Σελίδες

23/12/07

Ήρωες | Video Report

της Ελένης Γκασούκα


Οι Ήρωες της Ελένης Γκασούκα ξεκίνησαν δυο χρόνια πριν από το Ζυγό, μεταφέρθηκαν με αλλαγές στο Μικρό Παλλάς και...έμειναν. Αντικαταστάσεις ηθοποιών, ελαφρύ ρετουσάρισμα των κειμένων και η ομάδα φέτος συνεχίζει να πετάει γεμίζοντας το θέατρο Δευτερότριτα. Φυσικά, θα συνεχίσει δριμύτερη και το '08 με ανανεωμένα κείμενα. Ισχυρότερο είναι το ανδρικό λόμπυ που κρατάει τα νούμερα που κάνουν το μεγαλύτερο γκελ στο κοινό: ο κομπέρ με το Ne me quitte pas (Κωνσταντινίδης), η ρωσίδα ευγενής Νατάλια Μπρατούσκα Σεϊτανίδη Αλεξέγεβνα που την έχει χτυπήσει το χτικιό (Αλευράς) και τα σκετς του Πάνου Μουζουράκη (ο Τζάμπα των τηλεοπτικών Singles) που είναι ειδική κατηγορία από μόνος του. Ανάμεσα σε γέλια και χαρές, ατμόσφαιρα κάτι μεταξύ βαριετέ και stand up comedy με τραγούδια που κάνουν το κέφι να φουντώνει (ναι, είναι κι αυτό υποκατηγορία θεάτρου) σας ευχόμαστε Καλές Γιορτές!

Ιδέα-κείμενα-σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα
Ενορχήστρωση-μουσική επιμέλεια: Απόστολος Καλτσάς
Σκηνογραφική Επιμέλεια: Σπύρος Κωτσόπουλος
Ερμηνεύουν: Θανάσης Αλευράς, Πάνος Μουζουράκης, Ανδρέας Κωνσταντινίδης, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Βίκυ Καρατζόγλου, Χριστίνα Μητροπούλου, Ζωή Ξανθοπούλου
Mουσικοί: Απόστολος Καλτσάς, Σάκης Βαργεμτζίδης, Σωτήρης Καστάνης, Τάσος Πέππας, Μάριος Βαληνάκης

Μικρό Παλλάς,

Στοά Σπυρομήλιου & Αμερικής 2 (Citylink), 210-3210025

20/12/07

Η γυναίκα με τα μαύρα

του Stephen Mallatratt

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ αν σας αρέσει περισσότερο το θέατρο από το σινεμά; Γι' αυτούς που στο εν λόγω δίλημμα είναι αδιαπραγμάτευτα υπέρμαχοι του κινηματογράφου, το Θέατρο Μέλι προσφέρει μια αφορμή λουκούμι για να αναθεωρήσουν την κάπως αδιάλλακτη στάση τους. Η γυναίκα με τα μαύρα είναι έργο του Stephen Mallatratt, βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Susan Hill και μάλλον έχει "στοιχειώσει" την ζωή του Δάνη Κατρανίδη. 13 (!) χρόνια ακριβώς μετά τη μεγάλη επιτυχία των παραστάσεων του 92' - 94' με τον Αλέκο Αλεξανδράκη τότε -καθώς παρακολουθείς την παράσταση φαντάζεσαι ότι το έργο θα πήγαινε στον Αλεξανδράκη γάντι- ο Δάνης Κατρανίδης επιστρέφει υποκριτικά αλλά και σκηνοθετικά αυτή τη φορά στον τόπο του εγκλήματος.

Η παράσταση ξεκινά όταν ο Άρθουρ Κιπς - Γιώργος Κέντρος με σκοπό να αφηγηθεί στα δικά του πρόσωπα το βιβλίο που συνέγραψε προκειμένου να ξορκίσει την ανατριχιαστική ιστορία που σημάδεψε τη ζωή του, ζητά τη βοήθεια ένος επαγγελματία ηθοποιού - Δάνη Κατρανίδη για να τον διδάξει να αναπαραστήσει το δράμα του. Με ασαφή τα όρια ανάμεσα στο θέατρο και τη ζωή η ιστορία της γυναίκας με τα μαύρα θα μπλέξει τους δύο άντρες αλλά και το κοινό σε μια καθηλωτική αγωνιώδη θεατρική περιπέτεια κλιμακούμενη μέχρις εσχάτου δευτερολέπτου της παράστασης. Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη παράσταση παίζεται με αμείωτη επιτυχία στο Λονδίνο τα τελευταία 20 χρόνια.

Βασισμένοι σε μία εξαιρετική απόδοση από την Έλενα Ακρίτα τόσο ο Δάνης Κατρανίδης - αν και η ταχυλογία του πότε - πότε προδίδει την άρθρωσή του- όσο και κυρίως ο Γιώργος Κέντρος με την ευελιξία των "ρόλων" του μας χαρίζονται με δύο πραγματικά μαγευτικές και υποβλητικές ερμηνείες. Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα ειδικά για το συγκεκριμένο έργο: πώς θα συνεπάρουν το κοινό οι ηθοποιοί στη φαντασία τους. Ωστόσο, η συνδρομή ενός κινηματογραφιστή σκηνοθέτη, όπως για παράδειγμα ο Μαυρίκιος, θα απογείωνε αναμφίβολα την παράσταση. Στην Γυναίκα με τα μαύρα ανατριχιάζεις και ανατριχιάζεις ειλικρινώς κι αυθεντικά, δεν φοβάσαι ωστόσο. Και αυτή η καθαρότητα των πρωτογενών συναισθημάτων εδώ ειδικά, θα είχε την καθοριστική σημασία της.

