Σελίδες

16/2/08

Inoubliable | Video Report

του Βασίλης Χριστοφιλάκη


Ένας serial killer που σκοτώνει ύστερα από πολλή και συγκροτημένη σκέψη δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Ο James εκδικείται τους μικροπρεπείς ανθρώπους, όσους τον κοροϊδεύουν για τη διαφορετικότητά του, όσους πουλάνε μούρη, όσους γενικά θα θέλαμε κι εμείς άνετα να χαστουκίσουμε, αν μη τι άλλο. Ο Χριστοφιλάκης ορεξάτος για παιχνίδια με το λόγο δίνει ένα καλογραμμένο (τόσο που θα διασκέδαζε εξίσου και στο χαρτί) σπονδυλωτό, νιχιλιστικό θεατρικό για μια κοινωνία που μονάχα με ειρωνεία μπορεί να αντιμετωπιστεί, μια κοινωνία στην οποία "η αυτοεκτίμηση έχει πιάσει πάτο και τα κορίτσια αγοράζουν Wonderbra". Στο απάνθισμα σκηνών του παραπάνω clip περιλαμβάνεται και η αγαπημένη μας, το Scrabble, μέρος της συνομιλίας του James με το κουκλάκι και άλλα τρελά. Απολαυστικό μαύρο χιούμορ, black and white σκηνικά και κοστούμια, διασκεδαστικές μουσικές και δυνατές ερμηνείες. Για τον Καλπακίδη (Διάβολος, Ισπανός) μιλούν οι περισσότεροι, ο δολοφόνος-Σιούλης έχει αποκτήσει ήδη θαυμάστριες και τα κορίτσια, η μοιραία Βλάχου και η χαμαιλεοντική Πουλουτιάδου συμπληρώνουν μια ομάδα που απευθύνεται σε όσους έχουν το φλέγμα και τη μετα-μοντέρνα τόλμη να 'ρθουν καταπρόσωπο με τους δαίμονές τους.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Χριστοφιλάκης, Πέτρος Καλογήρου
Σκηνικά - Kοστούμια: Δημήτρης Κούσουλας
Φωτισμοί: Τάσος Ζαφειρόπουλος
Παίζουν: Σταύρος Σιούλης, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Μαριάννα Πουλουτιάδου, Βασιλική Βλάχου, Γιάννης Σιούτης, Τόνια Ζαφείρη

Θέατρο του Νέου Κόσμου

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Φιξ, 210 9212900

13/2/08

Το Τυφλό Σημείο

του Γιάννη Μαυριτσάκη

Τυφλό σημείο ή σκότωμα ονομάζεται ένα κενό στο οπτικό πεδίο, ένα τμήμα που αντιστοιχεί στην απουσία φωτοευαίσθητων κυττάρων στον οπτικό δίσκο του αμφιβληστροειδούς. Ο εγκέφαλος βέβαια συμπληρώνει αυτό το κενό κακήν-κακώς και το τυφλό σημείο δε γίνεται αντιληπτό, οι συμπληρωματικές πληροφορίες όμως είναι απλώς κατά προσέγγιση, άρα ίσως και λανθασμένες.

Τυφλό Σημείο ονομάζεται το θεατρικό του Γιάννη Μαυριτσάκη που πραγματεύεται τον πόνο και την τρέλα στην οποία σε οδηγεί η απώλεια. Με πρωταγωνίστρια τη Νίκη, μια γυναίκα που ο σύζυγός της την έχει εγκαταλείψει, αλλά και με άλλους ευκαιριακούς πρωταγωνιστές –τους οποίους συνιστούν όσοι γνωρίζει η Νίκη στην φαινομενικά άδεια καθημερινότητά της—το θεατρικό που έχει επιλεγεί από το Ευρωπαϊκό Εργαστήρι Μετάφρασης να ενταχθεί στη σειρά LabelEuropa (δηλαδή έργα που επιλέχθηκαν να μεταφραστούν σε αρκετές Ευρωπαϊκέςγλώσσες) έχει καλές στιγμές, αλλά δεν είναι δα και εξωφρενικά πρωτότυπο.

Η σύγχρονη απανθρωπιά, η κυνικότητα και η αποξένωση παρουσιάζονται μέσα από σπονδυλωτά επεισόδια που περιλαμβάνουν χαρακτήρες όπως ένας κρεοπώλης που στη συνέχεια γίνεται φορτηγατζής και τιμωρός άγγελος, μια μεσήλικη που πουλάει χαρτομάντιλα στα φανάρια, ένας αντιπαθητικός χήρος που βγάζει το ψωμί του βοηθώντας σε διεκπεραίωση υποθέσεων εμπορίας λευκής σαρκός και δυο αλητάκια που ψάχνουν τη χαμένη αδρεναλίνη στον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου. Όλοι συναντούν κάπου τη Νίκη, σε ένα παγκάκι, σε ένα σταυροδρόμι, στο σούπερ μάρκετ και όλοι ασχολούνται μαζί της, γιατί είναι ωραία, αλλά θλιμμένη.

Το θεατρικό χρησιμοποιεί δραματουργικά την τεχνική της αποστασιοποίησης, μας αφήνει ερμητικά κλεισμένους έξω από τα πάθη των ηρώων και, τολμώ να πω, μας δημιουργεί αφόρητη απέχθεια προς τα πρόσωπά τους (ή μπορεί η αίσθηση αυτή να ήταν καθαρά προσωπική). Η σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα δείχνει έντονη προσπάθεια να το χρωματίσει με περισσότερα στοιχεία, όχι ότι δεν αφήνεται και σε ορισμένες ευκολίες (η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη, άλλωστε). Έξυπνη είναι, για παράδειγμα, η επιλογή της να βάλει χάρτινα ταμπελάκια να κρέμονται από τα παλτώ των ηθοποιών, μια πράξη που θέλει να παραπέμψει σε νιχιλιστικού τύπου σχόλια: όπως ένα πτώμα στο νεκροτομείο είναι χωρίς ταυτότητα και μόνο σε ένα καρτελάκι σημειώνονται τα βασικά στοιχεία του ( το συνειρμό βοηθάει εικόνα από το πρόγραμμα της παράστασης), έτσι και οι χαρακτήρες κυκλοφορούν ουσιαστικά χωρίς ταυτότητα, χωρίς κανείς απ’ όσους συναντούν να τους γνωρίζει πραγματικά, αλλά ούτε και οι ίδιοι να γνωρίζουν τα έγκατα της ψυχής τους. Ή σα να είναι προϊόντα προς πώληση και αυτοί, όπως η ανήλικη που ξεπαγιάζει γυμνή στο χιόνι.

Οι ηθοποιοί βάζουν τα δυνατά τους και καταφέρνουν να εμποτίσουν με τόνους απελπισίας και φυσικότητας το ρόλο τους, ειδικά η Ακλίδη και ο Αναστασάκης. Bonus στο Βασίλη Μαντζούκη ή σε όποιον σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το ξεχασμένο, αλλά που κουβαλάει θολά ζεστές αναμνήσεις τραγούδι για να δώσει φανερή ελληνικότητα στο ασαφές τοπίο του σκηνικού:

Μα τι να πω
Που 'μαι στεγνός από ψιλά κι από παρέα
Και σ’αγαπώ
Γιατί είσαι άπιαστη σαν όλα τα ωραία

Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνικά - Κοστούμια - Μουσική: Βασίλης Μαντζούκης
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Παίζουν: Πολυξένη Ακλίδη, Γιάννης Αναστασάκης, Δημοσθένης Ελευθεριάδης, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Τάνια Παπαδοπούλου, Απόστολος Πελεκάνος, Δημήτρης Τάρλοου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Θέατρο Πορεία

Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, 210 8210991

10/2/08

Βάσσα

του Μαξίμ Γκόργκι

Είναι τελικά απολαυστικό όσο τίποτα άλλο να παρακολουθείς στο θέατρο την ιστορία μιας οικογένειας. Αυτό είναι παλαίτατα γνωστό -ήδη από την εποχή των Ατρειδών. Με την ιστορία μιας τέτοιας οικογένειας καταπιάστηκε ο Maxim Gorky στο έργο του Βάσσα το οποίο ανεβαίνει φέτος στη πρώτη του εκδοχή από την Θεατρική Αστική Εταιρεία Πράξη - Μπέττυ Αρβανίτη. Γραμμένο στα 1910 το έργο του Γκόργκι λίγο πριν την Ρώσική Επανάσταση με όχι τόσο διακριτή ακόμα για μερικούς την πιό πολιτικοποιημένη του σύνθεση στην οποία θα καταλήξει το 1935 μεταεπαναστατικά, φέρει ωστόσο σε αυτή την μη στρατευμένη του εκδοχή ακόμα μια απίστευτη κι ίσως πιό ουσιαστική δυναμική προκειμένου ο θεατής να αντιληφθεί ξεκάθαρα ότι οι αληθινές ζυμώσεις του πιο πραγματικού κόσμου συμβαίνουν στον κοινωνικό του πυρήνα που δεν είναι άλλος από το οικογενειάκο σύστημα.

Στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας μέσα σε σιδερένια ασφάλιστρα - ρολλά η έδρα της αγίας οικογένειας δεσπόζει στο κέντρο της σκηνής σίγουρη και περιφρουρημένη δέσμευση και επένδυση ταυτόχρονα ενός ολόκληρου οικονομικού κυρίως πολιτισμού και κόσμου. Στην κεφαλή αυτής της τράπεζας τώρα που ο πατέρας πνέει βαριά τα λοίσθια έχει αναλάβει τα κουμάντα μια μάνα, η Βάσσα. Γύρω της αναπτύσσεται ένα πολυσύνθετο πλέγμα σχέσεων, αντιπαραθέσεων και συνομωσιών υποκινούμενο πολλές φορές κι από εκείνη την ίδια. Μυστικά και ψέμματα, ενοχές και καλά φυλαγμένα απωθημένα συναισθήματα λεπτών αποχρώσεων και αντοχών αφήνονται να ξεσπάσουν ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας των Ζελεζνόφ που προσπαθούν ή και όχι να διατηρήσουν μάταια το υπάρχον δοκιμασμένο σύστημα - καθεστώς πριν και μετά το καταλυτικό γεγονός του θανάτου του αφέντη(;) πατέρα. Μέσα στη δίνη αυτών των εξελίξεων μιας οικόγένειας σε κατάρρευση, η Βάσσα αναδεικνύεται φέρουσα και υπο - φέρουσα την τραγική φύση μιας μητριαρχικής φιγούρας.

Ο Στάθης Λιβαθινός έκανε για μιά ακόμη φορά το Θαύμα του. Έχοντας στη διάθεσή του ακόμα και για τον μικρότερο ρόλο της παράστασης ηθοποιούς πρώτης κλάσης και γραμμής όπως η εξαιρετική Ελένη Ουζουνίδου ανέδειξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε μια παράσταση υψηλότατων αξιώσεων την πολυπλοκότητα και την ποιότητα των σχέσεων όλων αυτών των ολοζώντανων χαρακτήρων του Γκόργκι. Ένας ένας με τη σειρά τους οι ηθοποιοί αρχής γενομένης από την Μπέττυ Αρβανίτη και χωρίς καμία εξαίρεση υπηρετούν με τον πλέον εκφραστικό τρόπο μια παράσταση συνόλου που δεν πρεπει φέτος με τίποτα να χάσετε. Τελευταίο hint της παράστασης: το βλέμμα της Μαρίας Καλλιμάνη.

Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός
Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη
Σκηνικά - κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Μάνος Βακούσης, Κώστας Γαλανάκης, Ευτυχία Γιακουμή, Μαρία Καλλιμάνη, Ηλίας Κουνέλας, Αννα Κουτσαφτίκη, Ελένη Ουζουνίδου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου

Θέατρο οδού Κεφαλληνίας
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, 210 8838727

6/2/08

Σαραντάρα και πρωτάρης ή η εκθρόνιση της Βάνας

του Terry Johnson

«Nαι, μ' ενοχλεί πολύ ο χρόνος που περνάει και αφήνει τα σημάδια στο πρόσωπο και το σώμα μου.», είχε δηλώσει μερικά χρόνια πριν το πάλαι ποτέ sex symbol Βάνα Μπάρμπα. Τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος σε αγαπημένους σταρ, πόσο μάλλον σε σύμβολα του σεξ, ενοχλούν εμάς ακόμη περισσότερο, γιατί μας χαλούν την εικόνα που είχε αποκρυσταλλωθεί στο θησαυροφυλάκιο αστέρων που κρύβουμε μέσα στο κεφάλι μας. Η εικόνα της Βάνας Μπάρμπα του Mediterraneo και των σέξι φωτογραφήσεων –κυρίως εκείνης της ανομολόγητα ερωτικής φωτογραφίας που ως σειρήνα είχε πιαστεί (κυριολεκτικά) στα δίχτυα του (εσχάτως μακαρίτη) Ντίνου Διαμαντόπουλου— θέλαμε να μείνει αλώβητη έτσι όπως είχε αποτυπωθεί τότε γεμάτη νιάτα, ιλιγγιώδη θέλγητρα και μη-μετρήσιμο sex appeal.

Ο χρόνος όμως δε χαρίζεται σε κανέναν και αλίμονο σε όποιον δεν ξέρει να προφυλάξει τον εαυτό του. Μια ιδέα γαργαλιστική και πολλά υποσχόμενη μπορεί να καταλήξει σε πανωλεθρία, όπως αποδείχτηκε με την περιβόητη παράσταση Σαραντάρα και Πρωτάρης που παίζεται ετεροχρονισμένα στην Αθήνα (και κατεβαίνει πριν βγάλει ολόκληρη τη χρονιά). Εξαρχής, το ανέβασμα του Terry Johnson ήταν εν ολίγοις αχρείαστο και άστοχο, όπως πολλοί δε δίστασαν να γράψουν και κύριος κράχτης στα εκάστοτε ανεβάσματα ήταν το «ξεγύμνωμα» της Mrs Robinson. Η προσπάθεια να αλλάξει το κέντρο βάρους της ταινίας , έτσι ώστε στη θεατρική εκδοχή του ο Πρωτάρης να έχει καταλήξει σπαρταριστή κωμωδία, ήταν μια ακόμη άτοπη ενέργεια, όσο και η μεγαλύτερη διάθεση για αποκαλύψεις. Αυτά που ο κινηματογραφικός φακός μπορεί να κρύβει/υπονοεί με ένα διακριτικό καδράρισμα, ο εκάστοτε θεατρικός σκηνοθέτης αποφάσισε ατρόμητα να ξεμπροστιάσει. Ενώ στην ταινία The Graduate ο ερωτισμός πήρε τη μορφή της classy φιγούρας της Anne Bankroft να αποκαλύπτει τις ζαρτιέρες της, στα λονδρέζικα και νεοϋορκέζικα ανεβάσματα η Kathleen Turner άφησε το κοινό να τη δει ολόγυμνη με χαμηλό φωτισμό, το ίδιο και η μόλις τριαντάρα Jerry Hall --που δεν είχε λόγο να κρύβεται ούτως ή άλλως.

