Σελίδες

19/1/09

Μάριος Πλωρίτης: της Γραφής και της Τέχνης

Ο σύλλογος θεατρολόγων (για την ακρίβεια, ο Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Θεατρολόγων - ΠΕΣΥΘ) διοργανώνει αύριο ημερίδα στη μνήμη του αγαπημένου μας δασκάλου Μάριου Πλωρίτη. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί, λοιπόν, στις 19 Ιανουαρίου 2009 με ωράριο εργασιών 10.00 – 14:30 και 16:00-19:00 και απευθύνεται σε όσους αγαπούν και όχι μόνο σε όσους ασχολούνται με το θέατρο. Άλλωστε, την πάντα εύστοχη και επίκαιρη στήλη του στο κυριακάτικο Βήμα την παρακολουθούσαν πολλοί εκεί έξω, ανεξαρτήτως επαγγέλματος και ενδιαφερόντων μέχρι και το 2006 που μας άφησε πλήρης ημερών ο δάσκαλος.

Για τη ζωή και το έργο του ως μεταφραστή, μελετητή του θεάτρου, κριτικό και πολιτικό σχολιαστή θα μιλήσουν εκτός των άλλων η Κάτια Δανδουλάκη, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, ο Βάλτερ Πούχνερ και η Εύα Κοταμανίδου. Δείτε αναλυτικά (χωρίς τις ενδεχόμενες αλλαγές της τελευταίας στιγμής) το πρόγραμμα εδώ.

Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη
Αγίου Μελετιού 61Α & Πατησίων

18/1/09

Εκτός Ελέγχου...Όλα

του Ray Cooney

Κάτι κουρασμένα παληκάρια συνεχίζουν να κάνουν θέατρο και δη κωμωδία, το δυσκολότερο ίσως είδος, κάνοντάς μας να διερωτώμαστε πως να αντιμετωπίσουμε αυτή την εμφανή κούραση (με εκνευρισμό ή συγκατάβαση;). Μιλάω για το όχι ακριβώς δυναμικό comeback του Γιώργου Κωνσταντίνου (που τον θυμάμαι, όμως, ευχάριστα στο Τρεις κι ο Κούκος στα παιδικά μου χρόνια) και τη δημιουργία αχτύπητου (sic) διδύμου του ιδίου με το Βασίλη Τσιβιλίκα. Η κούραση του πρώτου έκανε αχτύπητο team με την επανάληψη του δεύτερου και άφησαν το βάρος της ανανέωσης στις ευχάριστες γυναικείες παρουσίες για να τη βγάλουν καθαρή.

Το αγγλικό κείμενο του Cooney (την "british sex farce" Out of Order) που υποτίθεται ότι έκανε πάταγο μερικές δεκαετίες πίσω στο Λονδίνο και τιμήθηκε και με βραβείο Olivier δεν το έχω διαβάσει για να σιγουρευτώ κατά πόσο προκαλεί το γέλωτα, αλλά η μεταφορά του από τον αγαπημένο κατά τ' άλλα Τσιβιλίκα (που έχει μάλιστα εντρυφήσει στις κωμωδίες του βραβευμένου με OBE συγγραφέα) από τη θατσερική Αγγλία στη σημερινή βαριόμοιρη ελληνική πραγματικότητα είναι κομματάκι κρύα. Κι όσο αν προσωπικά ενθουσιάζομαι με τη σωματικότητα που βάζει στην απόδοση των ρόλων του ο πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης, άλλους ενδεχομένως τους αφήνει εντελώς αδιάφορους, άρα δεν έχουν από τι να πιαστούν για να ενθουσιαστούν.

Αυτό κυρίως γιατί η παράσταση κάνει κοιλιές, τα λογοπαίγνια και η ευρηματικότητα στο λεκτικό τομέα ως τρόπο πρόκλησης γέλιου είναι μικρή και η σκηνοθετική ευρηματικότητα ακόμη μικρότερη. Αν δεν υπήρχαν και οι προαναφερθείσες ευχάριστες παρουσίες, εκτός από τη φωνακλού Μαυρομάτη, άντε και ο ενίοτε αστείος Βισκαδουράκης, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να σώσει το σύνολο από την ανεξέλεγκτη ανία. Να συμπληρώσω, mind me, ότι δεν ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που γελούν με αστεία που βασίζονται σε κοινωνικο-πολιτικές καταστάσεις και δεν βλέπω Αλ Τσαντίρι Νιουζ. Ίσως, ποιος ξέρει, το θεατρικό αυτό να είναι για όλους τους υπόλοιπους.

Μετάφραση - σκηνοθεσία: Βασίλης Τσιβιλίκας
Διασκευή: Β. Τσιβιλίκας, Γ. Κωνσταντίνου
Σκηνικά - κοστούμια: Μιχάλης Σδούγκος
Παίζουν: Βασίλης Τσιβιλίκας, Γιώργος Κωνσταντίνου, Ίρις Πανταζάρα, Αθηνά Μαυρομάτη, Θανάσης Βισκαδουράκης, Γιώργος Ματαράγκας, Δημήτρης Γεροδήμος, Φαίη Γεωργακοπούλου, Μάκης Ρευματάς

Περοκέ
Οδυσσέως 2, Πλατεία Καραϊσκάκη, 2105240040

11/1/09

Το ημέρωμα της στρίγγλας

του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Έχετε υποπέσει ποτέ στο λάθος να φερθείτε σα στρίγγλα; Μάλλον ουκ ολίγες φορές. Έχετε κατηγορηθεί ποτέ ότι έχετε τον αντροδιώχτη, όντας ξινή και σκύλα μαζί; Απίθανο το βρίσκω. Κι αυτό γιατί πλέον οι άντρες πεθαίνουν για bitches, όπως έχουν επανελημένως παρατηρήσει και πολύ εύγλωττα, μάλιστα. Δεν ίσχυε το ίδιο, φαίνεται, την εποχή του μεγάλου βάρδου, εξ 'ου και η ύπαρξη του συγκεκριμένου --τόσο εκτός εποχής-- θεατρικού.

