Σελίδες

29/5/08

Νύχτες Χαμένων Ερώτων

του Γιούκιο Μισίμα

Το ενδιαφέρον της παλαίμαχης Πέπης Οικονομοπούλου για τις χώρες της Άπω Ανατολής δεν είναι καινούργιο. Η Κίνα και Ιαπωνία τη γοητεύουν τόσο, που της πρώτης μαθαίνει τη γλώσσα και της δεύτερης αναζητάει τα πιο ενδιαφέροντα γραπτά για να τα αναδείξει θεατρικά. Ήδη παλιότερα έχει ανεβάσει έργο του λιγότερο γνωστού Ιάπωνα Yasushi Inoue, ενώ φέτος επανήλθε με τον μυστηριώδη στυλίστα του λόγου Yukio Mishima που η συγγραφική του δραστηριότητα συνοδευόταν από τη λιγότερο επιτυχημένη στρατιωτική του καριέρα, που τον οδήγησε στην αυτοκτονία.

Οι νύχτες χαμένων ερώτων είναι ο γενικός τίτλος τριών μονόπρακτων: Νυχτερινή επίσκεψη, Το κορίτσι με τη βεντάλια και Εκατοστή νύχτα ονομάζονται τα μονόπρακτα που παραστάθηκαν στη χώρα τους με εντελώς διαφορετική φυσικά τεχνοτροπία, αυτή του Θεάτρου Νο, του οποίου την αργή τελετουργική κίνηση προσπάθησε να προσεγγίσει σε μια πιο ευρωπαϊκή και ανάλαφρη μορφή η Οικονομοπούλου στη σκηνοθεσία της. Το παίξιμό της ήταν σωστή μίξη των παραπάνω στοιχείων, κάτι που δεν πέτυχαν απαραίτητα όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης, αλλά η δύναμη της ποιητικής πρόζας του Μισίμα τραβούσε την προσοχή μακριά από τις κακοτοπιές.

Τρεις ιστορίες με χαρακτήρες βαθιά χαραγμένους από τις αναμνήσεις τους: μια βρώμικη γριά, πάλαι ποτέ εκπάγλου καλλονής, μαγεύει με την περιγραφή της ξεπεσμένης ομορφιάς της έναν περαστικό, το φάντασμα μιας παλιάς ερωμένης ζητάει πίσω τον εραστή από το προσκέφαλο της άρρωστης συζύγου του και ένα κορίτσι κάθεται σε ένα παγκάκι κρατώντας μια αντρική βεντάλια περιμένοντας μάταια τον ιδιοκτήτη της. Τα σχεδόν αχρονικά κοστούμια έδωσαν απροσδιόριστη διαχρονικότητα, ο περιπλανώμενος στο εγκαταλελειμμένο θέατρο ποιητής-αφηγητής έδεσε τις τρεις ιστορίες, αλλά αντί για διάλειμμα ανάμεσα στα μονόπρακτα ολιγόλεπτη σιωπηρή συσκότιση της σκηνής θα λειτουργούσε ίσως ακόμη πιο μαγευτικά.

Μετάφραση : Έφη Σταμούλη
Σκηνοθεσία : Πέπη Οικονομοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια : Μαργαρίτα Χατζηϊωάννου
Φωτισμοί : Γιώργος Ταρκάσης
Παίζουν : Πέπη Οικονομοπούλου, Γιώργος Σμπυράκης, Γιώργος Παναγιώτου, Αγγελική Καρυστινού, Ελένη Χατζή

Θίασος Καθρέφτης

Θέατρο Οδού Αντιοχείας
Αντιοχείας 1 και Πιπίνου, Κυψέλη, 210 8832050

23/5/08

Σκουίκ

των Νικόλα Μαραγκόπουλου και Γεωργίας Γεωργαντοπούλου

Σκουίκ είναι ο ήχος που ακούγεται όταν κάτι τρίβεται ή πιέζεται, κάπως έτσι χαριτωμένα πιέζεται και η παράσταση να αποδώσει το αναρχικό, αλλά ελάχιστα τα καταφέρνει. Εγώ αυτό που είδα ήταν η έξοχα δραματοποιημένη φιλοδοξία του Μαραγκόπουλου και της Γεωργαντοπούλου να διηγηθούν ένα αναρχικό παραμύθι. Μόνο που στα παραμύθια σπάνια βαριέται τόσο κανείς, κι όσο για το αναρχικό…δεν ξέρω αν από τους παρευρισκόμενους θύμωσαν περισσότερο οι δια βίου αναρχικοί ή έστω οι γνώστες της αναρχικής θεωρίας ή οι παντελώς άσχετοι με τον εν λόγω τρόπο ζωής.