Στο θέατρο Βρετάνια, όμως, ο Γιαννης Ιορδανίδης άφησε την πρωταγωνίστριά του εκτεθειμένη στα φώτα της ράμπας και στο αδηφάγο βλέμμα του κοινού. Όχι φυσικά ότι η Βάνα βγήκε στη σκηνή ολόγυμνη, θεός φυλάξει, αλλά το συνεχές ημί-γυμνο look με τις ζαρτιέρες και τους κορσέδες που επιστρατεύτηκαν απέτυχε. Δυστυχώς η φυσική της κατάσταση δε συμπορεύεται με το νεότατο πνεύμα της και ο Ιορδανίδης αν μη τι άλλο θα έπρεπε να έχει συναίσθηση του πρακτέου. Έχοντας υπ' όψιν μας και τη σχετικά μικρή επαφή της Βάνας με το θέατρο, το εγχείρημα του ξεγυμνώματός φαντάζει κάτι λιγότερο από γύρο του θανάτου. Αμήχανη και απροστάτευτη, κάτω από σκληρό, έντονο φωτισμό και περιτριγυρισμένη από κιτς, φτηνό σκηνικό η Βάνα Μπάρμπα πάσχιζε να είναι φυσική και να νιώσει το ρόλο της σαραντάρας πλανεύτρας με εμφανή έλλειψη αυτοπεποίθησης. Ανοίκεια ένιωσα εγώ από τη θέση μου ακόμη περισσότερο, που αναγκάστηκα να αντικρύσω την ανεπάρκειά της και την επιχειρηματική πραγματικότητα κατάματα: τα πιο κακόγουστα concepts υλοποιούνται στο βωμό του κέρδους (όσο κλισέ κι αν ακούγεται) μόνο για να διαλύσουν τις εναπομείνασες φαντασιώσεις μας.

Δε θα σταθώ στο σοβαρότερο (κατ' άλλους) πρόβλημα του θεατρικού, αυτό του συμπρωταγωνιστή Άνθιμου με το μόνιμα καρφωμένο βλακώδες χαμόγελο στο πρόσωπό του. Η αλήθεια είναι ότι φαινόταν να προσπαθεί πολύ, αλλά για το καλό του, ελπίζω να μην ήταν αυτό το μέγιστο που μπορεί να δώσει. Ούτε στο κατά πόσο σώζεται η παράσταση από το Τζώρτζη και την Τσακαλία. Αυτό που όλοι αισθάνθηκαν, γι' αυτό και μουγγάθηκαν αφήνοντας τα σχόλια γι' αργότερα, είναι το πόσο εύκολα το image ενός sex symbol μπορεί να σκάσει σα σαπουνόφουσκα.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ιορδανίδης
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κοέν
Σκηνικά: Γιώργος Ασημακόπουλος
Κοστούμια: Χριστίνα Κωστέα
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Παίζουν: Βάνα Μπάρμπα, Άνθιμος Ανανιάδης, Γιώργος Τζώρτζης, Ηλέκτρα Τσακαλία, Απόστολος Σοφιανός, Χάρης Γεωργιάδης, Βάσια Βασιλείου

Βρετάνια
Πανεπιστημίου 7, 210 3221579

1/2/08

Escape

του Νίκου Βεντουράτου

Ότι βάζοντας δίπλα-δίπλα τις λέξεις μιούζικαλ και ελληνικό προκαλείς γέλωτα, είναι γνωστό. Ότι κόσμος και κοσμάκης (Βουγιουκλάκη, Βίσση, Ντενίση) προσπάθησαν με αμφίβολα αποτελέσματα να δώσουν ώθηση σε αυτό το υπό εξαφάνιση είδος στην Ελλάδα, είναι επίσης γνωστό. Σήμερα όμως, όσο ποτέ, πλείστα talent shows μας πείθουν ότι το κοινό και οι performers πληθαίνουν και ζητάνε μουσικοχορευτικό θέαμα. Και στα χνάρια της Ελληνικής Θεαμάτων, η Σία Κοσκινά (με παρελθόν στο μιούζικαλ) με το Νίκο Βεντουράτο (που χαίρει άκρως cult φήμης για τις μουσικές του ενασχολήσεις) αποφάσισαν να δώσουν στο κοινό αυτό που ψάχνει. To Escape.

Το θέατρο Βρετάνια δεν έχει το παλιό του glamour, αλλά οι Δευτέρες και οι Τρίτες του είναι μέσα στο συνωστισμό. Όπου ακούς πολλά κεράσια, όμως, κράτα μικρό καλάθι, λένε, άρα, όπου ακούς " 3D μουσική κυβερνοπαράσταση" τι καλαθάκι να κρατήσεις; Το plot που δένει μαζί τραγούδια από γνωστά μιούζικαλ όπως Blood Brothers, Romeo & Juliet, Jekyll & Hyde, Fantome of the Opera, Notre Dame de Paris, Rocky Horror Show και Moulin Rouge είναι τόσο απλό όσο και ανεπαρκές: συγγραφέας ονόματι Christian αγοράζει ένα πρόγραμμα εικονικής πραγματικότητας για να ζήσει μέσα σ' αυτό εμπειρίες που στη συνέχεια θα μεταφέρει στο χαρτί. Οι εμπειρίες του είναι συνώνυμες με σκηνές από τα παραπάνω μιούζικαλ, ώσπου στο τέλος αποφασίζει να γράψει μια ιστορία και συνειδητοποιούμε ότι είναι ο Christian του Moulin Rouge που ερωτεύεται μια Satine πολύ λίγη για το ρόλο και τελικά χάνεται στον κυβερνοχώρο, αυτόν τον αχανή ιστό-web όπου βασιλεύει η S.i.a.-Σία Κοσκινά.

Μόνο ένας Βεντουράτος θα μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιο concept με επιεικώς κακής ποιότητας 3D effects και με τη δήθεν πρωταγωνίστρια Σία (καθαρά όνομα-κράχτης) να λέει μόνο το τραγούδι του φινάλε, και μέχρι τότε να ακούμε μόνο τη φωνή της- ως πλοηγού του προγράμματος. Για καλή μας τύχη, οι Musicult Reactor Dreams, ένα τσούρμο αγόρια και κορίτσια που τραγουδούν και χορεύουν δεν είναι κακοί, αν εξαιρέσουμε την εμφανή δυσκολία που έχουν με την προφορά σε αγγλικό και κυρίως γαλλικό στίχο. Όχι ότι έχουν όλοι το ρόλο που τους ταιριάζει, φοράνε τουλάχιστον τα σωστά κοστούμια. Ξεχωρίζει ο --αταίριαστος στη συγκεκριμένη παραγωγή-- Αξιώτης, όμως δεν αρνούμαι ότι κάτι μέσα μας φωνάζει πως σαν promo line της παράστασης θα ταίριαζε το: "η Σία παρουσιάζει την πρόοδο των μαθητών της από το ωδείο". Το πιο διασκεδαστικό και σκαμπρόζικο νούμερο είναι σίγουρα αυτό από το Rocky Horror Picture Show, άντε και η Σία-αράχνη στο τέλος. Η αίσθηση που αφήνει πάντως, δεν ήταν τόσο κακή για τουρλουμπούκι, τελικά. Όσο για τη σημειολογία του τίτλου, το esc(ape) αναφέρεται στο κουμπάκι του p.c. που σε φέρνει πίσω στην πραγματικότητα.