Η τωρινή προσπάθεια για εκσυγχρονισμό δε θεωρώ ότι δουλεύει στο ελάχιστο. Η μετάφραση είναι αστεία και ταιριαστή ώρες-ώρες, αλλά δεν έχει σπινθήρα, ούτε συνέχεια. Η επιλογή των ηθοποιών είναι ίσως το καλύτερο στοιχείο της παράστασης, χωρίς να επιμένω τόσο σ' αυτό και για την μεγάλη μας πρωταγωνίστρια (καθαρά επειδή δεν της ταιριάζει το είδος: η κωμωδία θυμάμαι να ήταν ποτέ το φόρτε της). Το αφαιρετικό σκηνικό και τα προχώ κοστούμια δεν έφτασαν για να σηκώσουν σκόνη ενθουσιασμού που θα συμπαρασύρει το κοινό σχετικά με το όλον. Οι ίδιοι οι θεατές ακούστηκαν να σχολιάζουν παραδίπλα ως εξής: "ωραία σκηνικά", από τη μία, " τότε που γράφονταν αυτά, το έκαναν αλλιώς το θεατρικό: έπινες, έτρωγες (μπαινόβγαινες, θα προσθέσω εγώ), πολλές φορές συμμετείχες κι όλας, ήταν σα γλέντι..." Πράγμα που σημαίνει ότι σήμερα δίχως χλαπάκιασμα και νταβαντούρι βαριόμαστε οικτρά. Και είναι έτσι ακριβώς, γιατί δεν υπάρχει πια καμιά αλήθεια σ' αυτό το θέαμα. Ούτε ίχνος. Δε ξέρω τι χρειάζεται το εργάκι για να μας αφορά πάλι, αλλά, αν κληθώ να το βρω εγώ, θα προσπαθήσω περισσότερο από τους τωρινούς συντελεστές, I guess.

Ειδικότερα, είδα πολύ σκηνοθετικό ξεπατίκωμα από ενσταντανέ πληθώρας ταινιών (μέχρι The Guru και Moulin Rouge), παρότι οι ηθοποιοί πάσχιζαν να δώσουν ό,τι πιο φρέσκο είχαν εύκαιρο. Το χειρότερο, η παράσταση πραγματικά ήταν πολύ Έμπορος του Λας Βέγκας, πολύ
Volksbühne (ίδιο concept φεστιβαλικού Άμλετ αχταρμά), πολύ καρικατούρα και εύκολη (NO, ON, OFF κτλ) πολύ εξωστρεφής και φωνακλάδικη. Κάπως έτσι πρέπει να μοιάζει το νεκρό ή στείρο θέατρο, δίχως άλλο.

Πάντως, πρωταγωνιστής της παράστασης αναδείχτηκε σαφώς ο Άκης Σακελλαρίου που με σωματική εγρήγορση έδωσε τη δική του εκδοχή του αρσενικού στρίγγλου που έκανε την στρίγγλα...αρνάκι. Ήταν τόσο πειστικά ενοχλητικός σύζυγος, που το κοινό μάλλον αγάπησε τα μάλα την Κάτια-αγριόγατα. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος ήταν επίσης (όπως πάντα, σχεδόν) άψογος, ενώ ο Αλέξανδρος Μυλωνάς λιγουλάκι κουρασμένος. Όπως και να 'χει, είναι μια παράσταση που τελειώνει όπου να 'ναι και μπορείτε να τη χάσετε χωρίς τύψεις. Διαβάστε καλύτερα το θεατρικό, κατά προτίμηση στο πρωτότυπο, για να το εκτιμήσετε περισσότερο.

Απόδοση - Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης
Δραματουργική συνεργασία: Έλενα Καρακούλη
Σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Κώστας Σουρβάνος
Κίνηση: Κατερίνα Παπαγεωργίου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Άκης Σακελλαρίου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Γιάννης Νταλιάνης, Σωκράτης Πατσίκας, Έμιλυ Κολιανδρή, Δημήτρης Μοθωναίος, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Ηλίας Ασπρούδης, Γεννάδιος Πάτσης, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Γιώργος Οικονόμου, Δημήτρης Μακαλιάς, Κωνσταντίνος Μυλώνης, Διαμαντής Φαλέγκος, Ευγενία Ζέκερη

Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Κοτοπούλη - Ρεξ
Πανεπιστημίου 48, 210 3305074

2/12/08

Έχε γεια, Κωνσταντίνε...

Ο καλύτερος Νικολάι Σταβρόγκιν που θα μπορούσα να φανταστώ και ο πιο αεικίνητος Νταν-Σγαναρέλ έφυγε από τη ζωή σήμερα τα ξημερώματα, σαν "πειρατής, με καράβι τη μοτοσυκλέτα" .

Το Ξύπνημα της Άνοιξης του Εθνικού δε θα 'ναι πια το ίδιο (και δεν πρόλαβα να τον δω σ' αυτό). Αν συνεχιστεί. Και ποιος θα μπορέσει να παίξει στη σκιά του; Πενθώ. Όσο μπορώ να συνειδητοποιήσω το γεγονός. Και δε μπορώ. Απίστευτο μου φαίνεται. Γίνεται ο Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, ταλαντούχος, ανερχόμενος, λαμπερός να μην ανέβει ποτέ ξανά στο σανίδι;

Γίνεται να φεύγουν οι νέοι που αγαπούμε πριν προλάβουν να φύγουν οι παλιές καραβάνες του θεάτρου; Αυτός ο χρόνος πρέπει να βγει το συντομότερο, όπως είπε κι ένας φίλος. Δεν έφερε πολλά καλά, μην πω μόνο κακά έφερε...

7/11/08

Ο Κύριος Επισκοπάκης

του Ανδρέα Μήτσου


"Η εξομολόγηση ενός δειλού" είναι ο υπότιτλος της νουβέλας του Ανδρέα Μήτσου που κέρδισε το Βραβείο Αναγνωστών το 2007. Ο Στέλιος Μάινας των Μεν και Δεν, ουδεμία σχέση δε θα είχε, λογικά, με αυτή, αλλά ο Μάινας του Βαλκανιζατέρ, του Μπραζιλέρο και των σαιξπηρικών ρόλων έχει σίγουρα περισσότερη. Xωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποτιμάμε τον αγαπημένο ηθοποιό, όπου και να παίζει. Η τεχνική δε χάνεται, ούτε φθείρεται, ούτε τίποτα (και τι φταίμε εμείς που έχουμε ένα στομάχι να γεμίσουμε σ' αυτή τη ζωή. Εντάξει, και τι φταίμε αν το στομάχι μας είναι απαιτητικό και δεν ευφραίνεται παρά μόνο με Beluga και Moët & Chandon).

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μάινας καταπιάνεται με το γραπτό λόγο του Μήτσου; άλλωστε στα Ανίσχυρα Ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου --άλλο ένα βραβευμένο, όπως τα περισσότερα, βέβαια, έργα του-- του χάρισαν το πιο σοβαρό, τηλεοπτικό, αν μη τι άλλο, προφίλ. Η μόνη διαφορά είναι ότι πρώτη φορά (τον) σκηνοθετεί, δουλειά ύπουλα απαιτητική, ακόμη και για έναν έμπειρο ηθοποιό.