Πρόκειται για μια τελείως επιδερμική προσέγγιση στον τρόπο ζωής και κυρίως στην ιδιοσυγκρασία του αναρχικού. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να δουλεύει, δεν πρέπει να κατασκευάζει μηχανές να δουλεύουν γι’ αυτόν και να ‘χει χρόνο να αγαπάει το σύντροφό του και να κάνει όσα του αρέσουν στη ζωή, ο θεός δεν υπάρχει οπότε καθένας είναι ο καθ’ όλα υπεύθυνος για τον αυτοπροσδιορισμό και την εξέλιξή του και ο θάνατος…ένα νούφαρο που όσο κι αν το φοβίζεις με άλλα λουλούδια δε φεύγει. Και τελικά δεν είναι μόνο το ρηχό του περιεχομένου του γραφικού εγχειρήματος, αλλά και η άχαρη χρήση του λόγου, αφού ως γνωστόν δεν έχει σημασία αν κάτι έχει ξαναειπωθεί εφόσον ειπωθεί με ενδιαφέροντα τρόπο κι αφού επίσης το κατά περίπτωση devised δε μπορεί πάντα να σώζει από την έλλειψη συνοχής και έμπνευσης.

Δυστυχώς, ούτε οι ερμηνείες δε μπόρεσαν να σώσουν το κακό κείμενο. Μέτριες έως κακές γέμιζαν με μια υπερβολή τα δρώμενα, μήπως και υποβληθεί ο θεατής στη σκέψη «χμ, πρέπει τελικά να υπάρχει κάποιος λόγος που είμαι εδώ». Υπήρχαν βέβαια και κάποιες έντονες στιγμές στο έργο, εκεί όπου παρακολουθεί κανείς ανθρώπους να ξορκίζουν το κακό με το καλό, να παλεύουν κόντρα στο θάνατο με τη ζωή και την πίστη. Ώσπου το μέταλλο της κάνης του όπλου τις κάνει ν’ ανθίσουν, ώσπου η αγάπη να σκοτώσει για να σώσει κι ώσπου να αντιληφθούμε --όσοι θεατές βρισκόμαστε ακόμα σε επίπεδο εγρήγορσης-- την ύλη στο τέλος να παίρνει κάτι από μέσα μας και να γίνεται η μορφή του νιώθω και του προσανατολισμού μας.

Σκηνοθετικά η παράσταση είχε πάντως αρκετό ενδιαφέρον και τα σκηνικά η μουσική και οι φωτισμοί ήταν αξιοπρεπή. Εμφανής και η συμβολή του Κοσμίδη στην πολύ καλή, εν αντιθέσει με το υπόλοιπο πακέτο, κίνηση των ηθοποιών. Το όλο εγχείρημα μονολογούσε πάνω στη σκηνή πως ήταν αυτό: μια μεγάλη, ίσως ρομαντική φιλοδοξία και που παραμένει φιλοδοξία γι’ αυτό το καλοκαίρι τουλάχιστον. Ας ελπίσουμε του χρόνου που θ’ ανέβει ξανά να έχει διορθωθεί λίγο το κείμενο ως προς τη δυναμική του και να μάθουμε όλο και περισσότεροι πως όταν αποφασίζουμε να κοινωνήσουμε τις φιλοδοξίες μας αναλαμβάνοντας τα σχεδόν όλα από σκηνογραφία μέχρι το παίξιμο πρέπει να είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί, ιδίως όταν πρόκειται για παραμύθια.

Κι ας ελπίσουμε επίσης ( για το αναρχικό και το μαγιάτικο του πράγματος):

"The day will come when our silence will be more powerful than the voices you are tomorrow and today".