Σενάριο – μουσική – τραγούδια : Νίκος Βεντουράτος
Σκηνογραφία – σκηνοθεσία: Βασίλης Λαζαρίδης
Κοστούμια : Δέσποινα Χειμώνα
Χορογραφίες : Αντώνης Λιβερόπουλος
Ενορχήστρωση – Διεύθυνση ορχήστρας : Αντώνης Καρατζίκης
Φωτισμοί: Nady Francis
Τραγουδούν-Χορεύουν: Δημήτρης Αϊβαλιώτης, Βασίλης Αξιώτης, Φωτεινή Ασημακοπούλου, Βασίλης Γιακουμάρος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Ευφροσύνη Δημοπούλου, Μυρσίνη Δοξοπούλου,Άρτεμης Ζάννου, Μανώλης Θεοδωράκης, Ελένη Κατζόλα, Αντώνης Λιβερόπουλος, Αγγελική Μουρτζούκου, Νίκος Ρουσάκης, Αντώνης Τανισκίδης, Αδάμ Τσαρούχης, Λίντα Φένγκ

Βρετάνια
Πανεπιστημίου 7, 210 3221579

29/1/08

Εσωτερικές Ειδήσεις

του Μάριου Ποντίκα

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος που παρακολούθησε την παράσταση από την μπροστινή σειρά είναι λογικά πιο αρμόδιος να πει τη γνώμη του γι’ αυτή, αν μη τι άλλο γιατί το θεατρικό κείμενο του Μάριου Ποντίκα άπτεται περισσότερο των δικών του εμπειριών, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι έχει μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική ευαισθησία για τον τόπο αυτό απ’ ότι η δική μας αδιάφορη γενιά. Το ίδιο το κείμενο, εν είδει «θεατρικού ρεπορτάζ» γράφτηκε χρόνια πριν και περιγράφει την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της ως άλλος Κρόνος. «Είμαι περήφανος που είμαι Έλλην», επιμένει στωικά ο Γιώργος Αρμένης σε βιντεοσκοπημένα στιγμιότυπα κατά τη διάρκεια της παράστασης, αφού σα στρίγγλα δασκάλα η πατρίδα τον έχει βάλει τιμωρία στη γωνία. Εικόνα εξαιρετικής θλίψης και απελπισίας, ο ηλικιωμένος που στέκεται στο ένα πόδι και με δυσκολία κρατάει την ισορροπία του, ενώ δηλώνει την περηφάνια για την καταγωγή του, ανάμεσα όμως σε διάσπαρτα παράπονα για την απουσία ανταπόκρισης στα ειλικρινή αισθήματά του. ( Πληρώνω τους φόρους μου, λέει, κάνω το ένα, κάνω το άλλο, γιατί εσύ δε δείχνεις να μ’αγαπάς λιγάκι...) Έτσι ένιωθαν τότε, όταν ο Ποντίκας αποτύπωνε την καθημερινότητα του ’79-‘80, έτσι νιώθουμε κι εμείς τώρα ( "Ελλάδα, συγγνώμη, αν θες ν’ αλλάξω γνώμη, πρέπει κι εσύ να μάθεις ν’ αγαπάς" ), αλλά προτιμάμε να το ξεχνάμε για να μην εκπατριστούμε κακήν-κακώς.

Η διάχυτη απογοήτευση προς τη μητέρα πατρίδα είναι μάλλον ο λόγος που μια ομάδα νέα παιδιά, απόφοιτοι της Σχολής του Αρμένη διάλεξαν αυτό το σατιρικό σπονδυλωτό θεατρικό του Ποντίκα και για λόγους εκσυγχρονισμού προφανώς άλλαξαν και το ελάχιστο στοιχείο καθαρεύουσας στη νεοελληνική. Από Εσωτερικαί οι Ειδήσεις έγιναν μεν Εσωτερικές, αλλά οι αναφορές στη γαρδούμπα, τα παϊδάκια και το αρνάκι που απολαμβάνει ένα ζευγάρι καλοφαγάδων προδίδει από την αρχή την εποχή γραφής του. Τότε, με διάφορες εθνικές υποδουλώσεις και ανέχειες να είναι ακόμη νωπές μνήμες, το καλό φαί, η άψογη οικία υποδήλωναν ότι έχεις, ότι ξέρεις να ζεις. Η διαπλοκή και η γραφειοκρατία που περιγράφεται πάντως είναι ακόμη κραταιές και ακμαίες τακτικές. Μια παράσταση που σκοπό έχει να βγάλει γέλιο --και το κάνει καλά, μέχρι να μας βγει ξινό, γιατί δεν είναι κι εύκολο να γελάσει κανείς ανενόχλητος με το χάλι μας. Το σίγουρο είναι ότι ανακαλύψαμε υποκριτική φλόγα στους νεαρούς θεράποντες της τέχνης του Θέσπη. Πιο πολύ στην εντυπωσιακή Λουίζα Ζούζια-την καλλίφωνη ντίβα που δηλώνει νωχελικά ότι «Το θέατρο είναι αλκοολίκι» και το εκπληκτικό κοιλιόδουλο ζεύγος της έναρκτήριας σκηνής -Βιβή Αλεξάνδρου και Ανδρέα Κυριακού.

Σκηνοθεσία: Χάρης Χαραλάμπους
Σκηνικά- κουστούμια: Ελένη Δουνδουλάκη
Μουσική Επιμέλεια: Χάρης Χαραλάμπους
Παίζουν: Βιβή Αλεξάνδρου, Λουΐζα Ζούζια, Μπίλιω Καλιακάτσου, Ανδρέας Κυριακού, Νίκος Κωνσταντάκης, Χάρης Χαραλάμπους
Συμμετέχει: Γιώργος Αρμένης

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, 210 8253489

27/1/08

Θείος Βάνιας

του Άντον Τσέχωφ

"Την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις" - όμορφο δεν είναι αλήθεια να βρίσκεις τις διακριτικές συγγένειες ανάμεσα στους ποιητές;

Είχα την τύχη η πρώτη ενήλικη παράσταση που είδα σε αθηναϊκή σκηνή να είναι ο Γλάρος του Τσέχωφ. Συγκεκριμένα ήταν ο Γλάρος στο Θέατρο Διονύσια ακόμη τότε. Η πραγματική ευτυχία από την παράσταση εκείνη που έχει πιά τώρα αποθηκευτεί στο σάκο με τα πιό όμορφα εφηβικά εφόδια - αναμνήσεις, έγγειται στην πρώτη εκείνη επαφή με το έργο του μεγάλου Ρώσου δραματουργού. Εν πολλοίς ο τσεχωφικός τρόπος παραμένει πάντα ένα πανέμορφο πάντρεμα ποιητικότητας και ρεαλισμού και η απλότητα του έχει μια καθηλωτική δύναμη που καταστέλλει πάνω στη σκηνή την δύναμη και του πιό ευφάνταστου ακόμα σκηνοθετικού εντυπωσιασμού. Γιατί με λόγια απλά, ο Τσέχωφ κατάφερε να ξεπεράσει με τα έργα του το φράγμα του χωροχρόνου και να καταγράψει χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφίες τις πιό βαθιές ανθρώπινες αλήθειες που πάντα, παντού και με κάθε τρόπο μας αφορούν και θα μας αφορούν όλους.

Το μεγάλο συν της παράστασης του Θείου Βάνια που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Μιχαηλίδης είναι ακριβώς η απλότητα της. Στην αχανή σκηνή του Ανοιχτού Θεάτρου χωρίς κανένα σκηνικό περιττό και χωρίς καμιά κρίση φτιασιδωμένης σκηνοθετίλας ο Μιχαηλίδης διακριτικά παρών επέτρεψε στο μεγάλο έργο και στους ήρωες του να αναπνεύσουν και να μας εμπνεύσουν ατμόσφαιρα τσεχωφική. Άνθρωποι σαν κι εμάς, τόσο καθημερινοί και τόσο σύνθετοι συνάμα, άνθρωποι με τους ίδιους ατελέσφορους έρωτες, τις ίδιες ματαιωμένες ελπίδες και τα ίδια αδιέξοδα ψυχής - τί κι αν έχει περάσει ο δικός τους αιώνας- έχουν τοποθετηθεί στη σκηνή από τον Μιχαηλίδη σε μια τόσο εύστοχη προοπτική χάους που αναδεικνύονται σε φιγούρες εμβληματικές κάθε εποχής που ο μέσος άνθρωπος ζει το δικό του κωμικό δράμα, τη δική του μικρή και μεγάλη ζωή.