Ο κύριος Επισκοπάκης που παρατάει τη μελέτη των παπύρων του για να παντρευτεί μια ιδιοκτήτρια κοσμηματοπωλείων και να χαθεί στα μπριγιάν, τα οποία στη συνέχεια θα χαρίσει στην Αντιγόνη που ερωτεύεται άτολμα και συγκαταβατικά με την πρώτη ματιά (ή καλύτερα με τις πρώτες της ψευδές φράσεις) λακίζει μπροστά στο μεγάλο, το απόλυτο, την τομή. Του αρέσουν οι συμβιβασμοί και η διπλωματία, θέλει να έχει "και την πίτα ολόκληρη, και το σκύλο χορτάτο". Οικογένεια και ερωμένη και την ησυχία του, όλα τα θέλει, το βόλεμα είναι ο θεός του, αλλά για κακή του τύχη έρχεται ο Χελιδονόπουλος να τον ξεβολέψει. Ένας επαγγελματίας εκβιαστής που παρασέρνεται από την ανθρώπινη πλευρά του και ερωτεύεται το αντικείμενο του εκβιασμού του. Άξεστος Βούλγαρος με χαλασμένα δόντια, έτσι μας δίνεται ο Χελιδονόπουλος εξαρχής. Όμως, αυτή η "μπέσα" του τελικά, μας κερδίζει.

Μέχρι το 104 τραβάει κυρίως το όνομα του Μάινα και του Μήτσου. Ο Επισκοπάκης είναι ρόλος-πρόκληση, η κινηματογραφική και τηλεοπτική περσόνα του Μάινα δεν παραπέμπει σε δειλία κανενός είδους. Την έμφυτη χαρά της ζωής που έχει συνήθως καταφέρνει να τη μετριάσει, όσο μπορεί, μπαίνει στο πετσί του απέλπιδα και άστοχα παλληκαρά μορφωμένου μεσήλικα που τον περιπαίζει ο εκβιαστής που ρισκάρει και πιάνει τη ζωή από τα μαλλιά. Όμως τα γεγονότα εκτυλίσσονται έτσι, ώστε η δειλία του να τον επισκιάζει και απ' αυτήν αναδύεται ένας Καζανάς μεστός και έμπειρος (έχουν περάσει, άλλωστε, τόσα χρόνια από την Αίθουσα του Θρόνου) που κάνει τα ψεγάδια του λαϊκού του χαρακτήρα δικά του προτερήματα. Και ενώ τελικά μένει κανείς με την εντύπωση ότι ο Μάινας αυτοσκηνοθετούμενος δεν τα δίνει όλα, παραδόξως αποκομίζει την απόλυτα αντίθετη εντύπωση για τον τρόπο που σκηνοθετεί τον Καζανά: ολοκληρωμένα και με τέτοια ανθρωπιά και λεπτομέρεια, ώστε να τον κάνει περισσότερο συμπαθή από το χαρακτήρα του Επισκοπάκη που επέλεξε για τον εαυτό του.

Η Κάτια Σπερελάκη δεν με έπεισε προσωπικά ως η πλανεύτρα Αντιγόνη, αλλά ίσως λίγο παραπάνω ως η Αντιγόνη που ήθελε να ζήσει απελπισμένα και απαιτητικά τη ζωή που δεν έζησε. Το σκηνικό λιτό και πολυμορφικό, έξοχη η διπλή όψη και η απειλητική κίνηση της κατασκευής που μοιάζει με κάθετα στόρια και αφήνει να προβάλλονται τα όχι πάντα εύστοχα και επιβλητικά βίντεο. Βέβαια, η σύμβαση που μας επιτρέπει να δούμε την δερμάτινη πολυθρόνα που μοιάζει με μεγαλόπρεπο θρόνο βασανιστηρίων ως πολυθρόνα οδοντιάτρου και κρεβάτι μπουρδελοξενοδοχείου θα πρέπει να 'ναι πολύ ελαστική, αλλά η ποιητικότητα του λόγου του Μήτσου επιτρέπει τέτοιες ασάφειες χάριν ονειρικότητας. Το Hotel Marie βέβαια κάνει τα πάντα πιο συγκεκριμένα και μας βάζει στη διαδικασία να φανταστούμε τους τρεις καημένους ήρωες που ψάχνουν διαφορετικά πράγματα ο καθένας σε μια πραγματική, πολύβουη Αθήνα, σχεδόν εκβιάζει το συναίσθημα ενός deja vu στο φανάρι της γωνίας Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου μια βροχερή ημέρα. Άψογο, δηλαδή, αφού επιτρέπει τη δημιουργία ενός σπάνιου μείγματος αλήθειας και μυθοπλασίας, λογου εκλεπτυσμένου και διόλου καθημερινού να αντηχεί πάνω από τις φωνές των μανάβηδων της λαϊκής του Σαββάτου.

I' m at a loss for words: δε ξέρω που να πρωτοδώσω τα credits. Πρώτα σίγουρα στο Μήτσου που συνδύασε θεατρικότητα και ποίηση και χάσιμο σε όνειρα και ελπίδες, μετά στο Μάινα που ανέλαβε όλο το εγχείρημα (αλλά σχεδόν λανθασμένα κράτησε δυο ρόλους, σκηνοθετικό και υποκριτικό, για τον εαυτό του), ύστερα και πάνω απ' όλα στον Καζανά για τον Χελιδονόπουλό του, τον πιο πειστικό ρόλο του θεατρικού και σε κάποιον ακόμη, που δεν ξέρω ποιος είναι: σε όποιον διάλεξε το χώρο του 104, με τη λευκή ξύλινη σκάλα να δίνει κάτι από την ασταθή ισορροπία της και το βαθύ πονεμένο ήχο της στην εύθραυστη ψυχολογία των χαρακτήρων και τα βαθιά προβληματικά θέλω τους.

Διασκευή: Ανδρέας Μήτσου
Σκηνοθεσία: Στέλιος Μάινας
Σκηνικά - Κοστούμια: Αγγελική Αθανασιάδου
Πρωτότυπη Μουσική: Παναγιώτης Βασιλονικολός
Υπεύθυνος Παραγωγής - Φωτισμοί, Επιμέλεια Ηχου & Εικόνας: Ντάγκλας Φουτ
Συνεργαζόμενος Σκηνοθέτης: Κρίστοφερ Μπίτσινγκ
Art Concert - Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός
Ερμηνεύουν: Στέλιος Μάινας, Κώστας Καζανάς, Κάτια Σπερελάκη

104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης
Θεμιστοκλέους 104 και Καλλιδροµίου, Εξάρχεια, 210 3826185

3/11/08

Η επανάληψη της επανάληψης

Δεν ξέρω τι υποδηλώνει αυτό με σιγουριά, αλλά όλο και κάποια σχέση θα έχει με την οικονομική κρίση και τα τοιαύτα. Αναφέρομαι φυσικά στις άπειρες επαναλήψεις του φετινού θεατρικού χειμώνα, που σχεδόν ξεπερνούν σε αριθμό τις νέες παραγωγές. Περσινές επιτυχίες, προπέρσινες επιτυχίες, αλλά και αποτυχίες των περασμένων σαιζόν ανεβαίνουν ξανά με την προοπτική να πιάσουν επιτέλους ή να εξαργυρώσουν και πάλι την πετυχημένη συνταγή τους, αφού είναι έτοιμη και όχι ακόμη τόσο μπαγιάτικη.