Σκηνοθεσία -σκηνογραφία- μουσ. επιμέλεια: Ν. Μαραγκόπουλος, Γ. Γεωργαντοπούλου
Φωτισμοί: Γιώργος Κιμούλης
Επιμέλεια Κίνησης: Κυριάκος Κοσμίδης
Παίζουν: Ν. Μαραγκόπουλος, Γ. Γεωργαντοπούλου, Δημοσθένης Φίλιππα, Άννα Βασιλείου, Ηλίας Γκογιάννος, Γιάννης Κοτσαρίνη, Έρση Νιαώτη, Γιώργος Βουρδαμής, Νίκος Αξιώτης

Θέατρο της Άνοιξης
Γερμανικού 20, 210 5238870

Credits: Την τελευταία παράσταση του Σκουίκ παρακολούθησε η azar vagabonde, της οποίας και τη γνώμη δημοσιεύουμε

19/5/08

Παις Όπερα

Για το κοινό της Θεσσαλονίκης που είναι "εκλεκτό, πνευματικά καταρτισμένο και απαιτητικό" και "έχει αποδείξει την αγάπη του για την Όπερα" σύμφωνα με τα λεγόμενα της Λίζας Ξανθοπούλου Καλλιτεχνικής Διευθύντριας της Όπερας Θεσσαλονίκης, διοργανώθηκε για δεύτερη χρονία φέτος το 2ο Φεστιβάλ Παις Όπερα, διάρκειας μιας ολόκληρης ημέρας γεμάτης events, παιχνιδιών, εκθέσεων και πολλών πολλών μπαλονιών και stickers μουσικών οργάνων. Ενώ πέρυσι το Φεστιβάλ έλαβε χώρα στους ενήλικους χώρους του Μύλου, φέτος προσανατολίστηκε πιο ευάερα και ευήλια, στο καλοσχεδιασμένο και indeed ηλιόλουστο Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας Νόησις έναν φουτουριστικό (sic) πολυχώρο στο 6ο χλμ. Θεσσαλονίκης - Θέρμης.

Η Όπερα Θεσσαλονίκης που δεν έχει αυτονομηθεί ακόμη εντελώς και υπάγεται πρακτικά στο Κ.Θ.Β.Ε. , είναι αρκετά δημιουργική και με πιο μοντέρνα κατεύθυνση από τον αργοκίνητο πατρικό φορέα του, προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να αναλάβει εκτός των άλλων και έντονη εκπαιδευτική δράση. Αυτής της διάθεσης για χτίσιμο ουσιαστικής σχέσης μεταξύ των παιδιών και της Όπερας αποτέλεσμα είναι και το παρόν Φεστιβάλ και αν κρίνουμε από την προσέλευση του κοινού το εκπαιδευτικό πρόγραμμα τα πάει μια χαρά. Αφού πρώτα τα παιδάκια έπαιξαν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς με θέματα οπερατικών έργων σε ειδικές εκπαιδευτικές εκδηλώσεις, τώρα κλήθηκαν να κάνουν μια ολοήμερη εξόρμηση στην εξοχή γεμάτη ήχους και χρώματα.