Σκηνοθεσία: Δάνης Κατρανίδης
Απόδοση: Έλενα Ακρίτα
Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας
Κοστούμια: Τότα Πρίτσα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Παίζουν: Δάνης Κατρανίδης, Γιώργος Κέντρος

Αριστοτέλους 87 και Φωκαίας, 210 8223160, 210 8221111

19/12/07

Η Κασετίνα

του Καρλ Στέρνχαϊμ

Ούτε με μεταμοντέρνο pastiche ούτε με μουντό ανέλπιδο τοπίο δεν έχει σχέση η επιλογή του Εθνικού για το θέατρο Κάππα στην Κυψέλη, πράγμα που την κάνει περισσότερη προσιτή σε ποικίλο κοινό. Ένας συγγραφέας που χειρίζεται τα τερτίπια του λόγου και της θεατρικής σύμβασης με ρηξικέλευθο τρόπο και βάζει το θεατή να γνωρίζει από πολύ νωρίς κρυφές λεπτομέρειες που οι πρωταγωνιστές του έργου ούτε ξέρουν πότε θα τους αποκαλυφθούν, ο Carl Sternheim, όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα (ο Χουβαρδάς είναι αυτός που πρωτοανέβασε Το Βρακί στο Αμόρε το ’98 και συνεχίζει να ενδιαφέρεται για το έργο του), περιγράφει την απληστία και τη φιλοχρηματία της αστικής τάξης. Η Κασετίνα/Die Kassette ανήκει στον κύκλο έργων που έγραψε τη δεκαετία 1911-22 με τον τίτλο Ο ηρωικός βίος των μικροαστών και η τωρινή σκηνοθεσία ακολουθεί μια γραμμή υπερβολής στο παίξιμο και μια καρικατουρίστικη διαγραφή των ρόλων (κόντρα παίξιμο το ονόμασαν) παρόλο που οι καταστάσεις που περιγράφει δεν έχουν απαραίτητα χιουμοριστική χροιά.

Όμως, αυτή ακριβώς η σκηνοθετική επιλογή είναι που κάνει αυτή τη σάτιρα ηθών φρέσκια και διασκεδαστική, εκεί που θα μπορούσε να την κάνει ακόμη ένα βαρύ θεατρικό από αυτά που μας προτρέπουν να τα δέσουμε στο λαιμό μας και να πέσουμε στη θάλασσα, με την υπόσχεση ότι θα μας πάνε κατευθείαν στον πάτο. Η μουσική δημιουργία που συνοδεύει την παράσταση είναι η πιο έξυπνη και καλύτερα δικαιολογημένη γι’ αυτή τη σαιζόν τουλάχιστον: ο Βόμβολος έχει συνθέσει ανθρώπινες φωνές (αναστενάγματα, επιφωνήματα, ροχαλητά) σε ρυθμό τριών τετάρτων (που κάποτε, λέει, ήταν ο μόνος επιτρεπόμενος ρυθμός, για να θυμίζει την Αγία Τριάδα), δηλαδή σε βαλσάκι, και φαντάζεται ότι αυτοί οι ήχοι ακούγονται μέσα από ένα μουσικό κουτί, με το οποίο παρομοιάζεται η οικία των Κρουλ –εφόσον οι χαρακτήρες και δη οι αντρικοί λειτουργούν με ένα συγκεκριμένο μηχανικό τρόπο υπό την επήρεια των μετοχών που η θεία- Έρση Μαλικέντζου κρατάει υπό την κατοχή της.

Είναι ένα από αυτά τα θεατρικά που οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες δε γίνονται ιδιαίτερα συμπαθείς, μας κερδίζουν όμως οι δεύτεροι χαρακτήρες. Η μόνιμη εξωστρέφεια και υπερκινητικότητα του Κλέωνα Γρηγοριάδη εδώ συνάδει με το ρόλο του, η βλοσυρή Μαλικέντζου είναι το τέλειο αντίθετο της αισθησιακής Εύας Σαουλίδου και η σκηνογραφική σύμπτυξη στην υποτιθέμενη κεντρική σάλα του αστικού σπιτιού με τους χαρακτήρες να κρυφακούν ή να παραμονεύουν πίσω από τις έξι πόρτες χαρίζει έξοχες δραματικές και χιουμοριστικές στιγμές, χωρίς βέβαια να μας χαριστεί στο τέλος, όταν όλοι μαζεύονται στην αρένα και παγιδεύονται μέσα σε ένα και μόνο δίχτυ: την ξύλινη κασετίνα που αντιπροσωπεύει τη μόνη κυρίαρχη δύναμη και ασφάλεια της κοινωνικής τους τάξης.