Γιατί, τα λεφτά είναι πολλά, και οι θεατρικοί παραγωγοί θέλουν προφανώς να μας πείσουν ότι δεν έχουν budget για να σκορπάνε σε αβέβαια project. Λεφτά για χώρο, σκηνικά, κοστούμια και συντελεστές εκ νέου δεν δίνονται. Μια επανάληψη κοστίζει ελάχιστα: ο μόνος που έχει να παίρνει είναι ο ηθοποιός και ο αιθουσάρχης. Δύσκολοι καιροί, γαρ, ακόμη και για τους θεατρόφιλους που (πιστέψτε με) μπαίνουν στον πειρασμό να δουν ξανά το αγαπημένο τους όνομα σε μια καλοστημένη περσινή παράσταση, παρά κάποιες άψυχες νέες απόπειρες.

Θλιβεροί καιροί, αλλά μέσα στην πίκρα της αναδουλειάς και της υπο-δημιουργικότητας ας τολμήσω να προτείνω άξιες επαναλήψεις: Οκτώ Γυναίκες με άρωμα Francois Ozon και ηθοποιούς όπως Στέργιογλου, Λούλης, Χειλάκης έρχονται (ύστερα από εκείνο το φωτεινό καλοκαίρι) να αναταράξουν και πάλι τα νερά της κανονικότητας. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τη Νένα Μεντή επαναλαμβάνεται σε νέο χώρο (θέατρο Βασιλάκου), τη Γυναίκα με τα Μαύρα με Κέντρο και Κατρανίδη τη βρίσκετε στο γνωστό της χώρο (Μέλι) και τις Στάχτες το ίδιο. Είναι και μερικά ακόμη που ξεχνάμε και σας προκαλούμε να τα βρείτε μόνοι σας. Και άλλα που μπορεί να μην έλεγαν και πολλά αρχικά, αλλά μετά από τόση επανάληψη να έχουν καλυτερέψει αισθητά. Κανείς δε μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη της θεατρικής πράξης που δεν το βάζει κάτω.

28/10/08

Κρεβάτι Ανάμεσα στις Φακές

του Alan Bennett

Ο Άλαν Μπένετ είναι πιο γνωστός για το έργο του History Boys (και για το σενάριο του Prick up Your Ears, για τους ψαγμένους). Σύσσωμο το Λονδίνο, και όχι μόνο, παραληρούσε για το θεατρικό που ανέβηκε με τεράστια επιτυχία στο West End και στο Broadway, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, αλλά τελικά η θεατρική του εκδοχή ήταν αυτή που κέρδισε από Olivier, μέχρι Tony, μόνο για να επιβεβαιώσει το γούστο του κοινού του.

Φυσικά, η καλή πένα είναι πάντα καλή πένα, είτε γράφει για μια παρέα αγγλόπαιδων που πηγαίνουν σχολείο κάπου στο Sheffield κι έχουν ένα δάσκαλο που τα υπεραγαπά, είτε γράφει για την αλκοολική γυναίκα ενός εφημέριου μιας ενορίας κοντά στο Leeds. Και μόνο μια καλή πένα ήταν ικανή να με πείσει να τσακιστώ και να πάω επιτέλους ένα θεατράκι (το οποίο ως σύγχρονη πρακτική του εδώ και του τώρα με έχει απογοητεύσει τελευταία ή καλύτερα, απλώς εξάντλησε τις αντοχές μου). Ο Άλαν δε με απογοήτευσε πάντως διόλου: γραφή κοφτή, έξυπνη, ατάκες αστείες που εναλλάσσονται με εξίσου αστείες εικόνες πάνω σε ένα θέμα που έχει απασχολήσει πλείστους όσους σε χιλιάδες παραλλαγές: τη θρησκεία ως ρυθμιστική αρχή της ζωής των εμπλεκόμενων πιστών, κάτι που μαζί με τόσους άλλους (κι εμάς) ο Alan πολεμάει με μανία. Όπλα του η ειρωνεία, μεστή και δηκτική, αλλά συνδυασμένη με τον απαραίτητο ανθρωπισμό για όσους την έχουν πατήσει και πιάστηκαν στα δίχτυα της.

Στην περίπτωσή μας, πρόκειται για την Σούζαν "κομμένη και ραμένη για θεούσα" που δεν πιστεύει στο θεό, αλλά έχει βρεθεί παντρεμένη με έναν εφημέριο που ποτέ του δε συζητάει μαζί της θεολογικά θέματα. Ούτε πολλά άλλα, εκτός από τις καθημερινές υποχρεώσεις μιας Κυρίας Εφημέριου, αλλά ούτε κάνει μαζί της πολλά άλλα. Ταγμένος στο υψηλό καθήκον και κυνηγώντας μια θέση λίγο πιο ψηλά, όλο και πιο κοντά στο θεό και τα ουράνια, αφήνει τη Σούζαν να πίνει τσέρι, να πιάνει φιλίες με έναν Ινδό έμπορο και να σκέφτεται το αδιέξοδο της ζωής της χωρίς να μπορεί να το αλλάξει. Ένας από τους 6 μονολόγους για την τηλεόραση που είχε γράψει το 1987 ο Bennett με το γενικό τίτλο Talking Heads, το Bed Among the Lentils είναι διασκεδαστικό και συγκινητικό μαζί, γιατί καταλήγει να μας παρουσιάζει ένα "καμένο χαρτί". Η Σούζαν δε μπορεί στο τέλος παρά να αντιληφθεί ότι είναι παγιωμένα εγκλωβισμένη, είτε της αρέσει, είτε όχι.

Η σκηνοθεσία του κινηματογραφικού Στάγκου είναι ευρηματική ως προς την εισαγωγή βουβών προσώπων, συγκεκριμένα μιας ορδής από παρθενοπιπίτσες ενορίτισσες για να εμπλουτίσει το κινησιολογικό και χιουμοριστικό κομμάτι, αλλά επιφανειακή ως προς την προσέγγιση της Σούζαν. Το αυθεντικό της αδιέξοδο υπαινίσσονται οι λέξεις, το σκηνικό από διάφανο πλεξιγκλάς που την περιχαρακώνει, το λευκό ιματιό της κατά το του Ιησού ιμάτιο και τα γυμνά της πόδια, όχι όμως το τσαχπίνικο παίξιμό της. Αλλά λίγο φταίξιμο γι' αυτό πρέπει να ρίξουμε και στην ίδια την Τσεσματζόγλου που μάλλον δεν κατάφερε να αισθανθεί την απόγνωση της ηρωιδας στο ελάχιστο.