Το υπερ-πλήρες πρόγραμμα που θα μπορούσε να καλύψει και ολόκληρο το Σαββατοκύριακο (αλλά για οικονομικούς κυρίως λόγους περιορίστηκε μόνο στην Κυριακή) ικανοποίησε άνετα και τους συνοδούς των μικρών επισκεπτών καθώς και τους λάτρεις της παιδικής Όπερας κατεξοχήν. Ειδικά αυτοί οι τελευταίοι είχαν την απρόσμενη χαρά να παρακολουθήσουν το Διαγωνισμό σύνθεσης και σκηνοθεσίας παιδικής Όπερας. Με λιμπρέτο βασισμένο στο βιβλίο του Ευγένιου Τριβιζά Ποιος έκανε πιπί στο Μισισιπή έξι συνθέτες που επιλέγησαν μεταξύ 35 περίπου προτάσεων είχαν την ευκαιρία να δουλέψουν με μια ομάδα τραγουδιστών και επαγγελματιών της θεατρικής τέχνης και δουν την μουσική τους σύνθεση να μετατρέπεται σε εικοσάλεπτη όπερα. Ενώπιον της κριτικής επιτροπής διαγωνίσθηκαν οι συνθέσεις των Λ. Τόνια, Σ. Δήμου, Ε. Ρηγάκη, Γ. Καρακάση, Ι. Βαλέτ, Ι. Παπαδάκη σε μουσική διεύθυνση της Κωνσταντίας Γουρζή και μουσική προετοιμασία των τραγουδιστών του Jean – Christoph Charron. Το ποταμόπλοιο και τα παπιά-επιβάτες είχαν ομολογουμένως πολύ πλάκα και ξεχώρισα προσωπικά τη Μαρισία Παπαλεξίου στο ρόλο του κατεργάρικου παπιού και τον Κωνσταντίνο Ντότσικα στο ρόλο του συγχωρητικού καπετάνιου. Οι διεθνείς συντελεστές του εγχειρήματος έδωσαν μια ευρωπαϊκή essence στο διαγωνισμό.

16/5/08

Πάπισσα Ιωάννα

του Εμμανουήλ Ροΐδη

Εξαιτίας του ιδιαίτερου ενδιαφέροντός μου για απαγορευμένα βιβλία (ανεξαρτήτως λόγου που τα καταδίκασε σ’ αυτή την κατηγορία σε κάποια στιγμή της ζωής τους) από μικρή ηλικία, και παίρνοντάς τα με τη σειρά, από τους Σατανικούς Στίχους του Salman Rushdie μέχρι τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλι του Laurence, έπεσα νωρίς πάνω στην Πάπισσα Ιωάννα. Με τις πρώτες αράδες κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτό που περίμενα: ήταν υπερβολικά διασκεδαστικό για να έχει κάποιος ψυχή να το απαγορέψει, και χιουμοριστικά πηγαίο για να προσβληθεί κανείς απ’ αυτό. Είναι σα να απαγόρευε το αθώο γέλιο όσων δεν πηγαίνουν και πολύ το εκκλησιαστικό καταστημένο και την υποκρισία του, τι, δεν είχαν κι αυτοί το δικαίωμα να κοροϊδέψουν λιγάκι;

Τότε όμως ακόμη η εκκλησία είχε πολύ εξουσία (μην τάχα δεν έχει ακόμη, αφού η συζήτηση του πολυπόθητου διαχωρισμού κράτους και εκκλησίας μπαίνει συνέχεια στο ψυγείο;) και ειδικά το θεσμό του Παπισμού τον είχαν όλοι περί πολλού. Να γιατί το πόνημα του Ροΐδη ξεσήκωσε θύελλες το 1866, απασχόλησε την Ιερά Σύνοδο και του στοίχισε τον αφορισμό. Το μυθιστόρημα υποτίθεται ότι είναι φανταστικό, αλλά, εκτός των αναρίθμητων πηγών από τους μεσαιωνικούς χρόνους ακόμη και πρόσφατα ο Peter Stanford υποστήριξε την πιστότητα του γεγονότος, χωρίς βέβαια να έχει υπόψιν του πραγματικές αποδείξεις, αλλά βασιζόμενος στην ευρύτητα του φαινομένου της παρενδυσίας στους εκκλησιαστικούς κύκλους κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα. Εξαιτίας της δύσκολης ζωής οπουδήποτε αλλού, πολλοί ήταν αυτοί που κατέφευγαν στα μοναστήρια και αρκετές γυναίκες επέλεγαν να ντυθούν άντρες, ώστε να έχουν πρόσβαση στα ανώτατα αξιώματα του εκκλησιαστικού στερεώματος, κάτι που συνήθως δεν αποκαλυπτόταν πριν από το θάνατό τους κατά την προετοιμασία για την ταφή.