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Σκηνοθεσία: Βίκτωρ Αρδίττης
Σκηνικά-κοστούμια: Λιλή Κεντάκα
Μουσική-ήχος: Κώστας Βόμβολος
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Παίζουν: Έρση Μαλικέντζου, Ταξιάρχης Χάνος, Κλέων Γρηγοριάδης, Εύη Σαουλίδου, Σύρμω Κεκέ, Έμιλυ Κολιανδρή, Θανάσης Δήμου

Εθνικό Θέατρο
- Θεάτρο Κάππα
Κυψέλης 2, 210 8831068

13/12/07

Δύο τρελοί-τρελοί Παραγωγoί

του Mel Brooks

Το musical του Mel Brooks που άνοιξε στο Broadway στις 19 Απριλίου 2001, κέρδισε 12 βραβεία Tony, μεταφέρθηκε στο West End επίσης με μεγάλη επιτυχία, έγινε ταινία με την Uma Thurman και τώρα παίζεται και στην Αθήνα σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή δεν ήρθε από το πουθενά. Βασικά, το The Producers έχει μεγαλύτερη σχέση με την Ελλάδα απ’ ότι φαντάζεστε. Στην αρχική του μορφή, δηλαδή την ομώνυμη ξέφρενη κωμωδία του 1968 ο Ανδρέας Βουτσινάς (σε εποχή έξαρσης οικειότητας με τη νεαρή Jane Fonda) έπαιζε το ρόλο του βοηθού χορογράφου Carmen Ghia (τον οποίο στη δική μας εκδοχή παίζει ο Παντελής Καναράκης) με ιδιαίτερο τρόπο και παρουσιαστικό. Η ταινία, αντίθετα με το musical, έχει μπόλικες σκηνές εξωτερικού χώρου, πρωταγωνιστές με ιδιαίτερα κακόμοιρες φάτσες, τρομαχτική εμμονή στις γριούλες-επενδυτές του Bialystock και ένα χαριτωμένο τέλος στης φυλακής τα σίδερα.

Όμως Broadway σημαίνει τραγούδια και χαρές και φυσικά γυναίκες, οπότε ο ρόλος της Ulla μεγάλωσε αισθητά –γιατί ποιος έχει όρεξη να βλέπει δυο ξοφλημένους να πηγαινοέρχονται στη σκηνή και να προσπαθούν να βγάλουν λεφτά παράνομα ανεβάζοντας ένα musical που θα είναι σίγουρη αποτυχία; Όσο για την ερώτηση, αν σας δημιουργηθεί, πως του ήρθε άραγε του Brooks να θεωρήσει ότι το πιο αστείο και αποτυχημένο musical θα ήταν κάποιο που τιτλοφορείται Springtime for Hitler και θα το έχει γράψει ένας πρώην ένδοξος Ναζί που υπηρέτησε κοντά στο Φύρερ και τον θαύμαζε, η απάντηση είναι η προφανής: ο Brooks με πολωνο-εβραϊκές ρίζες συνηθίζει να έχει κάπως «εβραϊκό» χιούμορ, κάτι που ίσως να περιόρισε την καριέρα του σε spoof ταινίες και όχι σε κάποιο άλλο είδος.

Όπως και να ‘χει το musical ξεχειλίζει από χιούμορ και κάθε άλλο παρά άνοστο, σας διαβεβαιώ. Ειδικά όταν τις αστείες εξαρχής και καλομεταφρασμένες ατάκες ανταλλάσσουν κωμικοί ηθοποιοί διαμετρήματος Χαϊκάλη και Λουδάρου που είναι το πληθωρικό δίδυμο του τίτλου. Την ίδια ευχάριστη διάθεση διατηρήσαμε και κατά τη διάρκεια των χορευτικών και τραγουδιστικών μερών του μιούζικαλ, αλλά πιο πολύ λόγω συμπάθειας παρά λόγω επάρκειας. Το σίγουρο είναι ότι ο Λουδάρος και η καλλίφωνη, ευκίνητη ομάδα όμορφων κοριτσιών και αγοριών που πλαισίωναν τους πρωταγωνιστές (και που δεν χαίρουν ούτε μιας ομαδικής φωτογραφίας έξω από το θέατρο) έκλεβαν την παράσταση όταν άρχιζε η μουσική. Οι υπόλοιποι εμφανώς προσπαθούσαν να ανταποκριθούν, αλλά τι να σου κάνει όταν η μουσικοχορευτική παιδεία στις δραματικές σχολές είναι ελλιπής; Άσε που στο West End οι συντελεστές των musicals έχουν φοιτήσει σε εξειδικευμένες σχολές που μαθαίνουν κυρίως αυτό: να τραγουδούν και να χορεύουν. Εδώ δεν υπάρχουν courses στο musical theatre όπως αλλού, οπότε όπως μπορεί καθείς, πορεύεται.

Η Βίκυ Καγιά, πάλι, (When you've got it, flaunt it) είχε προσαρμοστεί άριστα στο νέο της ρόλο και φάνηκε να διαθέτει αρκετό ταλέντο ( τώρα που ξεπέρασε το δύσκολο βάπτισμα του πυρός στις Σειρήνες στο Αιγαίο που όσοι τη θυμούνται εκνευρίζονται). Χαμογελαστή με σωστή κίνηση και αμείωτη λάμψη ήταν μια Ulla με τα ούλα της. Αυτός που θα μπορούσε άνετα να λείπει ήταν κατά γενική ομολογία ο Απόστολος Γκλέτσος και αυτό που θα μπορούσε να βελτιώσει τα πράγματα από χωροταξικής άποψης θα ήταν μια πιο ευρύχωρη σκηνή -- η επιλογή του θεάτρου Αλίκη για musical (λαμβάνοντας υπόψιν και την περσινή Τσινετσιτά) μάλλον δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Το clue της φανερά προχωρημένης παράστασης (και εξαιτίας αυτού) είναι ο πρώτος (και άψογος) έγχρωμος χορευτής που έχουμε δει σε ελληνική σκηνή ever. Πάντως, δεδομένης της μοναδικότητας του εγχειρήματος το Producers παραμένει μια καλή πρόταση για θεατρική έξοδο, όπως φυσικά και για DVD στο σπίτι σε οποιαδήποτε εκδοχή.