Εκτός από την αφύσικα ψεύτικη μαύρη περούκα της Σούζαν και τα video που έμοιαζαν ώρες-ώρες με διαφήμιση Noulac της Nestle το οπτικό και αισθητικό κομμάτι του θεατρικού ήταν ωραία τακτοποιημένο, με ταιριαστό σκηνικό, κοστούμια και διανθισμένο με εξτρά ενέργεια και κίνηση από τους χορευτές. Η αλήθεια της κυρίας εφημέριου που πήγε μέχρι τους Ανώνυμους Αλκοολικούς μόνο για να βρεθεί τελικά πιο βαθιά χωμένη στο λάκκο με τα φίδια κάπου χάθηκε, δεν πόνεσε αρκετά, έμεινε ένα ανάλαφρο σκετσάκι για ένα εξίσου ανάλαφρο κοινό. Σπουδαίο κείμενο, πάντως. Or did I already say that?

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Σταύρος Στάγκος
Σκηνικά: Λία Ασβεστά
Κοστούμια: Αγις Παναγιώτου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Χορογραφία: Πέρσα Σταματοπούλου
Μουσική Επιμέλεια: Σταύρος Στάγκος, Σταμάτης Γιατράκος
Ηχητική επεξεργασία: Λέανδρος Ντούνης
Διεύθυνση Φωτογραφίας video: Τάσος Ζαφειρόπουλος
Mακιγιάζ – special effect video: Λίλα Μάρη
Ερμηνεύει: Λίλη Τσεσματζόγλου
Χορεύουν: Δάφνη Ραμσή, Ελενα Ανδρεουλάκη, Παρασκευή Πάλλα

Θέατρο Χώρα, Σκηνή Μικρή Χώρα

Αμοργού 20, Κυψέλη, 210 8673945

28/9/08

Αφιέρωμα στον Κάρολο Κουν

"Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του ιδρυτή του Θεάτρου Τέχνης και ανανεωτή της ελληνικής θεατρικής σκηνής, διοργανώνεται μεγάλη έκθεση για τον Κάρολο Κουν από το Μουσείο Μπενάκη, το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου και το Θέατρο Τέχνης.

Η έκθεση έχει στόχο να ανιχνεύσει τα βήματα του Κουν μέσα στο χρόνο, τις αισθητικές του επιλογές, αλλά και τις επιρροές που δέχτηκε από άλλους σύγχρονούς του και παλαιότερους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες.

Στο πλαίσιο της έκθεσης αυτής τη Δευτέρα 29/09 τις 20:30 στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη ο Φίλιππος Τσαλαχούρης και μιά ομάδα νέων ηθοποιών αποφοίτων της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάζουν χορικά και τραγούδια από τους Βατράχους του Αριστοφάνη, παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν σε μουσική Γιάννη Χρήστου το 1966. "

Επειδή όλα αυτά στο δελτίο τύπου ακούγονται αρκούντως νοσταλγικά και επειδή το Θέατρο Τέχνης έχει τους πιο αγαπημένους αποφοίτους, θα τα πούμε όλοι εκεί αύριο --η είσοδος είναι, φυσικά, ελεύθερη.

Μουσική διδασκαλία - Σκηνοθεσία: Φίλιππος Τσαλαχούρης
Συμμετέχουν: Δημήτρης Καλαντζής, Μίλτος Δημουλής, Νίκος Μόσχοβος, Μιχάλης Γεωργακόπουλος, Ελευθερία Λεωνιδάκη, Χρύσανθος Παύλου, Σταυρούλα Μπαρδουνιώτη, Ματίνα Νικολάου, Ευανθία Κουρμούλη, Νικηφόρος Βλάσσης, Ελένη Κουτσιλαίου, Αντώνης Γκρίτσης, Μαργαρίτα Καλατζοπούλου, Κατερίνα Κουγιουμτζή, Ελευθερία Ευθυμιάτου, Δανάη Ρούσσου, Μαρία Χούχου, Πητ Ράντλ, Ευγενία Σβάρνα, Χριστίνα Λυκοτσέτα, Μιχαέλα Κυβεντίδου, Γιώργος Ρουσσάκης

Νέο Κτήριο Μουσείου Μπενάκη
Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου

12/9/08

Ημερίδες για όλα τα γούστα

Το Σάββατο μπορεί να είναι για τους περισσότερους μέρα ανάπαυλας, αλλά και η χαλαρή απόκτηση γνώσεων πασπαλισμένη με ολίγο socializing θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Δύο ημερίδες διοργανώνονται στις 13/9 (αύριο), από διαφορετικούς φορείς και με αρκετά διαφορετικό αντικείμενο, αλλά μας ενδιαφέρουν και οι δύο. Μάλιστα, αφού η καθεμιά διαρκεί μόνο μισή μέρα, οι φανατικοί θα καταφέρουν να παραβρεθούν και στις δύο. Η ψηφιοποίηση αρχείων που αφορούν τον πολιτισμό είναι το θέμα της πρώτης που λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη 10:00 με 14:00 το πρωί του Σαββάτου και η σκηνογραφία και η ενδυματολογία στο αρχαίο δράμα είναι το θέμα της δεύτερης που διοργανώνεται στην Ελευσίνα στα πλαίσια των Αισχυλείων 2008 στις 19:00 το απόγευμα. Και οι δυο συνοδεύονται από σχετική με το αντικείμενό τους έκθεση, πράγμα που σημαίνει ότι εκτός από το πολύ μπλα-μπλα, θα έχετε και οπτική άποψη επί των λεγομένων. Διαλέξτε και πάρτε. Η γνώση και η πληροφόρηση ανυπομονούν να σας παραδοθούν άνευ όρων.

Μουσείο Μπενάκη, Κτήριο Οδού Πειραιώς
Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου

Πολιτιστικό Κέντρο "Λ. Κανελλόπουλος"
Παραλία Ελευσίνας

4/9/08

Οψόμεθα εις Φιλίππους

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρας: Πράξη Ε΄ & Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι

Με μια συρραφή δυο έργων που προέρχονται από τόσο διαφορετικές παραδόσεις τα δυο γειτονικά ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να εγκαινιάσουν το 51ο Φεστιβάλ Φιλίππων και μάλιστα ένα χώρο άμαθο σε θεατρικά δρώμενα. Από εκεί που έλαβε χώρα η μάχη των Φιλίππων το 42 π.Χ., από το φυσικό δηλαδή χώρο όπου οι συνωμότες από τη μία και οι εκδικητές της δολοφονίας του Ιούλιου Καίσαρα μοίρασαν τελικά τα εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όπως-όπως, ξεκίνησε τη θερινή περιοδεία του το Οψόμεθα του Γκόνη, από εκεί ξεκίνησαν και οι Harley να μαρσάρουν, και δε σας κρύβω ότι η αδυναμία μου σε αυτές τις τελευταίες καλογυαλισμένες μεταλλικές κυρίες, όπως και στους νέους και ελπιδοφόρους ηθοποιούς του θιάσου, ήταν το αποκλειστικό κριτήριο επιλογής αυτής της παράστασης. Γιατί, με τόσο κράξιμο που έχει πέσει αυτό το καλοκαίρι σε παραστάσεις που είχαν κατά τα άλλα όλα τα εχέγγυα επιτυχίας, άντε να ξεμυτήσει κανείς . Φοβάται εκ των προτέρων ότι θα αναγκαστεί να γίνει κακός, και ποιος δα είναι τόσο πικρόχολος από φυσικού του, στο κάτω κάτω.