Η τελευταία σκηνή με τον Σοφοκλή Πέππα και την Ντίνα Μιχαηλίδη - οι δύο ηθοποιοί σε δύο υποδειγματικές ερμηνείες ως Θείος Βάνια και Σόνια αντίστοιχα- καθισμένους και δουλευταράδες μπροστά στο γραφειάκι τους υπό την ανάμνηση του τελευταίου μονόλογου της Σόνια με τα πεισματικά "Θα ζήσουμε, θείε Βάνια" και τα μοιραία "Θ΄αναπαυτούμε" θα σας χαρίσει μια καθηλωτική ανάμνηση ζωής.

Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαηλίδης
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κοέν
Σκηνικά - κοστούμια: Αγνή Ντούτση
Μουσική: Αντώνης Μιχαηλίδης
Bοηθός Σκηνοθέτη: Κώστας Μακρόπουλος

Παίζουν: Σοφοκλής Πέππας, Ζωή Φυτούση, Γιώργος Γεωγλερής, Ντίνα Μιχαηλίδη, Θάλεια Προκοπίου, Παναγιώτης Μπουγιούρης, Σπύρος Μπιμπίλας, Μπέλλα Μπερδούση, Κωνσταντίνος Μακρόπουλος.

Κάλβου 70 και Γκύζη, 210 6445749

26/1/08

Ο Δον Ζουάν στο Σόχο

του Partick Marber

Ο Δον Ζουάν του Μολιέρου είχε πολύ πλάκα όταν τον έβλεπα ως λυκιόπαις. Τώρα, θα μου φαινόταν λιγότερο αστείο, ενδεχομένως, όσο not very funny μου φάνηκε και η μοντέρνα μεταφορά του. Κάτι μου λέει ότι ο Partick Marber δεν είναι σε μεγάλη φόρμα, όμως στο Λονδίνο λάτρεψαν την παραστασούλα πέρυσι. Τι να πω, ίσως το ανέβασμα να ‘χε κατιτίς παραπάνω από το ντόπιο, όσο κι αν δε μπορώ να φανταστώ τι. Ίσως να είχε πιο στιβαρή σκηνοθεσία, για παράδειγμα.

Παρωχημένο θέμα θα το έλεγα εγώ εξαρχής, γιατί η ανομία και η αχόρταγη φύση του Don είναι απόλυτα νομιμοποιημένα στην εποχή μας. Η δημιουργία λίστας ατέλειωτων πρώην από νεαρούς ζεν πρεμιέ και η προτίμηση της ποσότητας εις βάρος της ποιότητας –σαβουρογάμης, για του λόγου το αληθές, ονομάζεται ο D.J. από τον πιστό του υπηρέτη— δεν είναι ούτε κατά διάνοια κολάσιμη σήμερα, όσο κι αν ήταν την εποχή που ο Μολιέρος έγραψε το Πέτρινο Συμπόσιό του, παίρνοντας κι αυτό το θέμα δανεικό από έναν ακόμη παλιότερο ισπανικό ιπποτικό μύθο. Πιο πολύ ενδιαφέρον κοινωνιολογικά και τόνους πλάκα, θα είχε η αντιστροφή του σχήματος του δονζουανισμού, η μεταφορά του δηλαδή από το αρσενικό στο θηλυκό φύλο, αλλά μάλλον ο Marber δε το σκέφτηκε έτσι ακριβώς.

Φυσικά, η γλαφυρότατη και πολύ της πιάτσας μετάφραση του Θοδωρή Πετρόπουλου είναι το κύριο στοιχείο που επανατοποθετεί το θεατρικό στην κωμική του διάσταση, κάτι που άλλωστε σιγουρεύει η ύπαρξη του ρόλου πιστού υπηρέτη Σγαναρέλ –εδώ του αφοσιωμένου εργαζομένου Νταν-- που ζητάει ακατάπαυστα τους μισθούς του, μόνο για να μην τους πάρει ποτέ. Άφθαστη τεχνική εκ μέρους του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη –φάνηκε όμως να του λείπει ψυχή και να βαριέται λιγουλάκι. Τις εντυπώσεις κλέβει δίχως άλλο ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης ως Νταν και η μπριόζα Θωμαΐς Ανδρούτσου. Συγκινητικός και ο Χρήστος Πάρλας ως πατέρας του άσωτου υιού.

Πιο πολύ μας τράβηξε, για την ακρίβεια, το πρόγραμμα της παράστασης. Άνετα παίρνει το βραβείο του καλύτερου θεατρικού προγράμματος της σαιζόν που μας πέρασε, πιθανότατα και αυτής που διανύουμε, τόσο πλήρες είναι. Γεμάτο πληροφορίες, πάμπολλες οπτικές που εξετάζουν το φαινόμενο Δον Ζουάν και προπάντων βουτηγμένο σε δηκτικό χιούμορ. Απόψεις για το χαρακτήρα του Δον, ανάλυσή του υπό το πρίσμα του νιχιλισμού, του λιμπερτινισμού, ακόμη και με ψυχολογικούς όρους, όπως αυτός της ψυχοπάθειας. Οι οδηγίες ασυναγώνιστου φλερτ για επίδοξους Δον Ζουάν ίσως ήταν βέβαια πιο χρήσιμη από άλλες πληροφορίες. Ποιος είναι στα credits; Μόνο μια Τζωρτζίνα Κακουδάκη θα μπορούσε να κρύβεται πίσω από την επιμέλεια ύλης.

Τελευταίο: στα συν του καλλιτεχνικού οργανισμού CoYoT είναι η πρωτοφανής κοινωνική ευαισθησία του. Πρόσφατα εγκαινίασε το πρόγραμμα Χώρα για Όλους στόχος του οποίου είναι να διευρύνει το (ισχνό δυστυχώς) θεατρικό κοινό, εντάσσοντας σε αυτό νέους και άτομα με αναπηρίες εμπλουτίζοντας το πρόγραμμά του με ποικίλλες δράσεις και εκπαιδευτικά σεμινάρια καθώς και παραστάσεις με ακουστική περιγραφή για άτομα με προβλήματα όρασης.

Μετάφραση: Θοδωρής Πετρόπουλος
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Επιμέλεια Κοστουμιών: Μαρία - Χριστίνα Πολυμενάκου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Παίζουν: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Εβίτα Ζημάλη, Θωμαΐς Ανδρούτσου, Δήμητρα Σιγάλα, Δημήτρης Λιόλιος, Χρήστος Πάρλας, Τηλέμαχος Κρεβάικας, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Βαγγέλης Ψωμάς

Καλλιτεχνικός Οργανισμός CoYoT

Χώρα
Αμοργού 20, Κυψέλη, 210 8673945

24/1/08

Penetrator

του Anthony Neilson

Ο Anthony Neilson είναι Σκοτσέζος και μπλαζέ, βλέπει ελάχιστα θέατρο από φόβο μην επηρεαστεί από τις διάχυτες ιδέες των άλλων, αλλά πηγαίνει συχνά στον κινηματογράφο. Είναι από τους πρώτους που έκανε την παραφουσκωμένη σκληρότητα μέρος των θεατρικών του (τον ακολούθησαν κατά πόδας Kane, Ravenhill και πολλοί άλλοι), γι’ αυτό και συνδέεται με το In-Yer-Face theatre ως παππούς, προπομπός or something.

