσει τα χαρακτηριστικά που έχει το λεγόμενο ελληνικόν ήθος και η συμπεριφορά ακόμα και ύπο παραλλαγμένες κάπως συνθήκες. Και μέσα σε όλο αυτό δε διστάζει να γίνει σαρκαστικά κωμικός προκειμένου να αναδείξει ποιά είναι η ευχή και η κατάρα, η ομορφιά και η ασχήμια μιας ολόκληρης φυλής όπως του Έλληνος η εξυπνάδα, η κουτοπονηριά και ο δόλος. Αυτά που άλωσαν την Τροία είναι αυτά που σώνουν κι εδώ άλλη μια την αληθινή τώρα Ελένη.

Είναι αντιληπτό νομίζω από τα παραπάνω πόσο δύσκολο είναι και να παρασταθεί και να διδαχτεί το συγκεκριμένο έργο του Ευριπίδη. Και αυτό ακριβώς ήταν και το πρόβλημα στην παράσταση που σκηνοθέτησε για λογαριασμό της Ελληνικής Θεαμάτων ο Θοδωρής Αθερίδης. Από τα φτωχά σκηνικά και τα κοστούμια του χορού ΕΜΟ μέχρι την τηλεοπτική υποκριτική των πρωταγωνιστών και την γενικότερη αισθητική προσέγγιση του σκηνοθέτη, η παράσταση μαρτυρούσε από μακριά επιπολαιότητα, ευκολία και τη "έλα, μωρέ... δε βαριέσαι" διάθεση για μια ακόμα εύπεπτη και δροσερή παράσταση καλοκαιριού. Σαν γρανίτα και σαν μάθημα - ξεπέτα για μαθητές γυμνασίου που έμειναν μετεξετασταίοι στο "Παρά Πέντε". Που βέβαια αποτελούν και το πιο απαιτητικό κοινό στα ποσοστά της τηλεθέασης... Ακόμα και ο πολύ καλός Θανάσης Αλευράς στον άχαρο ρόλο που του ανέθεσαν -τα καλύτερα μας επεφύλαξαν οι κάτοχοι των βραβείων Χόρν και Μερκούρη αντίστοιχα φέτος-, το χορικό της ξανθούλας του Διονύσιου Σολωμού και οι μουσικές του Γιώργη Χριστοδούλου δεν στάθηκαν ικανά να κερδίσουν ούτε καν τις αρχικές εντυπώσεις. Δεν υπάρχει λόγος να εστιάσει κανείς σε περισσότερες λεπτομέρειες. Η φωτογραφία τoυ αλά 300 Θεοκλύμενου του Γιάννη Βούρου τα λέει όλα.

Και επειδή είδα και το "δε βαριέσαι... βαριετέ" Βάτρα-Χ του Λιγνάδη από τη μία στην Επίδαυρο και επειδή την προσεχή εβδομάδα καραδοκεί από την άλλη η παράσταση - ληγμένη κονσέρβα των Ορνίθων από το Θεάτρο Τέχνης σε σκηνοθεσία διαφόρων παρατρεχάμενων και καθόλου Κουν στο Ηρώδειο επιτρέψτε μου μια μικρή επισήμανση: αν θέλουμε να καταπιαστούμε με μια παράσταση ας κρατάμε στα βασικά προσχήματα ένα minimum αισθητικού κριτηρίου και ένα στόχο για διάλογο ειλικρινή με έργα λαϊκά μεν ποιητικά δε τα οποία έτσι κι αλλιώς τα διέσωσε ο χρόνος, είναι κτήματα του παγκόσμιου πλέον πολιτισμού και όχι τσιφλίκια για να επιβεβαιώνουμε την επιπολαιότητα, την αφέλεια, τη ματαιοδοξία, τη θεσούλα, τα συμφέροντα και τον λαϊκισμό μας.