Θα τα πούμε στους Φιλίππους (sic), λοιπόν, είπε με τον απειλητικό τόνο το φάντασμα του δολοφονημένου Ιουλίου Καίσαρα στο Βρούτο, και μιλούσε εντελώς κυριολεκτικά, αφού τελικά οι Δημοκρατικοί ηττήθηκαν και ο Βρούτος αυτοκτόνησε. Όλη η σύλληψη του Γκόνη, από την τοποθέτηση της παράστασης στον πραγματικό χώρο της μάχης έως τη σύνδεση --σε επίπεδο εξωτερικού σχήματος-- της δολοφονίας του Καίσαρα με τη δολοφονία του Λαμπράκη από έναν (παρακμιακό) παρακρατικό με τρίκυκλο ( το Ζ θα σας διαφωτίσει περαιτέρω) μου φάνηκαν μοναδικά. Η παράσταση είχε ζωή και παλμό και δεν ήταν καθόλου ένας κενός πειραματισμός για μια ντουζίνα νέους, ούτε μια αφορμή για να περάσουν οι συντελεστές όμορφα κατά τη διάρκεια των προβών σε μια κατασκήνωση χαμένη κάπου στις Σέρρες. Η ύπαρξη στέρεου υποβάθρου, που είναι, άλλωστε, πάντα το ζητούμενο, έδεσε τις υποκριτικές ικανότητες των πρωταγωνιστών με το άγριο τοπίο του θεάτρου Βράχων (ευτυχής συγκυρία να δω την παράσταση ειδικά εκεί, αφού οι Φίλιπποι έπεφταν κομματάκι μακριά) ως μοναδικό σκηνογραφικό βοήθημα, πέρα από δυο λόφους φρεσκοσκαμμένου χώματος. Έτσι, οι απειλητικές σκιές των συνομωτών γιγαντώνονταν στο γυμνό βράχο, τα sleeping bags μεταμορφώθηκαν σε τήβεννους και η έκρυθμη/έξαλλη/μαστουρωμένη ατμόσφαιρα ενός rave party υπό τους ήχους του Ανδρέου (!) έγινε το καταλληλότερο όχημα να περιγράψει τον αχό και την έκσταση της μάχης και του σκοτωμού.

Τέλεια, δηλαδή. Παρεπιπτόντως, για ακόμη μια φορά αναδείχθηκαν περισσότερο οι θηλυκοί μαχητές. Με μια Λυπηρίδου αεικίνητη και παιχνιδιάρα στην εμπροσθοφυλακή (δε θα μπορούσα καν να φανταστώ καλύτερη αφηγήτρια), με μια Τάκαλου αγριεμένη ύαινα (και με ανάλογη φωνή) και έναν Τοκάκη παιδί και άντρα μαζί (σε σωστή μίξη της καλοσύνης και της μεγαλομανίας του Καίσαρα) η μάχη των Φιλίππων είχε τελικά μόνο νικητές. Με μόνες αντιρρήσεις τη χαλαρή ατμόσφαιρα του free camping και της ανταλλαγής ιστορικών πληροφοριών για παραπάνω από το ανεκτό χρονικό όριο στο πρώτο μισό (με αποτέλεσμα μια υποτυπώδη κούραση) και... την έλλειψη των Harley. Δυστυχώς, όσο κι αν το γνωστό σηματάκι της Harley Davidson φιγουράριζε σε αφίσες και κάρτες, όσο κι αν οι ίδιες οι στιβαρές κυρίες γυάλιζαν κάτω από τον ήλιο στη φωτογράφιση, κάποιος δε μας έκανε τη χάρη να τις δούμε τελικά επί σκηνής --χρησιμοποιήθηκαν καθαρά για προωθητικούς λόγους. Αντ' αυτών, κάτι ζουζουνί και πορτοκαλί Kawasaki πάσχισαν μάταια να μας παρηγορήσουν. Σνιφ. (τι, δεν είναι σοβαρός λόγος ήπιου ξενερώματος αυτός; αν, όχι, ποιος είναι, τότε;)

Προσοχή, προσοχή: την παράσταση θα έχετε μια τελευταία ευκαιρία να παρακολουθήσετε στο Κηποθέατρο Παπάγου στις 14 Σεπτεμβρίου. Σπεύσατε.

Μετάφραση: Κώστας Καρθαίος
Σκηνοθεσία: Θοδωρής Γκόνης
Σκηνικά- Κοστούμια: Ελένη Στρούλια
Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Επιμέλεια κίνησης: Μαρία Κολιοπούλου
Παίζουν: Ρηνιώ Κυριαζή, Παντελής Δεντάκης, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σύρμω Κεκέ, Άρης Τσαμπαλίκας, Νίκος Τουρνάκης, Θάνος Τοκάκης, Ειρήνη Βασιλάτου, Ηλίας Κούτλας, Ειρήνη Βασιλάτου

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών & ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής

22o Φεστιβάλ Υμηττού
Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη, 213 2037819, Βύρωνας

29/8/08

2ο Φεστιβάλ στο Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού: Το παράπονο του Νεκροθάπτου

του Εμμανουήλ Ροϊδη

Να πω ότι μου έλειψε η Αθήνα, θα 'ναι μέγα ψέμα, να πω ότι μου έλειψε το θέατρο, επίσης. Μερικές φορές η αβυσσαλέα απόσταση μόνο καλό κάνει σε μία θυελλώδη σχέση. Και τέτοιες ακριβώς λογίζονται οι σχέσεις μας με την τέχνη (και όχι μόνο) εδώ πέρα. Love and hate relationships, αγαπητοί μου, μόνο αυτές σε απαλάσσουν από το ζόρικο χαρακτηρισμό του ξενέρωτου, και η επιστροφή μας βρήκε να χαιρετίζουμε με πάθος κάθε δημοτική (και μη) διάθεση για πολιτιστική αποκέντρωση εντός των πυλών. Όπου ο γράφων φυσικά εννοεί τις απόπειρες της δημοτικής αρχής και άλλων πολιτιστικών φορέων τα τελευταία χρόνια να διογρανώσει εκδηλώσεις μουσικές, θεατρικές (και κινηματογραφικές εσχάτως!) σε κάθε πλαγιά και ραχούλα της πρωτεύουσας, ώστε να μην μείνει κανείς παραπονεμένος , όπου το κανείς επιζητά να συγκεντρώσει υπό κοινή σκέπη κάθε φιλήσυχο πολίτη, ντόπιο ή αλλοδαπό --και δε φαντάζεστε πόσο προσφέρει στην ομογενοποίηση μακροπρόθεσμα και σε μια πρώτη φάση στην δειλή εκμάθηση του πρωτόκολλου της ομαλής συμβίωσης πάνω στο πολύχρωμο αθηναϊκό μωσαϊκό μας.