Γράφει με ζωντάνια και αμεσότητα, γεμίζει τα έργα του με μαύρο χιούμορ και τραγουδάκια –αν μπορεί να τα ταιριάξει κάπου-- αλλά το σημαντικότερο πράγμα που μας κάνει να τον αγαπάμε είναι ότι μισεί τα βαρετά έργα, άρα δε θα έγραφε ποτέ ένα απ’ αυτά. «Στο θέατρο, το να προκαλείς ανία στους θεατές είναι η μέγιστη αμαρτία», λέει, μιλώντας για τους καημένους θεατές που πληρώνουν αδρά για να ψυχαγωγηθούν μόνο για να αποφασίσουν τελικά να μην ξαναπατήσουν στο θέατρο. Επειδή από δω κι εμείς έχουμε τα ίδια αυστηρά κριτήρια –γιατί ο ευφυώς σαρκαστικός Neilson δεν παραλείπει να αναφερθεί και στα μακροσκελή θεατρικά, δίνοντας την εξής ριζική συμβουλή στους νέους συγγραφείς: «...πιάστε μια καρέκλα στο θέατρο όπου σκοπεύετε να ανεβάσετε το έργο σας και καθίστε εκεί κρατώντας ένα χρονόμετρο. Όταν θα νιώσετε μούδιασμα στον πισινό και πόνους στη σπονδυλική στήλη, πατήστε στοπ. Ο χρόνος που μεσολάβησε είναι ο ιδανικός για τη διάρκεια του θεατρικού σας. Οτιδήποτε παραπάνω είναι επίφοβο.», τον ανακηρύσσουμε επίσημα τον Πάπα της θεατρικής γραφής.

Ένα από τα τελευταία θεατρικά του σε μια πιο καραγκιοζλίδικη εκδοχή βέβαια, ανέβασε τα προηγούμενα χρόνια ο Πέτρος Φιλιππίδης, με ελληνικό τίτλο Ψέμα στο Ψέμα. Είναι το αγγλιστί The Lying Kind μια μαύρη χριστουγεννιάτικη φάρσα ολκής.

Το Penetrator είναι από τα θεατρικά που τον έκαναν γνωστό ίσως και εξαιτίας του προκλητικού και όχι συχνά υπό μελέτη θέματός του. Ο τίτλος ήδη μας προϊδεάζει με τον όχι ανεπαίσθητο σεξουαλικό υπαινιγμό του που εξηγείται καθαρά στη συνέχεια. Το θεατρικό έχει καθαρά αντρικό χαρακτήρα, η γυναικεία παρουσία απουσιάζει από τη σκηνή, αλλά παρουσιάζεται διασκεδαστικά μισογυνικά (τι μου θυμίζουν όλ’ αυτά ) σε κάθε αναφορά της. Ήδη η εξαιρετικά σκηνοθετημένη έναρξη, με μια παθιασμένη αντρική φωνή να περιγράφει μια περίεργη σεξουαλική του εμπειρία, που αποδεικνύεται τελικά ότι είναι το cheap story ενός πορνοπεριοδικού δίνει τον τόνο.

Η υπόθεση ευσύνοπτη με στιγμές έντονες: δυο συγκάτοικοι –και οι δυο μπακούρια, για διαφορετικούς όμως λόγους—σαχλαμαρίζουν και παίζουν x rated παιχνίδια με τα αρκουδάκια τους, όταν ένας φίλος από τα παλιά που μόλις τον έδιωξαν από το στρατό τους χτυπάει την πόρτα. Εξιστορεί τα παθήματά του που οι δυο τους αντιμετωπίζουν με δυσπιστία: οι penetrators ή διεισδυτές, μια μυστική υπο-οργάνωση μέσα στο στρατό, τον υπέβαλλαν σε σεξουαλικού τύπου βασανιστήρια μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ομοφοβικά κόμπλεξ έρχονται στην επιφάνεια, η εριστική ατμόσφαιρα γίνεται επιθετική και ένα μαχαίρι μάχης βγαίνει από το στρατιωτικό σάκο για να δώσει στην ασαφή βία πιο συγκεκριμένη μορφή.

Ο καλύτερος στο 3-man show είναι και ο μικρότερος: ο Μάνος Κανναβός στο ρόλο του ευαίσθητου και σκεπτικιστή Άλαν κάνει πιστευτή με την ξανθή κώμη και το DSquared μπουφανάκι του την κατάστασή του ως απροστάτευτο κρυφο-γκέι. Ο Δημήτρης Λάλος είναι εξίσου καλός την περισσότερη ώρα, αλλά ο Στάθης Σταμουλακάτος ξένοιασε νομίζοντας ότι το ογκώδες παρουσιαστικό του είναι αρκετό για να δικαιολογήσει το ρόλο του ανεγκέφαλου τσαμπουκά που υποδύεται. Το σκηνικό είναι αρκούντως κλειστοφοβικό, και η φήμη του Penetrator εξαπλώνεται το ίδιο γρήγορα με τους ιούς και τα ζωύφια, αν κρίνω από την ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του Επί Κολωνώ.

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Παίζουν: Δημήτρης Λάλος, Μάνος Κανναβός, Στάθης Σταμουλακάτος

Επί Κολωνώ

Ναυπλίου 12 & Λένορμαν, 210 5138067

14/1/08

Εγκλήματα και Εγκλήματα

του Αουγκούστ Στρίντμπεργκ

«Οι χαρακτήρες μου είναι μίγμα περασμένων και παρόντων πολιτισμικών επιπέδων, αποσπάσματα από βιβλία και εφημερίδες, κομμάτια ανθρώπινα, κουρέλια από πολυφορεμένα γιορτινά ρούχα –όπως ακριβώς είναι μανταρισμένη κι η ανθρώπινη ψυχή.» Έτσι μιλάει ο μέγας ανατόμος των ψυχών --κυρίως των γυναικείων-- για τους χαρακτήρες των έργων του και η περιγραφή ταιριάζει και στα Εγκλήματα, το όχι ιδιαίτερα γνωστό ούτε πολύ όμοιο με τα υπόλοιπα έργα του.

Αυτό το κείμενο που ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλισμό, το ψυχολογικό θέατρο, το ονειρόδραμα (και το διδαχτήκαμε ώρες πολλές από τον πρώτο που το ανέβασε πριν πολλά χρόνια στο Αμφι-Θέατρο, το Σπύρο Α. Ευαγγελάτο) δε ζητάει απαραίτητα καινοτόμες λύσεις, γιατί είναι από μόνο το παραφορτωμένο από νοήματα, συμβολισμούς και μπαρόκ αισθητική.

Ο σκηνοθέτης της ομάδας Όχι Παίζουμε, όμως, Γιώργος Σαχίνης είχε άλλη άποψη και αποφάσισε να εμπλουτίσει το κείμενο με τη βοήθεια του σωματικού θεάτρου. Έτσι, η πρωταγωνίστριά του Καρυοφυλλιά Καραμπέτη βρίσκεται πάμπολλες φορές στο στόμα...του λύκου, εχμ, της φάλαινας, στην οποία επίσης σκαρφαλώνει με ευλυγισία παρά τα δωδεκάποντα τακούνια της, φορώντας πανέμορφα πάλλευκα φορέματα. Εδώ μιλάμε για κόντρα ανάγνωση, εντωμεταξύ, γιατί η Ενριέτ που ενσαρκώνει είναι υποτίθεται η σκοτεινή γυναικεία φιγούρα του αφανισμού, που παρομοιάζεται και με την Αστάρτη, αλλά κυκλοφορεί επίμονα ντυμένη στα λευκά. Χρώμα που άλλωστε αγαπάει ο Σαχίνης (τις ίδιες λευκές κουρτίνες είχε κρεμάσει και στο Αίμα που Μαράθηκε). Ο Χατζησάββας μετά βίας βγαίνει αλώβητος (αν βγαίνει) από τη δίνη του πειραματισμού που τον αναγκάζει να παίζει κάπως ανάμεσα σε πνιγμένο στόμφο και απελπισμένο ζαμανφουτισμό και οι υπόλοιποι ντύνονται τα κοστούμια τους ωσάν στολές από τσίρκο χωρίς να ξέρουν γιατί.