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αθερίδης
Μετάφραση- Μετεγγραφή:
Μαριαλένα Κωτσάκη
Σκηνικά- Κοστούμια: Μανόλης Παντελιδάκης
Μουσική:
Γιώργης Χριστοδούλου
Χορογραφία:
Μάρθα Κλουκίνα
Φωτισμοί:
Λευτέρης Παυλόπουλος
Στίχοι:
Μίνως Θεοχάρης
Μουσική διδασκαλία:
Αλέξιος Πρίφτης
Παίζουν: Θοδωρής Αθερίδης, Σμαράγδα Καρύδη, Γιάννης Βούρος, Γιώργος Καπουτζίδης, Ανδρέας Νάτσιος, Γιώργος Κορμανός, Θανάσης Αλευράς, Νατάσα Κοτσοβού, Μένια Αναγνωστοπούλου, Ειρήνη Βουκελάτου, Ελπινίκη Γαβριηλίδου, Χαρά Ζησιμάτου, Λήδα Μανουσάκη, Μαρία Μησσήν, Αρετή Ντάλιου, Άντια Ολυμπίου, Εφη Ρευματά, Πόπη Χριστοδούλου

Ελληνική Θεαμάτων
210 3640813

8/7/08

Rodokanakis Rediscovered: Το Βυσσινί Τριαντάφυλλο

του Πλάτωνα Ροδοκανάκη


Άραγε, κάποιος που ασχολείται με ένα ξεχασμένο εστέτ συγγραφέα, δεν είναι και ο ίδιος λίγο εστέτ; Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που μου γεννήθηκε από τις ποικίλες αναφορές στο Ροδοκανάκη στα δελτία τύπου και η πλάστιγγα έγερνε μάλιστα προς τη θετική απάντηση ήδη πριν τη θέαση του δρώμενου, δεδομένης και της μέχρι τώρα εμπειρίας μου με τις παραστάσεις της ομάδας Όχι Παίζουμε του σε μοναχικά μονοπάτια πορευόμενου Σαχίνη.

Ο όρος σκηνοθετίτιδα --κατά το κολίτιδα, πλευρίτιδα, ηπατίτιδα-- σίγουρα δεν παραπέμπει σε κάτι καλό. Κι όμως, από αυτό είχε διαγνώσει ότι έπασχε μια προηγούμενη παράσταση του Σαχίνη ένας φίλος, και μάλιστα παίρνοντάς της μόνο τα ακροαστικά. Αφήνοντας το δυσοίωνο πόρισμα, εγώ θα περιέγραφα το φαινόμενο λιγότερο γριφωδώς: ο Σαχίνης επιθυμεί να δίνει το στίγμα του στο έργο που επιλέγει με υπερβάλλων ζήλο, κάτι που συχνά ισούται με σπρωξιά σε τρικυμισμένη θάλασσα: το έργο χάνει τις ισορροπίες του και βυθίζεται στους αφρούς, όπως ακριβώς οι ήρωές του, ο Γιώργος και η Βερενίκη (Βέρα).

Αν η φαντασμαγορική αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου προηγείται ή έπεται της συγγραφής του Τριαντάφυλλου, δηλαδή αν τελικά η ζωή μιμήθηκε την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή, δεν κατάφερα να διαλευκάνω (καθότι μια πρόχειρη ματιά στις πηγές αποκαλύπτει διχογνωμία). Όπως και να 'χει το κείμενο είναι γεμάτο δύναμη και αθωότητα, περιγράφοντας ήθη και εντυπώσεις που εμείς ποτέ δεν αισθανθήκαμε, μάλλον, αφού η σεμνοτυφία της τότε εποχής πόρρω απέχει από τη σημερινή ελευθερία. Βέβαια, το ύφος είναι επιτηδευμένο, αλλά αυτή είναι ίσως όλη η χάρη του έργου, αφού τονίζει αντιστικτικά την απλότητα του καταδικασμένου ειδυλλίου. Μιλώντας έτσι για το κείμενο, συνειδητοποιούμε ότι πρέπει βέβαια να το διαβάσουμε ξεχωριστά από την παράσταση, αν δεν έχουμε την ευκαιρία να επικεντρωθούμε σε αυτό κατά τη διάρκειά της. Και όντως δεν έχουμε. Ο σκηνοθέτης όπως συνηθίζει (όπως προείπαμε ) αποσπάει το θεατή από την ουσία του κειμένου του, απαγκιστρώνει και αυτόν όπως και τους performers του από τις λέξεις, τις φράσεις, τα σημεία στίξης. Η διδασκαλία του προς τους ηθοποιούς τείνει να τους ωθεί σε μια σωματική ερμηνεία των νοημάτων: η αποσπασματικότητα και απο-ενοποίηση της ροής του λόγου, η συχνα ενοχλητική εκφορά του και τα ακατάπαυστα αγκομαχητά του πόθου και του πάθους του ζευγαριού διογκώνουν τον αισθησιασμό ακυρώνοντας σχεδόν όλα τα υπόλοιπα, ακόμη και την ίδια την αφήγηση.

