Σελίδες

18/5/09

Puerto Grande

του Μάνου Λαμπράκη

Mε ροζ φλόγα άναψαν τα χάρτινα λουλούδια, που έκαψε μέχρι τέλους τα λευκά τους πέταλα. Οι δήμιοι μου πρόσφεραν ένα τέτοιο κατάμαυρο άνθος κι εγώ το πήρα μαζί μου ανεβαίνοντας, αλλά τα πέταλά του σκόρπιζαν και γίνονταν στάχτη στους διαδρόμους που άλλοτε κορμιά έγιναν στάχτη. Όταν βγήκα στον πεζόδρομο της Κοραή, δεν είχαν μείνει πολλά από το λουλούδι του Puerto Grande, παρά ένα μισοκαμμένο κοτσάνι.

Κατεβαίνοντας τις απότομες, ανήλιαγες σκάλες μ' έπιασε ένα σφίξιμο, βοήθησε σ' αυτό και ο απειλητικά απάνθρωπος τόνος των κλειδοκρατόρων -- γυναίκες που είχαν κάτι το έντονα αντρικό, όσο να σε τρομάζουν. Βλέποντας τους τοίχους σκαλισμένους με ονόματα, ημερομηνίες, θυμωμένες φράσεις εκείνων που ίσως να μην είδαν ξανά το φως το ήλιου, ίσως να μην πέρασαν την έξοδο στην Κοραή το σφίξιμο γίνεται τρέμουλο και θέλει πια το σώμα χαλινάρι το νου, θέλει να γαντζωθείς γερά από το παρόν, αλλιώς ο χώρος και οι μνήμες του σε καταπίνουν και σου μεταδίδουν κάτι από τον επιθανάτιο ρόγχο εκείνων που ζητούσαν πάσει θυσία επικοινωνία μέσω των ακιδογραφημάτων.

Ψάχνεις στη ζωή σου συγκινήσεις, εντάσεις, συναισθήματα, αλλά τα θέλεις σα διεγερτικό, σα χάπι παραισθήσεων ακίνδυνο και ασφαλές. Δε δέχεσαι να μπεις σε καταστάσεις που θα σου τα προκαλέσουν, όχι, το δίχτυ ασφαλείας είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Μόνο έτσι, σε χώρους με βαρύ και ματωμένο παρελθόν, με κείμενα εσκεμμένα παράλογα και ψυχαναγκαστικά, σκηνοθετημένα με επιθετική διάθεση, μόνο εκεί θα βρεις αυτό που ψάχνεις. Δυο ώρες μόνο και μετά θα βγεις ζωντανός, μα, θα σκέφτεσαι το θάνατο πιο πολύ από πριν και θα 'χεις νιώσει κάτι λίγο από την τρομαχτική ζωή των χαρακτήρων. Αποκτήνωση, φόβος, βασανιστήρια, βρώμα και ξεραμένο αίμα, αγωνία, μισοσκόταδο, μάτια σχεδόν σβησμένα, δίχως ζωή, ξυρισμένα κεφάλια και εγκλεισμός, ψυχολογική βία, αναγούλα και δέος.

Εκτός απ' αυτό, θα 'χεις νιώσει και τους άλλους, τα φαντάσματα που πέρασαν από κει, μάτωσαν στ' αλήθεια, ούρλιαξαν στ' αλήθεια, ήταν λεροί και πεινασμένοι, αποκομμένοι από τον κόσμο που κυβερνά ο ήλιος ο ηλιάτορας. Η εμπειρία φέρνει επιπλέον δυσφορία εξαιτίας των παραλλήλων που αναγκαστικά χαράσσονται με την ιστορία του χώρου, ο οποίος χτίστηκε για να χρησιμεύσει ως αντιαεροπορικό καταφύγιο στην κατοχή, τελικά επιτάχθηκε από τους Γερμανούς, οπότε και στέγασε την Komandatur και κυρίως, τα κρατητήρια των κατακτητών.