Ανάκατες φήμες τέτοιων ιστοριών προφανώς ενέπνευσαν το Ροΐδη και έπλασε την Πάπισσα Ιωάννα που ο πατέρας της ήταν Άγγλος μοναχός. Ευφυής και χαριτωμένη, συσσώρευε γνώσεις από τη διδασκαλία του πατέρα της και μέσω της ανάγνωσης, μέχρι που πηγαίνοντας ως υπεύθυνη βιβλιοθήκης σε ένα γυναικείο μοναστήρι, ερωτεύτηκε τον προσκεκλημένο καλόγερο Φρουμέντιο, τον οποίο ακολούθησε ντυμένη άντρας σε μια αντρική μονή. Τα χρόνια πέρασαν και η Ιωάννα σκλήρυνε και ζητούσε πιο πολλά από τις απλές απολαύσεις της ζωής: παράτησε το ζηλιάρη ερωμένο της και μπάρκαρε για τη Ρώμη, όπου από γραμματέας αναρριχήθηκε στο αξίωμα του Πάπα. Η ιστορία ακούγεται χαριτωμένη από μόνη της, προσθέστε τώρα και την ειρωνεία του Εμμανουήλ και φανταστείτε το αποτέλεσμα. (ή απλώς διαβάστε το εδώ). Η γλώσσα του είναι μια χυμώδης καθαρεύουσα, ενδεχομένως κάπως δυσνόητη για όσους την πρωτοσυναντούν, αλλά αυτοί δεν είναι και πολλοί, δεδομένου ότι οι γονείς και οι παπούδες μας διδάχτηκαν καθαρεύουσα και όλοι εμείς πάλι διδαχτήκαμε εκτός από αρχαία και κείμενα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού και τόσα άλλα (χα). Όπως και να 'χει, η σκηνοθεσία ήταν αρκετά περιγραφική, τόσο που δε γίνεται να σου ξεφύγουν ούτε οι ερωτικοί εναγκαλισμοί, ούτε τα γεννητούρια ούτε τα παιχνίδια των καλογήρων.

Ο Χατζάκης ορθώς διασκεύασε το κείμενο μόνο ώστε να το καταστήσει περισσότερο θεατρικό και δεν πείραξε τη γλώσσα, η οποία ρέει τόσο άνετα και χιουμοριστικά που θα ήταν χάσιμο ποιότητας να απλουστευθεί καθ 'οιονδήποτε τρόπο (όσο κι αν τέτοιες απλουστευμένες εκδοχές είναι αρκετά της μόδας στα εκδοτικά πράγματα τα τελευταία χρόνια). Διάλογοι δημιουργήθηκαν από τη συρραφή επιμέρους κομματιών, γιατί το ίδιο το έργο είναι κατεξοχήν αφηγηματικό, και οι περιγραφές εντάχθηκαν το ίδιο ομαλά όπως και οι άγγελοι που φορούσαν ένα μεγάλο λευκό φτερό στην πλάτη ή η φιγούρα του Θεού, αγγέλου, αναγνώστη που παρακολουθώντας ψηλά από το σκηνικό τα τεκταινόμενα κλαίει με λυγμούς στο τέλος για το χαμό της Ιωάννας. Το σκηνικό είναι σχηματικό και μοντέρνο, με τη χρήση τύπου σιδερόβεργας για τα μέρη εκκλησιών και τα κοστούμια αποδίδουν κυρίως την ιδιότητα παρά την εποχή. Η Κατσιαδάκη ως Ιωάννα δεν ήταν κακή (αν και θεατές κατά την έξοδο υποστήριξαν ότι και βέβαια ήταν, για την ακρίβεια ότι "δεν τους άρεσε υποκριτικά"), αλλά έχανε μπροστά στα νεότερα παιδιά του σχήματος. Η ειρωνεία του
Ροΐδη πάλι αρκετές στιγμές αποδόθηκε χονδροειδώς, χωρίς αυτό να κάνει τόσο κακό στην παράσταση, όσο στην ίδια την ανάμνηση του κειμένου.