Μία από αυτές τις απόπειρες ( η περυσινή και άκρως επιτυχημένη αναζωπύρωση της τέχνης στο Αττικό Άλσος έχει πάρει το δρόμο της και θεωρείται ήδη θεσμοποιημένη) είναι το 2ο Φεστιβάλ Κολωνού που δεν έχει ακουστεί όσο το πιο πλούσιου και γκλαμουράτου προγράμματος αδερφάκι του. Καιρός λοιπόν να ακουστεί, αρχικά γιατί ο Κολωνός είναι μια ιστορική γειτονιά --εκεί κοντά δεν ήταν η Ακαδημία Πλάτωνος; εκεί δεν έμενε και η Μαντάμ Σουσού;-- και κατά δεύτερον γιατί φιλοξενεί αξιόλογες εκδηλώσεις. Μπορεί να μην είναι υπερπαραγωγές, αλλά το budget και οι stars δεν είναι το παν στη show-biz (!). Μια από αυτές σήμερα μας τράβηξε το ενδιαφέρον επειδή εκτός από φαν του Ροίδη, είμαστε και φαν των ευφάνταστων δραματοποιήσεων. Στα ξεκινήματα λοιπόν του Φεστιβάλ που από τις 25 Αυγούστου έως τις 15 Σεπτεμβρίου θα μας πνίξει σε κύμα "πολιτιστικών δρώμενων προσβάσιμων σε όλους τους πολίτες της Αθήνας" εμείς επιλέγουμε με σύνεση Το παράπονο του Νεκροθάπτου που έχει πιασάρικο concept (βλ. νεανικούς ρυθμούς και μεταφορά στη σύγχρονη εποχή) και γνωστούς (μας) και εγγυημένους συντελεστές. Σημειοτέον: η είσοδος είναι ελεύθερη σε όλες τις εκδηλώσεις, μία κάθε μέρα.

Δραματουργική επεξεργασία-Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Σωτηρίου
Αφήγηση: Μάγια Λυμπεροπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Αλίκη Αρναούτη
Μουσική: Γιώργος Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Κινησιολογική επιμέλεια: Ευριδίκη Σαμαρά
Παίζουν: Στάθης Βούτος, Εύα Σιμάτου, Γιάννης Φίλιας, Αλέξανδρος Σωτηρίου

Ανοιχτό Θέατρο Κολωνού
Καπανέως & Ιωαννίνων, Κολωνός, 210 3621601

14/7/08

Ελένη

του Ευριπίδη


Μέχρι κάποια στιγμή η πιό light εκδοχή αττικής τραγωδίας που διδασκόταν στα σχολεία για μια πρώτη επαφή των μαθητών του γυμνασίου με την αρχαία ελληνική δραματική ποίηση ήταν σε μετάφραση η Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη. Έκτοτε τα χρόνια πέρασαν και τη θέση της Ιφιγένειας πήρε στο πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας η Ελένη. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η Ελένη του Ευριπίδη δεν είναι το πιό αντιπροσωπευτικό ούτε το πλέον κατάλληλο ανάγνωσμα για μαθητές που πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με το έργο των τραγικών προκειμένου να ψυλλιάστουν τί στο καλό σημαίνει ως είδος η περίφημη αρχαία ελληνική τραγωδία. Γιατί καλά είναι να προστατεύουμε τα παιδιά μας γενικώς από το τραγικό "αίμα" και τη "βία", αλλά σε μια εποχή όπως η δική μας δεν ξέρω αν έχει νόημα η υποκρισία να επιλέγουμε να τα διδάξουμε εργάκια τα οποία θεωρούμε κατάτι λιγότερο αιμοσταγή, ακίνδυνα και γλυκανάλατα -και καλά-.

Η Ελένη δεν είναι όμως καθόλου ένα ακόμα δροσερό εργάκι για το καλοκαίρι. Αντίθετα στο έργο αυτό συναντά κανείς ένα ιδιαίτερο δείγμα δραματικής ποίησης με ασαφή τα όρια ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, με σαφείς επίσης προβληματισμούς σχετικά με το τί είναι δραματικά θεατρικό και τραγικά γελοίον και όλα αυτά δοσμένα μέσα σε ένα μυθικό πλαίσιο το οποίο αρχικά χρησιμοποιεί ως έναυσμα ο ποιητής και το οποίο πολύ γρήγορα προσπερνάει για να δώσει νέο νόημα και περιεχόμενο σε αυτό που λέμε στο σύγχρονο πιά θέατρο "δραματική πλοκή". Οι ήρωες του Ευριπίδη εδώ δεν είναι τα ανάλογα των επικών πρώτο - τύπων που αλληλεπιδρούν σε σκηνή -επίτηδες κατά πάσα βεβαιότητα ο ποιητής διαλέγει τους ήρωες που ηθικά ξέπεσαν πρώτοι, η ωραία Ελένη ενέδωσε στον βάρβαρο Πάρη επισύροντας την μήνιν του Μενέλαου, τον πόλεμο και την εκστρατεία στην Τροία των Αχαϊών-. Οι ήρωες του Ευριπίδη εδώ θυμίζουν περισσότερο καρικατούρες ηρώων σε ένα μεγάλο, όμορφο και τελευταίο για τις ζωές τους παραμύθι. Η Ελένη όμως δεν είναι μια ιλαροτραγωδία όπου ο Ευριπίδης δεν ξέρει να μας πει ακριβώς τί έκβαση είχαν των ανθρώπων εκείνων οι ζωές κι αν έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, αλλά ένα έργο που στοχεύει να αναδείξει προβληματισμούς σχετικά με αυτό που θα ονομάζαμε δράμα ανθρώπινο και με αυτή την έννοια δράμα οικείο και καθημερινό. Γιατί το αληθινό δράμα είναι μια κωμωδία τραγική. Όπως και η ίδια η ζωή με τις δυσκολίες και τα ευτράπελά της.