Η Ρούλα Πατεράκη διάλεξε τα πάντα σωστά: πράσινο φως αρρώσταινε τα μάτια, αλλοίωνε τα χρώματα και έκανε τις εκφράσεις των απάνθρωπων χαρακτήρων περισσότερο σκληρές, το μόνιμο μεθύσι του Ένκε πιο ανυπόφορο, το ξεραμένο αίμα περισσότερο ανατριχιαστικό. Αντιστικτική μουσική, κυρίως ρομαντικά τραγουδάκια που εξυμνούν όμορφα πράγματα της ζωής ( αλλά και μια υποψία από αντιστασιακό τέμπο με το Bella Ciao) ακουγόταν από τα μέσα δωμάτια, αθέατα στο κοινό, χωρίς να καταφέρουν να γλυκάνουν τον πόνο του εκπληκτικού Bunker του Φοντούκη ή της Sally που το απελπισμένο βλέμμα της ταυτίστηκε εδώ με αυτό της Λένικας Αρφάνη.

Δε μίλησα για στόρι, γιατί σχεδόν δεν υπάρχει. Άκρως ελλειπτική γραφή -- για όσους έχουν υπ' όψιν τους το κείμενο του Βόϋτσεκ είναι σαφώς καλύτερα, αφού όλο και κάτι αναγνωρίζουν -- όμως το ζητούμενο δεν είναι η κατανόηση, αλλά το αντίθετό της. Βρίσκεστε ενώπιον ενός είδους θεάτρου, καλύτερα ενός είδους θεατρικής αναπαράστασης που πραγματικά στοχεύει στο συναισθηματικό σας κόσμο, για την ακρίβεια τον σημαδεύει και τον συνταράζει, τον κομματιάζει και τον εξαντλεί, αλλά αφήνει το γνωστικό σας κόσμο σχεδόν ανέπαφο, τουλάχιστον προς στιγμήν. Δεν πρέπει να σκεφτείς γιατί ο Halliburton μετράει ουρές ποντικιών, δεν επιτρέπεται να συνδέσεις το πλύσιμο των ποδιών του Minister με το "νίπτω τας χείρας μου" του Πιλάτου, ούτε καν με το πλύσιμο ποδιών του Ιησού από τη Μαγδαληνή (το μόνο τους κοινό είναι ότι έχουν αμφότερα αξία παραβολής), δεν είναι ανάγκη να στίψεις το μυαλό σου να βρεις γιατί ο Zink παρότι ανήκει στις τάξεις της εξουσίας δε μοιάζει διόλου ευχαριστημένος με το γεγονός και μεθοκοπάει. Γενικά, το μόνο που ζητάει το κείμενο, η σκηνοθεσία και οι ηθοποιοί από σένα είναι να νιώθεις. Να αισθανθείς τη βία και την παράνοια που ξεχύνεται σε απόσταση αναπνοής από σένα, γι' αυτό και οι ηθοποιοί σε αναγκάζουν να κολλήσεις στον τοίχο για να τους κάνεις χώρο να περάσουν. Εσύ είσαι ο αιχμάλωτος, εσύ το πειραματόζωο, όλα εσύ, μόνο που δεν το ξέρεις.

Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά - κοστούμια: Aγγελος Μέντης
Κίνηση: Μπέτυ Δραμισιώτη
Μουσική επιμέλεια: Μάνος Λαμπράκης
Φωτισμοί: Ρούλα Πατεράκη - Aγγελος Μέντης
Παίζουν: Κοσμάς Φοντούκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κωστής Σειραδάκης, Λένικα Αρφάνη, Ένκε Φεζολάρι, Ρίτα Λυτού, Θεανώ Βασιλείου, Ευτυχία Γιομελά, Ευτυχία Κιουρτίδου, Ευγενία Μαμάη, Ανδρέας Αντωνιάδης, Σαράντος Ρηγάκος, Διονύσης Ποταμίτης, Αλέξης Πασπαρδάνης

Χώρος Iστορικής Mνήμης - Μέγαρο Εθνικής Ασφαλιστικής
Κοραή 4, Αθήνα, 6949079893

11/5/09

Η Μπιλιάνα Σερμπλιάνοβιτς και ο Barbelo της

Όντας κάπου μακριά από τη χώρα, έκανα, καταπώς φαίνεται, τη σωστότερη θεατρική επιλογή: από όσα προσέφερε η σερβική πρωτεύουσα, διάλεξα ένα σύγχρονο θεατρικό κείμενο, από νέα και γοητευτική γυναίκα δραματουργό που ζει ανάμεσα στο Βελιγράδι και το Παρίσι και ασχολείται, εκτός των άλλων, και με την πολιτική. Κυρίες και κύριοι, χειροκροτήστε τη Biljana Srbljanović.