Γενικά, το εγχείρημα να παρασταθεί ένα τέτοιο κείμενο είναι από δύσκολο έως και ακατόρθωτο
, οπότε μάλλον το κοινό μένει ευχαριστημένο έστω και για την προσπάθεια. Και θα μείνει με χαμόγελο ακούγοντας προς το τέλος ότι ο μαινόμενος όχλος μόλις έγινε αυτόπτης μάρτυς της απρόσμενης γέννας, αντί να παρασυρθεί από τους ιερείς που φώναζαν "θαύμα, θαύμα" ζητούσε " να ρίψη εις τον Τίβεριν Πάπισσαν και παπίδιον". Αφορμή για ανάγνωση, κυρίως η παράσταση. Ακόμη και επανανάγνωση ή έστω ευχάριστη ενθύμηση. Προλαβαίνετε τις δυο τελευταίες παραστάσεις του τολμηρού ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Να επισημάνω ότι η παράσταση έχει εξαιρετική μουσική επένδυση.

Διασκευή – σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Σκηνικά: Έρση Δρίνη
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Ευγένιος Βούλγαρης
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Παίζουν: Μαρία Κατσιαδάκη, Άρης Τρουπάκης, Χρήστος Μαλάκης, Μαριάνθη Φωτάκη, Δήμητρα Λαρεντζάκη, Αλέξανδρος Τσακίρης, Μαρία Πανουργιά, Λευτέρης Παπακώστας, Γιώργος Μάρκου

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας

Θέατρο Βεάκη,
Στουρνάρη 32, Αθήνα, 210 5223522

9/5/08

Bob Theatre Festival

Από 12 έως 18 Μαΐου το θεατρόφιλο κοινό που στεναχωριόταν ότι ίσως και να έχασε μερικές από τις καλύτερες παραστάσεις της ζωής του, θα μπορέσει να διορθώσει αυτό το ολέθριο λάθος. Παραστάσεις των δυο τελευταίων ετών που κατάφεραν να συνδυάσουν νεανικό concept, έξυπνο χιούμορ και εμπορικότητα --γιατί εμείς δε θεωρούμε τη λέξη αυτή μιαρή-- επέλεξε να παρουσιάσει σε ένα δυναμικό wrap-up στο τέλος της σαιζόν ο Γιάννης Σαρακατσάνης στο θέατρο Χώρα. Μιλάμε για παραστάσεις μερικές από τις οποίες λάτρεψε αθεράπευτα το Θέατρο για Όλους, γι' αυτό και τις ξαναπροτείνει δίχως δεύτερη κουβέντα. Ας δούμε αναλυτικότερα ποιες είναι αυτές: πρώτη και καλύτερη η ανόσια σάτιρα Εκεί, εκεί στην Κόλαση με την ομάδα Ab Ovo να αποκαθηλώνει ξεκαρδιστικά κάθε ιερό και όσιο.Όλες οι υπόλοιπες δουλειές τους, με το πολύχρωμο Ζελόβ που ψάχνει με μανία μια βελτιωμένη έκδοση της αγάπης θα παρουσιαστούν εξίσου (Αυτός, Αυτή και Αυτά, Ελλάδα είσαι Πρέζα), όπως και η νέα τους θεατρική δημιουργίες σε avant-premiere, ο διαστημικός Πλανήτης.

Το ίδιο δυναμικά επανέρχεται και η Γεωργία Μαυραγάνη, χαμένη σε ερωτικές ονειροπολήσεις και μουσικές, για να μας παρουσιάσει εκ νέου τις δυο τελευταίες τις δουλειές που μάγεψαν πραγματικά το κοινό ή εμένα τουλάχιστον, για να ακριβολογώ. Haruki Murakami και Οταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα και η θεατρική ανάπλαση του Breakfast at Tiffany's Από δω και πέρα μόνο Happy End και τα δυο με την αγαπημένη μας Βάσω Καβαλιεράτου. Δεν ξεχνώ τον πιο τρελούτσικο Δράκουλα ever, το μιούζικαλ των Ex Animo Νοσφεράτου Διδόντικους με τις μουσικές του Στάθη Δρογώση και στίχους που πρέπει να τους προσέξεις ιδιαίτερα. Όλα αυτά συνδυάζονται με μουσικές συναυλίες σχημάτων όπως οι Imam Baildi και οι Berlin Brides και σε τιμές αρκετά προσιτές (από 20 – 30 € την ημέρα ή 10 – 15 € ανά παραγωγή). Δεν έχω παρά να σας ευχηθώ καλή διασκέδαση.

Αμοργού 20, Κυψέλη,210 8673945