Απόδοση κειμένου: Σταμάτης Φασουλής, Θοδωρής Πετρόπουλος
Απόδοση στίχων: Αφροδίτη Μάνου
Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας
Κοστούμια: Ντένη Βλαχιώτη
Χορογραφίες: Δημήτρης Παπαζογλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Ενορχήστρωση: Αλέξιος Πρίφτης
Παίζουν: Παύλος Χαϊκάλης, Αντώνης Λουδάρος, Γιάννης Βούρος, Παντελής Καναράκης, Απόστολος Γκλέτσος, Βίκυ Καγιά κ.α.

Θέατρο Αλίκη
Citylink, Αμερικής 4, 210-3210021

12/12/07

Το Αμάρτημα της μητρός μου

του Γεωργίου Βιζυηνού

Τον Ηλία Λογοθέτη τον γνωρίζουμε κατά βάση ως κωμικό ηθοποιό. Η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του και αρκετοί κινηματογραφικοί- τηλεοπτικοί του ρόλοι συνηγορούν σ' αυτό, όμως στο σανίδι έχουμε συνήθως πρόσβαση σε μια ποικιλόμορφη εικόνα του. Η Νεκρή Ζώνη του Harold Pinter (το 2000 σε σκηνοθεσία Αντύπα) ήταν η αποκαλυπτική παράσταση που μου επέτρεψε να δω την σοβαρή, ήρεμη πλευρά του, που η μαγεία της είναι πολύ μεγαλύτερη από την κωμική του (όχι βέβαια ότι θα εκλείψουν ποτέ οι ρόλοι στους οποίους τον έχουμε συνηθίσει, όπως σε μια νέα τηλεοπτική σειρά, τον Ομφάλιο Λώρο).

Εν πάσει περιπτώσει, η ενασχόληση του Ηλία Λογοθέτη με το Γεώργιο Βιζυηνό είναι ακόμη μια άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή του. Ύστερα από το ρόλο του στην πολυβραβευμένη ταινία Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον (2001) του Λάκη Παπαστάθη πρωταγωνιστεί στη θεατρική μεταφορά του εξίσου γνωστού διηγήματος Το Αμάρτημα της μητρός μου. Η ρεαλιστική αγροτική ηθογραφία του Γεωργίου Βιζυηνού, όσο κι αν ακούγεται σαν παλιά ιστορία, δε χάνει ποτέ τη θέση της στις πολιτιστικές μας αναζητήσεις, γιατί ο γλαφυρός λόγος του πεζογράφου που τέλειωσε τη ζωή του στο Δρομοκαίτειο και στον οποίο χρωστάμε την έκφραση «άρες, μάρες, κουκουνάρες» είναι πάντα δροσερή πνοή για τους φιλολογίζοντες.

Παρόλη την άκρα λιτότητα (που αγγίζει την προχειρότητα) του σκηνικού χώρου, η δεσπόζουσα μορφή του Λογοθέτη στο ρόλο του γιου που με αφορμή ένα τυχαίο περιστατικό χάνεται σε φλας-μπακ στις παιδικές και νεανικές του αναμνήσεις και τις διηγείται στο κοινό, κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο, τόσο που σχεδόν η βοηθητική παρουσία των υπόλοιπον ηθοποιών περνάει σε δεύτερη μοίρα. Ακόμη και της μητέρας, που η εμμονή της με τα κοράσια και ο κρυφός πόνος της είναι στην ουσία η αιτία της διήγησης.

Με εκφορά του λόγου που κάνει το κράμα δημοτικής και καθαρεύουσας ξεκάθαρο και εύληπτο ο Λογοθέτης ζωντανεύει το κείμενο αφήνοντας να διαφανεί εκτός από τα βασανισμένα βάσανα και ο χιουμοριστικός τόνος του διηγήματος, και θυμίζει το πλέξιμο της γλώσσας, ώστε να βγει απ' αυτήν όχι μια στεγνή διήγηση, αλλά μια που μοιάζει λίγο με κέντημα. Αυτό όμως για όσους έχουν αδυναμία στην πορεία της ελληνικής γλώσσας και εξοικείωση με τα διάφορα στάδιά της.

Σκηνοθεσία: Κωστής Καπελώνης
Σκηνογραφία: Νίκος Αλεξίου
Μουσική: Σταύρος Σιόλας
Παίζουν: Ηλίας Λογοθέτης, Μαρία Ζαχαρή, Κώστας Βελέντζας, Μιχάλης Κοιλάκος, Εύα Οικονόμου, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Διονύσης Κλάδης

Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν-Υπόγειο
Στοά Πεσμαζόγλου, 210 3228706

7/12/07

Δεν μπορώ να μείνω μόνη μου

της Δήμητρας Παπαδοπούλου

Τα αυθεντικά υλικά για μια επιτυχημένη αστυνομική κωμωδία - θρίλερ θεωρώ πως είναι πρωτίστως το χίουμορ και το σασπένς που προκύπτει από την καλογραμμένη πλοκή του σεναρίου της αλλά και η φρενίτιδα στο παίξιμο των ηθοποιών της. Ένα τέτοιο είδος θεάτρου φαινομενικά και μόνο εύκολο, στην πράξη αποδεικνύεται ένα αληθινό crash test για ικανότατους υποκριτικά και συγγραφικά μονομάχους. Η Δήμητρα Παπαδοπούλου έχει αποδείξει χρόνια τώρα τόσο τα υποκριτικά όσο και τα συγγραφικά της εχέγγυα τουλάχιστον στην μικρή οθόνη, δυστυχώς όμως σε αυτήν την περίπτωση προσέκρουσε στο δικαίωμα για μια λιγότερο επιτυχημένη στιγμή της καθώς κάπου το όλο εγχείρημα της επιτυχημένης συνταγής στο θέατρο φαίνεται να χωλαίνει.