Η Μπιλιάνα Σερμπλιάνοβιτς θεωρείται από τους πιο γνωστούς, αν όχι η γνωστότερη serbian playwright ( leaving genders aside). Έχει τιμηθεί με βραβεία ευρωπαϊκά και μη, έχει πάει στα δικαστήρια με τον Emir Kusturica και την κατηγορούν ότι χρησιμοποιεί την πολιτική για αυτοπροβολή --ήταν στο παρελθόν υποψήφια για τη δημαρχία του Βελιγραδίου. Εμάς, όμως μας αρέσουν οι δυναμικές γυναίκες, οπότε της δίνουμε credit για όλα.

Το τελευταίο της θεατρικό, πάντως, Barbelo, Of Dogs And Children που παίζεται δύο χρόνια συνεχόμενα έχει κάπως ανιαρό θέμα, ειδικά για κάποιον που δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την καυστικότητα του κειμένου της (λόγω γλωσσικής ανεπάρκειας, δυστυχώς). Η σχέση γονέων και τέκνων περνάει μπροστά από τα μάτια μας όπως είναι, βασανιστική και υπερεκτιμημένη, με ένα διασκεδαστικό twist για ξεκάρφωμα: τη σχέση του ανθρώπου με τα σκυλιά. Πεντέξι καλά εκπαιδευμένα τετράποδα συνοδεύουν επί σκηνής τους εξαιρετικούς ηθοποιούς και επιτρέπουν σε μια άλλη διάσταση στην δυστοκία των διαπροσωπικών σχέσεων να διαφανεί. Σε μια συγκεκριμένη, πολύ δυνατή σκηνή, ό, τι βασανιστικό νιώθει ο κεντρικός χαρακτήρας, μπαίνει στον πειρασμό να βάλει το μικρό του φίλο του να το νιώσει επίσης, δένοντάς το σε ένα δέντρο και αφήνοντάς το μόνο το σούρουπο. Όπως, κυρίως, εγκατάλειψη και τη φρικτή αίσθηση ότι δεν ανήκει και δε λείπει σε κανένα.

Το σκηνικό ήταν βολικά λιτό, το πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των νεκρών διασκεδαστικό και οι ηθοποιοί, όπως ήδη είπα, φοβεροί. Θυμάμαι έντονα τη ντυμένη στα κόκκινα Jelena Đokić όπως θυμάμαι και το υπέρβαρο παιδί που αναζητάει τη χαμένη μητρική αγάπη, μόνο και μόνο γιατί ήταν εκνευριστικά needy και με περίεργη εμφάνιση, πράγμα που σημαίνει ότι ο ηθοποιός που το ενσάρκωνε, όπως και αυτός που τον σκηνοθέτησε, έκανε πολύ καλή δουλειά.

Δε μπορώ να πω, βέβαια, ότι μελέτησα σε βάθος το σερβικό θέατρο, αλλά αυτό που είδα με σιγουριά είναι ότι το Γιουγκοσλαβικό δραματικό θέατρο ή Jugoslovenko Dramko Pozoriste λειτουργεί με την εξαιρετική (όσο και παλιομοδίτικη) λογική του ρεπερτορίου και προσφέρει μαζεμένα στις πολλές σκηνές του από όπερα μέχρι Ρέϊβενχιλ με αρκετά ικανοποιητική προσέλευση και σχεδόν πάμφτηνα φοιτητικά εισιτήρια. Να ευχαριστήσω επίσημα (αν και σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνουν) τους ευγενείς μεταφραστές μου για την παράσταση Marina και Sasha και επιφυλάσσομαι για περισσότερο βαλκανικό θέατρο στο μέλλον.