Αναφορές στην καταπιεστική θρησκεία, τους όλο φρου-φρου και αρώματα ιερωμένους --ο ιερωμένος εδώ μεταμορφώνεται σε παχουλό αγγελάκι-υψίφωνο-- στη Ζαν ντ' Αρκ, στην αγνότητα και σε άλλα νεκρά σχήματα προσπαθούν να γεμίσουν με ουσία το απογυμνωμένο από το νόημά του θεατρικό.

Μάταιη προσπάθεια καταλήγει η νοηματοδότηση, αλλά στοιχεία όπως το οπτικό πανδαιμόνιο που προσφέρουν τα άψογα (almost) εκτελεσμένα ακροβατικά, η περιστρεφόμενη αρχετυπική φάλαινα, τα μοντέρνα κοστούμια και το spooky μακιγιάζ δίνουν μια κάποια ξεθυμασμένη ευχαρίστηση, τουλάχιστον για λίγο. Ύστερα, προσπαθούμε να ξεδιαλύνουμε, αφήνοντας το φαίνεσθαι κατά μέρος, τι σχέση έχουν τα διανοητικά με τα πραγματικά εγκλήματα, αν ο Μωρίς και το νέο του πάθος, πρώην ερωμένη του κολλητού του Ενριέτ φταίνε έστω και λίγο για το θάνατο του εξώγαμου του Μωρίς ανήμερα της πρεμιέρας του ως θεατρικός συγγραφέας και αν η παλιά φτωχο-γκόμενα Ζαν χρήζει λίγης από τη συμπάθειά μας. Επίσης, εστιάζουμε στο γυμνασμένο Χάμιλτον Μοντέιρο για να περάσει ευχάριστα η ώρα.

Μετάφραση
: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ
Σκηνοθεσία: Γιώργος Σαχίνης
Χορογραφία - Συνσκηνοθεσία: Ειρήνη Αλεξίου
Σκηνικά -Κοστούμια: Γιάννης Σκουρλέτης
Μουσική: Κώστας Δαλακούρας
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανασούλα
Δραματουργική Έρευνα: Άρης Ασπρούλης
Παίζουν: Καριοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας, Κώστας Φαλελάκης, Βέρα Λάρδη, Χάμιλτον Μοντέιρο, Βικτώρια Ταγκούλη

Θέατρο Προσκήνιο
Στουρνάρη & Καπνοκοπτηρίου 8, 210 8252242-3

10/1/08

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα

του Μιχαήλ Μπουλγκακόφ

O Mikhail Bulgakov αν δεν είναι γνωστός για το υπόλοιπο έργο του (ας πούμε το θεατρικό έργο Η Ερυθρά Νήσος-The Crimson Island ή κάποιο από τα υπόλοιπα), είναι σίγουρα πασίγνωστος για το Μαιτρ και τη Μαργαρίτα. Το φανταστικό σατιρικό έργο του πέρασε από χίλια κύματα μέχρι να ολοκληρωθεί (κάπου το 1940) και εκδόθηκε αρχικά αποσπασματικά στη Ρωσία εξαιτίας της λογοκρισίας αρκετά χρόνια μετά το θάνατό του. Η υστεροφημία όμως είναι καλύτερη από την εν ζωή φήμη, οπότε ο Μπουλγακόφ χαίρει πλέον τη φήμη που αξίζει σε κάποιον που έγραψε ένα από τα σημαντικοτερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα.

Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα δεν είναι απλώς ένα απολαυστικό αφήγημα, αλλά και ένα έργο που απασχολεί συνεχώς εικονοκλάστες δημιουργούς με τις παράλογες και έντονες εικόνες του, αλλά η δυσκολία της μεταφοράς του με τη συνδρομή οποιασδήποτε από τις παραστατικές τέχνες είναι τεράστια. Όχι ότι δεν έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες διεθνώς, είτε στον κινηματογράφο είτε στο θέατρο, με τη ομώνυμη ρώσικη τηλεσειρά του 2005 να ανεβάζει τις πρωτόγνωρα τις θεαματικότητες.

Μεγαλεπήβολη κρίνεται λοιπόν εκ των πραγμάτων η προσπάθεια του Θεάτρου Παράθλαση να ανεβάσει το Μαιτρ (που υπάρχει online για τους τυχερούς αγγλομαθείς) στο στενάχωρο, υπόγειο στούντιό του στη Θεσσαλονίκη. Όμως το να κοιτάει κανείς ψηλά, κάθε άλλο παρά κατακριτέο είναι.

Τι γίνεται όταν ο Διάβολος εμφανίζεται ως Γερμανός καθηγητής στην κομουνιστική Ρωσία και ακούγοντας μια συζήτηση που τον αφορά έντονα –αφού περιστρέφεται γύρω από την ανυπαρξία του, πεισμώνει και του αποφασίζει να κάνει ζαβολιές; Ο Διάβολος –Woland παίρνει τη μορφή διασκεδαστή μάγου και αντί να διασκεδάσει τους Μοσχοβίτες, πάει να τους τρελάνει με ανεκδιήγητα μαγικά τύπου δημιουργία παραισθήσεων, εξαφάνιση ανθρώπων και άλλα ακόμη πιο περίεργα. Ο φτωχός Μαιτρ του τίτλου, πάλι, δεν είναι παρά ο συγγραφέας που γράφει ένα βιβλίο για τον Πόντιο Πιλάτο και τη συνάντησή του με τον Ιησού, αλλά δεν εκδίδεται ποτέ (εξαιτίας ενός κακιασμένου κριτικού λογοτεχνίας), τον οποίο ο ποιητής Bezdomny συναντάει στο τρελάδικο και αναλώνονται μαζί σε συζητήσεις για την ύπαρξη Θεού και Βελζεβούλ, εκτός των άλλων. Όσο για τη Μαργαρίτα, την αφοσιωμένη ερωμένη του Μαίτρ, είναι η μόνη που δέχεται το Διάβολο ως βοηθό της και χρησιμοποιώντας τις νεοαποκτηθείσες δυνάμεις της σώζει το Μαιτρ και καταδικάζει μερικούς από αυτούς που τον ταλαιπώρησαν.

Όχι ότι κανείς καταλαβαίνει και πολλά αν δε διαβάσει το βιβλίο, όμως η παράσταση είχε μια ευχάριστη πληρότητα και σου κρατούσε το χέρι στις κακοτοπιές. Ο πολυπληθής θίασος και κυρίως το υπόγειο που μύριζε κλεισούρα ίσως ήταν το πιο ταιριαστό για την αναπαράσταση ενός τόσο εκκεντρικού και σατανικά σαρκαστικού θέματος. Η προσέγγιση του μυθιστορήματος γίνεται κι εδώ –όπως και σε ανατολικές χώρες, όπου προτιμάται ενσωμάτωση μπαλέτου και λοιπής φαντασμαγορίας— με τη βοήθεια χορού και μουσικής, που δίνει απόκοσμη νότα στα συμβάντα. Ατμοσφαιρική μουσική και τραγούδια που ακούγονται σα να βγαίνουν λιγάκι από τις πύλες της κολάσεως, κίνηση από μέτρια έως καλή και κοστούμια από εξαιρετικά ευφάνταστα μέχρι υπολείμματα βεστιαρίου. Οι ηθοποιοί υποθέτω ότι είναι στην πλειονότητά τους οι μαθητές της δραματικής σχολής του θεάτρου Παράθλαση, και έτσι μόνο δικαιολογείται η όχι άψογη εκφορά του λόγου από ορισμένους, όπως και η τάση να φωνάζουν (και να overplay) και να μην υιοθετούν μια φυσική απόδοση του ρόλου.