Πολλά χρόνια πριν ο Σεφέρης αναρωτηθεί στη δική του Ελένη, ο Ευριπίδης προβληματίζεται ήδη εδώ αν άξιζε όλη αυτή η μεγάλη περιπέτεια - εκστρατεία των Ελλήνων "για ένα πουκάμισο αδειανό" που εκείνοι κάποτε το πόθησαν υπερβολικά και το ταύτισαν με ένα πρόσωπο που είχε το όνομα "Ελένη". Τοποθετεί την "αληθινή" Ωραία Ελένη του Μενέλαου λοιπόν να βρίσκεται ως εκ θαύματος της καλής της τύχης στην Αίγυπτο και μια "ψεύτικη" Ωραία Ελένη να είναι εκείνη που ως είδωλο της πραγματικής ο Πάρης πήρε κοντά του στην μακρινή κι απόρθητη Τροία. Η "αληθινή" περιμένει εν προκειμένω στην Αίγυπτο τον Μενέλαο να τη φυγαδεύσει και πάλι πίσω στη Σπάρτη. Δεν έχει νόημα να παραθέσω περισσότερα στοιχεία από την υπόθεση αφού μάλιστα διδάσκεται και στα γυμνάσια της χώρας.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι έχουμε διαμορφωμένο εδώ το πλαίσιο για μια εκ νέου δι-εκδίκηση για την Ωραία Ελένη, όχι στην κακοτράχαλη Τροία πιά, αλλά στην ερωτική Αίγυπτο των ρομαντικών ειδυλλίων. Η ιστορία του Μενέλαου και της Ελένης έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μόνο η αιτία για έναν πόλεμο αλλά και η αφορμή για ένα αρχαίοελληνικό ρομάντζο. Κι ενώ έχουμε εδώ ένα ακόμα - όχι τόσο καθαρόαιμο ομολογουμένως- αντιπολεμικό δράμα απολογισμού του Τρωϊκού πολέμου, ο Ευριπίδης βρίσκει τρόπο να εξετάσει τα χαρακτηριστικά που έχει το λεγόμενο ελληνικόν ήθος και η συμπεριφορά ακόμα και ύπο παραλλαγμένες κάπως συνθήκες. Και μέσα σε όλο αυτό δε διστάζει να γίνει σαρκαστικά κωμικός προκειμένου να αναδείξει ποιά είναι η ευχή και η κατάρα, η ομορφιά και η ασχήμια μιας ολόκληρης φυλής όπως του Έλληνος η εξυπνάδα, η κουτοπονηριά και ο δόλος. Αυτά που άλωσαν την Τροία είναι αυτά που σώνουν κι εδώ άλλη μια την αληθινή τώρα Ελένη.

Είναι αντιληπτό νομίζω από τα παραπάνω πόσο δύσκολο είναι και να παρασταθεί και να διδαχτεί το συγκεκριμένο έργο του Ευριπίδη. Και αυτό ακριβώς ήταν και το πρόβλημα στην παράσταση που σκηνοθέτησε για λογαριασμό της Ελληνικής Θεαμάτων ο Θοδωρής Αθερίδης. Από τα φτωχά σκηνικά και τα κοστούμια του χορού ΕΜΟ μέχρι την τηλεοπτική υποκριτική των πρωταγωνιστών και την γενικότερη αισθητική προσέγγιση του σκηνοθέτη, η παράσταση μαρτυρούσε από μακριά επιπολαιότητα, ευκολία και τη "έλα, μωρέ... δε βαριέσαι" διάθεση για μια ακόμα εύπεπτη και δροσερή παράσταση καλοκαιριού. Σαν γρανίτα και σαν μάθημα - ξεπέτα για μαθητές γυμνασίου που έμειναν μετεξετασταίοι στο "Παρά Πέντε". Που βέβαια αποτελούν και το πιο απαιτητικό κοινό στα ποσοστά της τηλεθέασης... Ακόμα και ο πολύ καλός Θανάσης Αλευράς στον άχαρο ρόλο που του ανέθεσαν -τα καλύτερα μας επεφύλαξαν οι κάτοχοι των βραβείων Χόρν και Μερκούρη αντίστοιχα φέτος-, το χορικό της ξανθούλας του Διονύσιου Σολωμού και οι μουσικές του Γιώργη Χριστοδούλου δεν στάθηκαν ικανά να κερδίσουν ούτε καν τις αρχικές εντυπώσεις. Δεν υπάρχει λόγος να εστιάσει κανείς σε περισσότερες λεπτομέρειες. Η φωτογραφία τoυ αλά 300 Θεοκλύμενου του Γιάννη Βούρου τα λέει όλα.

Και επειδή είδα και το "δε βαριέσαι... βαριετέ" Βάτρα-Χ του Λιγνάδη από τη μία στην Επίδαυρο και επειδή την προσεχή εβδομάδα καραδοκεί από την άλλη η παράσταση - ληγμένη κονσέρβα των Ορνίθων από το Θεάτρο Τέχνης σε σκηνοθεσία διαφόρων παρατρεχάμενων και καθόλου Κουν στο Ηρώδειο επιτρέψτε μου μια μικρή επισήμανση: αν θέλουμε να καταπιαστούμε με μια παράσταση ας κρατάμε στα βασικά προσχήματα ένα minimum αισθητικού κριτηρίου και ένα στόχο για διάλογο ειλικρινή με έργα λαϊκά μεν ποιητικά δε τα οποία έτσι κι αλλιώς τα διέσωσε ο χρόνος, είναι κτήματα του παγκόσμιου πλέον πολιτισμού και όχι τσιφλίκια για να επιβεβαιώνουμε την επιπολαιότητα, την αφέλεια, τη ματαιοδοξία, τη θεσούλα, τα συμφέροντα και τον λαϊκισμό μας.

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αθερίδης
Μετάφραση- Μετεγγραφή:
Μαριαλένα Κωτσάκη
Σκηνικά- Κοστούμια: Μανόλης Παντελιδάκης
Μουσική:
Γιώργης Χριστοδούλου
Χορογραφία:
Μάρθα Κλουκίνα
Φωτισμοί:
Λευτέρης Παυλόπουλος
Στίχοι:
Μίνως Θεοχάρης
Μουσική διδασκαλία:
Αλέξιος Πρίφτης
Παίζουν: Θοδωρής Αθερίδης, Σμαράγδα Καρύδη, Γιάννης Βούρος, Γιώργος Καπουτζίδης, Ανδρέας Νάτσιος, Γιώργος Κορμανός, Θανάσης Αλευράς, Νατάσα Κοτσοβού, Μένια Αναγνωστοπούλου, Ειρήνη Βουκελάτου, Ελπινίκη Γαβριηλίδου, Χαρά Ζησιμάτου, Λήδα Μανουσάκη, Μαρία Μησσήν, Αρετή Ντάλιου, Άντια Ολυμπίου, Εφη Ρευματά, Πόπη Χριστοδούλου

Ελληνική Θεαμάτων
210 3640813