Η πρωταγωνίστριά μας ζει σε ένα παλιό αρχοντικότατο και νεοκλασικότατο που έχει κληρονομήσει στην Κηφισιά και άρτι αφιχθείσα μετά από χρόνια απουσίας κάπου στο μακρυνό Νεπάλ και τις Ινδίες στα όρια ουσιαστικά της πτώχευσης, με την κατάθλιψη ενός γάμου σε διάσταση, με την προοπτική μιας καρίερας στην πολιτική -πού αλλού;- ως δημοτική σύμβουλος σε ένα χωριό της Κρήτης, αλλά και με τη νεύρωση και την φοβία ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο εξαιτίας διάφορων περίεργων που συμβαίνουν μέσα σε αυτό, αποφασίζει όπως όπως να το ξεφορτωθεί, τουτέστιν να το μοσχοπουλήσει γιατί εκεί μέσα προφανώς για όλους τους παραπάνω -πολλοί δεν είναι;- λόγους μόνη της δεν θα μπορέσει ποτέ πια να μείνει.

Μέσα σε αυτό το δράμα, της "συμπαρίστανται" ο τέως άνδρας της που θέλει να γίνει ασφαλιστής της, η υπηρετριά της εκ Καρπαθίων του Δράκουλα ορμώμενη, ένας νεαρός φίλος της που ζεί όπως λάχει με μόνη έγνοια την Βραζιλιά, ένα καλό μπάφο, το καποέϊρα και τις παρτούζες, ένας σεναριογράφος που ενδιαφέρεται για το σπίτι της για να γυρίσει μια ταινία τρόμου εμπνεόμενος από αυτό καθεαυτό το "στοιχειωμένο" σπίτι της, ένα τυφλό μέντιουμ διακατεχόμενο από το πνεύμα της πεθαμένης σοπράνο γιαγιάς της, ένας ψυχίατρος και -ουφ, τελειώνει- ένας Κρήτης συγχωριανός της. Α, ναι... και 3 ψάρια που τρέφονται με... σπέρμα!

Το ίδιο το έργο είναι γραμμένο με τη λογική του "όλο το δράμα εκτυλίσσεται στο μυαλό της" με μια πιραντελλικού -τί μας φταις κι εσύ, Λουίτζι- τύπου εναρκτήρια και καταληκτική σκηνή καθώς και με παραβάσεις από όλους τους μυστηριώδεις πρωταγωνιστές της ιστορίας που απευθύνονται σε έναν απόντα μέχρι λίγο πριν το τέλος ψυχό - επόπτη - βλέπε Δυό μέρες μόνο του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Ωστόσο, πέρα από τους χαρακτήρες που εμφανίζονται από κάπου χωρίς να δικαιολογείται ποτέ επακριβώς από πού, οι ίδιες οι καταστάσεις δεν έχουν συνοχή και εκβιάζουν διαρκώς έναν ανυπόστατο και καλά σουρεαλισμό που στην πραγματικότητα μένει διαρκώς μετέωρος και εν τέλει αφόρητα βαρετός ως δράμα που εξελίσσεται στο μυαλό της πρωταγωνίστριας - συγγραφέα.

Επιπλέον, η χαλαρότητα των ρυθμών στη σκηνοθεσία και η ανάδειξη του σασπένς μέσα από ειδικά τεχνικά εφέ και όχι από την ουσία της θεατρικής πράξης συμβάλλει στο "χαλαρό" παίξιμο τηλεοπτικής αμεσότητας και μανιέρας των ηθοποιών. Απαράδεκτο το γεγονός επαγγελματίες ηθοποιοί να συναγωνίζονται ποιός θα συγκρατήσει καλύτερα το χασκογέλιο του στη σκηνή και προφανώς μιλάμε για σωρεία παραπτωμάτων. Ωστόσο, οφείλει κανείς να επιμείνει σε δύο λαμπρύνουσες ερμηνείες: η συνέπεια στον Κρητικό του Γιώργου Αποστολάκη και η απλότητα στο μέντιουμ της Ελένης Καρακάση αποδεικνύονται πραγματικά τα δύο πιό δυνατά στοιχεία της παράστασης.

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αθερίδης
Μουσική: Στάθης Δρογώσης
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ηλιοστάλακτη Βαβούλη, Ελένη Γιαννίτσα
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Πιάνο: Νίκος Δρογώσης
Παίζουν: Δήμητρα Παπαδοπούλου, Μάριος Αθανασίου, Γιώργος Χρανιώτης, Κατερίνα Νικολοπούλου, Γιάννης Δρακόπουλος, Κώστας Αποστολάκης, Ελένη Καρακάση, Κώστας Ανταλόπουλος

Πειραιώς 115, Γκάζι, 210-3635179

6/12/07

Ζελόβ

της ομάδας Ab Ovo

I love you και je t’aime σημαίνει σ’αγαπώ, όμως η αγάπη είναι τόσο πολυσήμαντη και κουρασμένη πια έννοια που πρέπει να αντικατασταθεί από το Ζελόβ. Έτσι τουλάχιστον υποστηρίζει η ομάδα Ab Ovo που έχει βγει από τα καζάνια της κολάσεως και σατιρίζει τώρα ένα πιο ευαίσθητο θέμα, αυτό της αγάπης. Τι είναι η αγάπη, τι πρέπει να μας δίνει ως άτομα, οφείλουν άλλα παρελκόμενα όπως ο έρωτας, η ανάγκη, το πάθος, η ζήλια να μπλέκονται μαζί της ή όχι; Ερωτήματα που πλείστοι όσοι ψυχολόγοι και ερευνητές μελέτησαν, χιλιάδες βιβλία γράφτηκαν γι’ αυτά, δε μας έβαλαν όμως καθόλου περισσότερο μυαλό από πριν.