Εξαιρετικές είναι οι στιγμές που χορωδία φωνών έρχεται ακριβώς πίσω και κάτω από τους θεατές, όταν οι ηθοποιοί χώνονται ανάμεσα στα σίδερα που συγκρατούν την ξύλινη κατασκευή της αμφιθεατρικής εξέδρας-χώρο καθισμάτων, όπως και η στιγμή που η Μαργαρίτα πετάει ολόγυμνη στον ουρανό της Μόσχας. Η γκρι απολιθωμένη ζωή που αποτελεί το σκηνικό είναι από τις πιο έξυπνες και με εύστοχο συμβολισμό επιλογές για μια low-budget παραγωγή. Που συγκεντρωτικά, μόνο ότι ξεπέρασε τον εαυτό της μπορούμε να της καταλογίσουμε, χωρίς διόλου να σταθούμε στις όποιες ατέλειές της. Θαρσείν χρη.

Απόδοση-Διασκευή: Μόνα Κιτσοπούλου – Γιώργος Γκασνάκης
Σκηνοθεσία: Μόνα Κιτσοπούλου
Μουσική: Αλέξανδρος Ραΐδης
Στίχοι: Γιώργος Γκασνάκης
Χορογραφίες-Κίνηση: Γιάννης Μαργαρώνης
Σκηνικά-Κοστούμια: Νίκος Καλαϊτζίδης
Φωτισμοί: Δημήτρης Τσιγγογιάννης
Παίζουν: Γιώργος Γκασνάκης, Σωτήρης Κανταρτζής, Γιούλη Αθουσάκη, Πάνος Δεληνικόπουλος, Θωμάς Αμαξόπουλος, Ελένη Μπέλα, Κώστας Ταρπατζής, Μίκα Στεφανάκη, Αλεξάνδρα Νικολαΐδου, Ευρώπη Αργυροπούλου, Πασχάλης Αραμπατζής, Στεφανία Κουφοπούλου, Ανδρέας Μαυραγάνης, Δήμητρα Τσενεσίδου, Αλέξανδρος Παπαγγέλου, Ελένη Συμεωνίδου, Δήμητρα Μιχαηλίδου, Ελένη Καραμεσίνη, Αφροδίτη Λαμπρακοπούλου, Χρύσα Γραμμένου, Αμαλία Ζαγοριανού, Δήμητρα Γρηγοριάδου, Παντελίτσα Μαυρογιάννη, Ιωάννα Τζίκα, Αφροδίτη Τράντα, Μίκα Στεφανάκη

Studio Παράθλαση
Κασσάνδρου 132, Θεσσαλονίκη, 2310 216 567

4/1/08

Παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας

των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου


Είναι φυσικό και επόμενο μια μεγάλη πρωταγωνίστρια του θεάτρου που φλερτάρει έντονα με την τηλεόραση χρόνια τώρα (από τότε που υπήρχε η Λάμψη), να είναι αρκούντως ανοιχτόμυαλη ώστε να ανεβάσει έργο των κατεξοχήν τηλεοπτικών Ρήγα-Αποστόλου και μάλιστα λόγω της συνετής διανομής του καστ και των συντελεστών κανείς να μην μπορεί να την κάνει με τα κρεμμυδάκια. Σε μια πιο προσεκτική ματιά, το εγχείρημα όχι μόνο δε χωλαίνει στην ολότητά του, αλλά αποδεικνύεται περίτρανα σε ναό του μεταμοντερνισμού και των άκρατων αξιώσεων της εποχής να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας μέσα από αναφορές στις πολλαπλές παγιωμένες κατά καιρούς εικόνες μας, να παλέψουμε σώμα με σώμα με αυτόν, να αντικρύσουμε τα ελαττώματά μας κατά πρόσωπο, να αυτοχλευαστούμε, αλλά να βγούμε τελικά νικητές.

Βέβαια, το περίεργο είναι ότι αυτή που μπορούμε να συγχαρούμε για την ατρόμητη επιλογή της και την παραγωγή της παράστασης, δεν μπορούμε να της δώσουμε τα ανάλογα εύσημα για την προσέγγιση του πρωταγωνιστικού ρόλου, που είναι ούτως ή άλλως γραμμένος (κατά παραγγελία;) άτολμα, όσο άτολμη είναι και αυτή όταν της ζητούν να αφήσει την κωμική της φλέβα να ξεχυθεί. Ενώ λοιπόν περιμέναμε μπρίο και στραπατσάρισμα εικόνας, όπως είναι φυσικό, από το ρόλο θιασάρχη που επιμένει σε εναλλακτικό ρεπερτόριο με αποτέλεσμα οι παραστάσεις της να πατώνουν, ώσπου αποφασίζει να ανεβάσει ανάλαφρο σαπουνοπερίστικο έργο γραμμένο από τρομερό δίδυμο με θητεία στην T.V., το μόνο που είδαμε ήταν μια αμήχανη, διεκπεραιωτική Κάτια.

Αντίθετα, είδαμε το Γιώργο Μαρίνο να αναλαμβάνει ρόλο κομπέρ (σε εκδοχή πιο ανάλαφρη από τον κομπέρ στη Λούλου), ρόλο ντέντεκτιβ που πασχίζει να εξιχνιάσει το φόνο στη δεύτερη πράξη, ρόλο αλλοδαπής υπηρέτριας με ωραία πλάτη και να τα κάνει όλα φρέσκα και μοναδικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Η Κατιάνα Μπαλανίκα ως στρίντζω υπεύθυνη θεάτρου ταγμένη στο ποιοτικό ρεπερτόριο είναι τόσο άμεση και ξεκαρδιστικά βιτριολική όσο ενίοτε και η τηλεοπτική της περσόνα, αλλά η έκπληξη της παράστασης ήταν ο Κώστας Σπυρόπουλος που μπήκε στο πετσί του κόντρα-ρόλου του, ενός χύμα τηλεοπτικού συγγραφέα της ευκολίας που ενδιαφέρεται μόνο να καπνίζει μπάφους και να συναναστρέφεται με προσοντούχες wannabe.

Όσο για το θεατρικό, ο απύθμενος αυτοσαρκασμός του και η γενικότερη σατιρική διάθεση που το διακρίνει το σώζουν από τις πιθανές κατηγορίες ρηχότητας, χωρίς βέβαια να μπορούν να εξηγήσουν το ασύμφορο μήκος του και το υπερβολικά μελό δεύτερο μισό του. Οι χιουμοριστικές στιχομυθίες πάντως βολιδοσκοπούν το κοινό με εξαιρετικό ρυθμό, τα βιντεάκια που προωθούν τη δράση δίνουν αρχικά έναν ευπρόσδεκτο multimedia τόνο, αλλά στη συνέχεια το παρακάνουν και οι βοηθητικοί χαρακτήρες δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν το διακοσμητικό τους ρόλο. Η μουσική και τα τραγούδια του Κραουνάκη δίνουν και αυτά το χαρούμενο τόνο τους, αν και σκηνοθετικά μένουν κάπως ασύνδετα με το υπόλοιπο στήσιμο.

Ο μόνος λόγος βέβαια που περνάμε την γενικά αξιοπρεπή παράσταση από τέτοιο κόσκινο, είναι για να δούμε αν τίθεται καθόλου θέμα βεβήλωσης της μνήμης του Μάριου Πλωρίτη (αιωνία του η μνήμη). Ε, λοιπόν, επειδή ο δάσκαλος είχε οξεία αίσθηση του χιούμορ, σίγουρα θα διασκέδαζε με την παράσταση όσο και εμείς.

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Κατερίνα Δαφίνη
Μουσική - τραγούδια: Σταμάτης Κραουνάκης
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκό
Παίζουν: Κάτια Δανδουλάκη, Γιώργος Μαρίνος, Κατιάνα Μπαλανίκα, Κώστας Σπυρόπουλος, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Γρηγόρης Σταμούλης, Ζώγια Σεβαστιανού, Λευτέρης Λαμπράκης, Βασίλης Παλαιολόγος, Κατερίνα Θεοχάρη, Ολυμπία Σκορδίλη

Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη
Αγ. Μελετίου 61Α, 210 8640414 & 452