Αισθητικά, η παράσταση είναι εξαιρετικά προσεγμένη και ευχάριστη. Η επιλογή του πρώτου χώρου --η αυλή του Βυζαντινού Μουσείου-- είναι ίσως η καλύτερη δυνατή. Την ατμόσφαιρα γιορτής με τα σημαιάκια κρεμασμένα πάνω από τις καρέκλες με το πρόσωπο του Ροδοκανάκη τυπωμένο στα μαξιλάρια (sic) επιτείνουν οι ήχοι των τζιτζικιών και το θρόισμα των φύλλων. Οι μουσικές επιλογές είναι νοσταλγικές και βαθιά ερωτικές και δε δυσκολεύονται να μας μεταφέρουν στην εποχή των πικ-απ. Τα αποκόμματα του εισιτηρίου έχουν από πίσω διαφορετικές αναφορές το καθένα στο ρόδο και την ιστορία ( ή σχετικά αποσπάσματα από το κείμενο, όπως: " Είχε μπερδευτεί πάνω σε κάποιο τριαντάφυλλο, έτοιμο να ξεφυλλιστή από ερωτική συγκίνηση"). Το ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαφορετικής διάλςξης πριν από κάθε παράσταση (εμείς ακούσαμε τον μεστό γνώσεων Νίκο Σαραφιανό) που χωρίζει το προφίλ του Πλάτωνα Ροδοκανάκη σε ενότητες όπως Ο βυζαντινός Ροδοκανάκης, ο νεωτεριστής Ροδοκανάκης, ο δημιουργός Ροδοκανάκης και ούτω καθεξής ερευνά σε βάθος και μας συστήνει έναν ξεχασμένο πια, αλλά σημαντικό για τις εξελίξεις της λογοτεχνίας, τον καιρό, του συγγραφέα, και τέτοιου είδους γνώσεις είναι πάντα πολύτιμες.

Τελικά, όλες οι προσπάθειες της ομάδας Όχι Παίζουμε να δουν το θέατρο και την πρακτική του κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, να τη συνδυάσουν με την ελληνική λόγια παράδοση και να τη βάλουν να φάει ανερυθρίαστα ενώπιον του κοινού ακόμη και γλυκό κουταλιού τριαντάφυλλο, δείχνουν προς ένα δρόμο ανανέωσης που δε μπορούμε παρά να εκτιμήσουμε, παρά τις όποιες διαφωνίες μας.

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σαχίνης
Χορογραφία: Ειρήνη Αλεξίου
Σκηνογραφία:
Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική:
Κώστας Δαλακούρας
Φωτισμοί:
Δήμος Αβδελιώδης
Δραματουργική έρευνα:
Άρης Ασπρούλης
Ερμηνεύουν: Ειρήνη Αλεξίου, Γιάννης Κλίνης


Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών
Βασ. Σοφίας 22 , 210 7211027

1/7/08

Η Λυσσασμένη Γάτα

του Tennessee Williams

Η λυσσασμένη γάτα (Maggie) δεν ήταν και τόσο λυσσασμένη, πιο κοντά στην παραίτηση θα την έκανα και το πρώτο μισό είχε βασανιστικά αργό ρυθμό. Ειδικά για κάποιον που γνώριζε εξαρχής το story και ενδεχομένως είχε δει την οσκαρούχα μεταφορά στη μεγάλη οθόνη με τους αξεπέραστους Liz Taylor και Paul Newman Cat on a Hot Tin Roof (1958). Χάνει στη σύγκριση, ακόμη και εμφανισιακά, η τωρινή ψηλή, ξανθιά, γυμνασμένη Maggie, αλλά αυτά είναι όντως τα σύγχρονα πρότυπα, οπότε δεν υπήρχαν περιθώρια διαφορετικής επιλογής δεδομένου του εκσυγχρονισμού του χρονικού πλαισίου του θεατρικού.