Ο Γιάννης Σαρακατσάνης λοιπόν, αποφάσισε να μας βάλει. Ο ίδιος ως συντονιστής-κομπέρ μας προσφέρει μαζί με τους ηθοποιούς-χορευτές-περφόρμερ του μικρές σκηνές-σκετς από τη σύγχρονη ζωή που εκτυλίσσονται στο όνομα της αγάπης. Η αυτοσυνειδησία της παράστασης λειτουργεί θετικά και στο έπακρο, οι ηθοποιοί ενταγμένοι στην μεταμοντέρνα εποχή δε μοχθούν διόλου να μας πνίξουν στην ταύτιση, αλλά παίζουν με αποστασιοποίηση σε δύο επίπεδα: παίζουν τους ηθοποιούς που παίζουν τους διάφορους ρόλους των σκετς, αφού η παράσταση είναι δομημένη ευχάριστα σαν ένα σουρεαλιστικό και σκληρό τηλεπαιχνίδι με τον παρουσιαστή -Σαρακατσάνη να εξαφανίζεται και να εμφανίζεται κατά βούληση.

Οι θεατές ξέρουν κι αυτοί ότι βλέπουν καρικατούρες των εαυτών τους και των γύρω τους επί σκηνής, αλλά το απολαμβάνουν: ερωτικές σχέσεις που βασίζονται στην υποταγή του ενός (συνήθως της γυναίκας), άλλες που έχουν βαλτώσει από τη ρουτίνα, φιλικές σχέσεις που υποφέρουν από τον εγωισμό και ανάμεσά τους διασκεδαστικά μουσικά ιντερμέδια. Όλες οι σχέσεις που δεν οδηγούν στην ολοκλήρωση και δεν είναι εντελώς ισορροπημένες πάνε στα σκουπίδια, κατά τη θεωρία του Ζελόβ, που είναι ένα είδος αγάπης που μας κάνει καλύτερους ανθρώπους και είναι απόλυτα συνειδητή επιλογή μας χωρίς φόβο και πάθος. Πράγμα δυσεύρετο, βέβαια, γι’ αυτό στο τέλος μένουμε χωρίς μεγάλα περιθώρια επιλογής, μέχρι που έρχεται η αποκάλυψη: ο πολέμιος της αγάπης και πρεσβευτής του Ζελόβ που απορρίπτει κάθε αγάπη που συνοδεύεται από λογιών-λογιών αδυναμίες άφησε το μεγάλο του έρωτα για να ψάξει την τελειότητα. Και την ψάχνει ακόμη... Όλη η ομάδα είναι δεμένη και παίζει με αμείωτη ένταση και αέρινη κίνηση, όμως εγώ ξεχωρίζω πάντα το Γιάννη Σαρακατσάνη, που είναι άσος στις μεταμορφώσεις --και υποψήφιος στα βραβεία Κάρολος Κουν στην κατηγορία νέου δημιουργού, όπως και την κινηματογραφική ψηλόλιγνη φιγούρα της Βάσως Καβαλιεράτου. Η νέα μου Ζελόβ συμπάθεια είναι ο Σάκης- Λευτέρης Ελευθερίου.

Το Ζελόβ σπάει διάφορα φράγματα στο θέατρο: πρώτα στο θέμα του χώρου: η παράσταση ανεβαίνει σε μια ταράτσα (έχει δει κανείς σας θέατρο σε ταράτσα;). Μη φοβάστε, ο χώρος στεγάζεται. Δεύτερον είναι sold out (έχει δει κανείς σας παράσταση σε ταράτσα το καταχείμωνο να είναι sold out;) Τέλος στην όλη αντιφατική σύλληψή του. Το Ζελόβ δεν είναι παρά ένα παράδοξο παιχνίδι με χρώματα και μουσικές που κατηγορεί την τόσο ελαττωματική αγάπη μόνο για πλάκα: τελικά καταλήγει ότι όσο ελαττωματική κι αν είναι, δεν έχουμε παρά μόνον αυτή, αφού το Ζελόβ είναι μια ουτοπία.

Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Γιάννης Σαρακατσάνης
Σκηνικά: Adel Sanoussi
Κοστούμια: Ζωή Ξεμαντήλωτου, Φάνης Παυλόπουλος
Φωτισμοί: Γιάννης Κωνσταντακόπουλος
Μουσική: Αλέξης Ιωάννου, Σπύρος Μοσχούτης
Χορογραφία: Ηρώ Αποστολέλλη
Παίζουν: Λευτέρης Ελευθερίου, Βάσω Καβαλιεράτου, Μαρία Μπαλούτσου, Φάνης Παυλόπουλος, Γιάννης Σαρακατσάνης, Σωσώ Χατζημανώλη, Βάσω Χελά

Θεατρική Ομάδα Ab Ovo

Θέατρο Χώρα, Σκηνή Μικρή
Αμοργού 20, Κυψέλη, 210 8673945

5/12/07

Ιουλιανός ο Παραβάτης

του Νίκου Καζαντζάκη

Ας αναφερθούμε εν συντομία και από δω στην παραγωγή του Κ.Θ.Β.Ε. που διανύει την τελευταία εβδομάδα παραστάσεών της. Το Νίκο Καζαντζάκη δεν υπάρχει βέβαια κανείς που τον αγνοεί και πολύ καλά κάνει. Πάρα πολύ όμως γνωρίζω ότι αγνοούν το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης έγραψε εκτός των άλλων και θέατρο, κάτι που δεν είναι καθόλου τυχαίο, γιατί τα θεατρικά του δεν είναι τα πιο αξιόλογα έργα του. Για να τιμήσει τα πενήντα χρόνια από το θάνατό του, το Κρατικό θεώρησε καλό να ανεβάσει κάτι δικό του και αυτό από μόνο του δεν είναι καθόλου κακό. Όμως, επειδή η μεταφορά στη σκηνή κάποιου από τα μνημειώδη μυθιστορήματά του (Τελευταίος Πειρασμός, Καπετάν Μιχάλης κτλ) θα ήταν πραγματικός άθλος, επελέγη η εύκολη λύση. Ιουλιανός ο Παραβάτης, λοιπόν, με βυζαντινό θέμα και φορμουλαικούς χαρακτήρες. Πάλη χριστιανισμού και δωδεκαθεϊσμού με την επιμονή του Ιουλιανού να επαναφέρει τα αρχαία ελληνικά πιστεύω που τα θεωρούσε πιο εκλεπτυσμένα, αλλά και πάλη των δυο φύλων --όπως δεν άφηνε ο Καζαντζάκης έργο να μην επισημαίνει. Ο Ιουλιανός κοντράρεται και αγαπιέται με τη Μαρίνα η οποία είναι μεν βαλτή από τους χριστιανούς να τον ξεκάνει, δεν μπορεί όμως να αψηφήσει τα αισθήματά της γι' αυτόν. Η βασίλισσα και αυτή με τη σειρά της δεν ξεκολλάει από τη χριστιανική θρησκεία της, διάφοροι λαϊκοί χαρακτήρες έχουν περισσότερο ζουμί (π.χ. στη σκηνή που παίζουν ζάρια τα μάτια της Παναγιάς), αλλά αυτό είναι περίπου όλο.

Η παράσταση ενώ έχει αρκετό ανθρώπινο δυναμικό --δηλαδή πλήθος κομπάρσων και μικρών ρόλων-- έχει για μόνο σκηνογραφικό πλαίσιο τρεις αμμόλοφους και κάποιες καλόγουστες προβολές φωτογραφιών για να αναπαριστούν τον ορίζοντα. Τα κοστούμια, χλαμύδες και πανοπλίες, δεν είναι άσχημα, τουλάχιστον από απόσταση, το παίξιμο όμως είναι αισθητά άνισο. Ο Χρήστος Σουγάρης ως Ιουλιανός έχει καλές και κακές στιγμές εξίσου, οι δυο αγαπημένες του προσπαθούν περισσότερο, το ίδιο και ο Τσακίρογλου με τη σκηνοθεσία, αλλά αυτά τα πράγματα έχουν και κάποια όρια: δε μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε τη δυσκολία του πομπώδη και έμμετρου λόγου. Είναι φανερό ότι το θεατρικό αυτό δεν γράφτηκε επ' ουδενί για να παρασταθεί, άρα οι προσπάθειες, όσο καλών προθέσεων και να είναι, αποβαίνουν σχετικά άκαρπες.

Σκηνοθεσία: Νικήτας Τσακίρογλου
Σκηνικά: Λαλούλα Χρυσικοπούλου
Κοστούμια: Λαλούλα Χρυσικοπούλου, Ελένη Δουνδουλάκη
Φωτισμοί: Στράτος Κουτράκης
Παίζουν: Άννυ Ντουμούζη, Μαρίζα Τσάρη, Αστέρης Πελτέκης, Κώστας Ζαχαράκης, Ιορδάνης Αϊβάζογλου, Θανάσης Κεραμίδας, Χρήστος Σουγάρης, Κωνσταντίνος Δαμάκης, Πάνος Ξενάκης, Δημήτρης Κολοβός, Γιώργος Κώτσος, Γιάννης Παρασκευόπουλος, Τάσος Πανταζής, Γιώργος Ρούφας, Κώστας Ίτσιος, Παντελής Καλπάκογλου, Στέλλα Καζάζη, Στράτος Τρίπκος, Φώτης Ζήκος, Κώστας Μπάσης, Στέργιος Τζαφέρης, Χρίστος Γεωργίου, Βασίλης Ιερωνυμάκης, Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης, Δάκης Μαυρουδής, Χρήστος Πίτσας, Αργύρης Σαζακλής, Μίλτος Σαμαράς, Τάκης Στάγκος

Κ.Θ.Β.Ε
.-Βασιλικό Θέατρο
Πλατεία Λευκού Πύργου, 2310-288000

3/12/07

Πλαστελίνη

του Βασίλι Σίγκαρεφ

Το Yekaterinburg (Ekaterinburg) πέφτει κάπου ανατολικά από τα Ουράλια Όρη και είναι μια ρώσικη πόλη με πολλές θεατρικές ομάδες και κέντρο του New Drama, του σύγχρονου ρώσικου θεάτρου και απ' ότι φαίνεται βγάζει αρκετούς τύπους με καλλιτεχνική λόξα. Δε θα την μάθαινα ίσως ποτέ, αν δεν καταγόταν από 'κει ο τριαντάχρονος πλέον θεατρικός συγγραφέας Vasily Sigarev που η Κατερίνα Ευαγγελάτου (με σπουδές στη Ρωσία) αποφάσισε πρώτη να μας συστήσει. Την Πλαστελίνη - Plasticine (2000) το πρώτο του θεατρικό έργο σκηνοθετεί σε μίνιμαλ σουρεαλιστικό τοπίο στην Πειραματική Σκηνή, ένα έργο που έφερε αναπάντεχη δόξα και βραβεία στον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και ανέβηκε σε ουκ ολίγες διεθνείς σκηνές. Την ίδια τύχη είχε και το Black Milk που παίχτηκε στο Royal Court Theater του Λονδίνου και στο Studio Theatre στη Washington DC και σε κάποιους άρεσε αρκετά λιγότερο. Η εργογραφία του Sigarev πλουτίζει κάθε χρόνο με ένα ή και παραπάνω έργα (έχει γράψει καμιά εικοσαριά) με νέους τίτλους τα The Lie Detector, Phantom Pains (2005), Guppy (2006) --από αυτά που φαίνεται παίζονται περισσότερο.

Η ενδελεχής μου έρευνα με άφησε με ελάχιστες ουσιαστικές πληροφορίες και χωρίς τελειωτικό συμπέρασμα. Ο Sigarev γράφει για μια μουντή εποχή με σύγχρονους χαρακτήρες και δύσκολες έως ψυχοβγαλτικές καταστάσεις. Τίποτα νέο μέχρι εδώ. Προσωπικά, η Πλαστελίνη δε μου φάνηκε στο ελάχιστο ιδιαίτερη και άξια του ντόρου της, και αυτό είναι που προσπάθησα ώρα να διελευκάνω. Άρεσε προφανώς γιατί έχει τα πιασάρικα συστατικά του in-yer-face theatre: βία, ωμότητα, καταστάσεις που σοκάρουν, αλλά και έναν γλυκό και κακοπαθημένο ήρωα που μας προκαλεί να λυπηθούμε. Ο ορφανός έφηβος Μαξίμ μένει με την άρρωστη γιαγιά του, καπνίζει στις τουαλέτες, βλέπει στον κινηματογράφο ταινίες του Tinto Bras (συγκεκριμένα τον Καλιγούλα --hot αποσπάσματα του οποίου εμβόλιμα και χωρίς ιδιαίτερο λόγο βλέπουμε και στο παρόν ανέβασμα). Όταν είναι έτοιμος να πλαντάξει από την κακομεταχείριση στην οποία όλος ο κόσμος τον υποβάλλει, πλάθει σχήματα με πλαστελίνη ή βλέπει το νεκρό φίλο του να τον καλεί να πάει να τον βρει στον Παράδεισο. Δε λέω ότι το θεατρικό δεν έχει ορισμένες καλές στιγμές, όπως η εναρκτήρια με το γερανό να κατεβάζει ένα φέρετρο με ένα νεκρό παιδί ή αυτή που η πεμπτουσία της αθωότητας Λένα Παπαληγούρα περπατάει με το λευκό της φόρεμα ανάμεσα από σαπουνόφουσκες ή ζητάει από τη μαμά της να της αγοράσει ένα νέο ζευγάρι παπούτσια, αλλά η εναγώνια ανάγκη μας να ανακαλύψουμε το νέο Τσέχωφ θα έπρεπε, θαρρώ, να μη μας κάνει τόσο αυθόρμητους και ενθουσιώδεις, έτοιμους να ξετρελαθούμε με κάθε νέο έργο. Κάθε χρόνο, από τότε που ανακαλύφθηκαν τα έπαθλα, δίνονται θεατρικά βραβεία πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, καλύτερου έργου και ούτω καθεξής και αν είχαν πράγματι αντίκρυσμα, δε θα είχαμε τόσους λίγους Σαίξπηρ, Τσέχωφ και Ίψεν by now.

Η "ακατάλληλη για κάτω των 15 ετών" παράσταση είναι κατά τη γνώμη μου μέτρια στην καλύτερη περίπτωση. Το σκηνικό είναι λιτό και σκοτεινό, η σκηνοθεσία δεν έχει δώσει το κάτι παραπάνω που θα μετέτρεπε ένα τόσο μαύρο και αποσπασματικό έργο με ελάχιστη διάθεση εμβάθυνσης και ελλιπή χαρακτηρολογία σε ανεκτή παράσταση και αυτό που κυρίως σώζει τα πράγματα είναι οι εξαιρετικοί ηθοποιοί της και η συμπαθητική μουσική.

Μετάφραση: Αθηνάς Παραπονιάρη
Σκηνικά - Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης
Φωτισμοί: Μελίνας Μάσχα
Παίζουν: Νικόλαος Αγγελής, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Σοφιάννα Θεοφάνους, Κωστής Καλλιβρετάκης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Παρασύρη, Ναταλία Στυλιανού, Σωτήρης Τσακομίδης, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Μιχάλης Φωτόπουλος

Εθνικό Θέατρο- Πειραματική Σκηνή- Από Μηχανής Θέατρο
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, 210-5231131