Σκηνοθεσία δουλεμένη, που όμως μπέρδευε άκαιρα και καίρια ευρήματα, και κα
λές ερμηνείες από Big Mamma και Big Daddy, όπως και από τη Mae ( Kirsten Dene, Josef Bierbichler, Bettina Hoppe με αυτή τη σειρά). Φαίνεται καμιά φορά ότι για τους νεότερους ηθοποιούς είναι πιο εύκολο να αποδίδουν σε μονοδιάστατους ρόλους τύπου Mae, που είναι εξαίσια κουτσομπόλα που κρυφακούει από κλειδαρότρυπες και γεννοβολάει προσπαθώντας παράλληλα να βάλει στο χέρι την περιουσία του πεθερού μαζί με τον άντρα της. Οι πρωταγωνιστές που οι ρόλοι τους είναι πολυδιάστατοι και ακροβατούν ανάμεσα σε συναισθήματα και ποιότητες, δεν είχαν τη γλαφυρότητα και τις εντάσεις που περίμενα.

Το κείμενο φυσικά εξαίσιο, αλλά ακουγόταν περίεργο στα Γερμανικά, ειδικά τις στιγμές που τα Big Mamma και Big Daddy έδιναν και έπαιρναν. Σκηνογραφικά η παράσταση ήταν άψογη, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ικανά να φέρουν τους πιο αλλοπρόσαλλους, που στέκουν παρόλ' αυτά, συνειρμούς, όπως το πουλί που στόλιζε το πάνω μέρος της τζαμαρίας/τζαμένιου κλουβιού της οικογένειας. Εκτός από την ιδέα του κλουβιού, όντας μαύρο κατράμι έφερνε λίγο σε γύπα που περιμένει πάνω από τους ετοιμοθάνατους στην έρημο μέχρι να γίνουν επίσημα κουφάρια, άρα και η τροφή του. Οι φωτισμοί και τα εφφέ ήταν εξίσου μαγευτικά, παρομοιάζοντας τον άνθρωπο με σκουλήκι, θυμίζοντας πόσο οι καθημερινές διενέξεις μπορούν να κάνουν ένα σπίτι να μοιάζει με πεδίο μάχης και άλλα τέτοια, κάποιες στιγμές όμως έμοιαζε οι προβολές να είναι απλώς διακοσμητικές. Αχρείαστο και το gang-tribute στους τουρτο-πόλεμους με την τούρτα που κάποιος τυχερός τρώει στη μούρη και παντού (μιλάμε για τριώροφη τούρτα, μάλιστα), αλλά χαριτωμένη η λύση του αληθινού λειτουργικού ντους, όπου η Maggie καθαρίζεται κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Το καλύτερο των φετινών παραστάσεων είναι όμως το κοινό: έχει αρχίζει επιτέλους να υιοθετεί τους καλούς τρόπους από τας Ευρώπας. Σχεδόν ανεξαιρέτως παράστασης, χειροκροτάει με ρυθμό και πάθος, ζητάει συνέχεια κι άλλες και άλλες αυλαίες και επικροτεί με επιφωνήματα και σούσουρο τον κόπο των ηθοποιών. Τέλειο, τέλειο, τέλειο (εκτός αν το Ελληνικό Φεστιβάλ είδε κι απόειδε και έχει βάλει κλακαδόρους για εμψύχωση).


Προσαρμογή στα γερμανικά: Jörn van Dyck
Σκηνοθεσία: Thomas Ostermeier
Σκηνικά: Jan Pappelbaum
Κοστούμια: Ulrike Gutbrod
Μουσική: Maurice de Martin
Δραματουργία: Ralph Hammerthaler
Φωτισμοί: Erich Schneider
Παίζουν: Jule Böwe, Mark Waschke, Bettina Hoppe, Kirsten Dene,Josef Bierbichler, Christoph Gareisen, David Ruland, Lotz Caspar, Hannah Kloes, Pia Lüder, Helena Siegmund-Schultze, Carlo Vollert

Schaubühne am lehniner platz

Ελληνικό Φεστιβάλ

Πειραιώς 260, Χώρος Δ, 210 3272000