2/11/07

Ο Έμπορος του Λας Βέγκας

του Μαρκ Φον Χέννινγκ

Το Μαρκ Φον Χέννινγκ τον γνωρίζουμε ήδη από το Αμόρε και την Κουζίνα του Κυανοπώγωνα. Την ολίγον αποστασιοποιημένη και μοντερνίζουσα σκηνοθεσία που επικρατεί εκεί, στο διαφορετικό και πλέον εμπορικό Θέατρο του Νότου, την έχουμε κάνει κτήμα μας πια τόσα χρόνια. Κινηματογραφική αμεσότητα με κάμερα στο χέρι που προσφέρει αφειδώς gros plan των ηρώων στη σκηνή, χρήση βίντεο-προβολής, μικρόφωνα για live εκτέλεση τραγουδιών στη σκηνή, τοποθέτηση καταστάσεων περασμένων αιώνων στο σήμερα. Σκηνοθετικά ευρήματα που ταράζουν, ή τουλάχιστον τάραζαν τα νερά, αφού θεωρούνταν πρωτοποριακά, έφτασαν όμως στη συνέχεια να γίνονται μόνο για να δηλώσουν το διαφορετικό, χωρίς να έχουν σθεναρό λόγο ύπαρξης.

Λογικό και επόμενο, η τοποθέτηση του Γιάννη Χουβαρδά στους διευθυντικούς θώκους του Εθνικού να σημάνει τη μερική «αμορ-ο-ποίησή» του, αφού όλες οι ενέργειές του στο Αμόρε στέφθηκαν από επιτυχία. Όχι μόνο σε θέματα ρεπερτορίου, αλλά και με τη θέσπιση της «Κάρτας Φίλων του Εθνικού», το άνοιγμα στο κοινό με τις συζητήσεις που γίνονται κατά τις προπαραστάσεις με τους συντελεστές της παράστασης και εικαστικές παρεμβάσεις στους θεατρικούς χώρους. Τα αποτελέσματα μιας εκ των παραπάνω τακτικών προκάλεσαν στην προ-παράσταση της νέας παραγωγής του Εθνικού ο Έμπορος του Λας Βέγκας, πλείστους γέλωτες.

Μιλάω βέβαια για τη συζήτηση με το κοινό, όταν, δυστυχώς, ως κοινό, ανακαλύπτουμε μαζί οι συντελεστές και εμείς τεθλιμμένοι ότι, λογιέται το γνωστό κοινό παπουδο-γιαγιάδων του Εθνικού με τις κλασικές απαιτήσεις τους. Κοστούμι με φραμπαλά, happy end, κλασική δραματουργία και πάει λέγοντας. Τόση δε είναι η λαχτάρα τους γι’ αυτά, που αρκετοί δεν έλεγαν να εννοήσουν ότι ο Μαρκ Φον Χέννινγκ έγραψε εκ νέου ένα έργο που ομοιάζει μεν και βασίζεται αμυδρά στο Έμπορο της Βενετίας του σεπτού Σαίξπηρ, αλλά ξεφεύγει αισθητά από αυτόν και αποτελεί κάτι εντελώς καινούργιο. Το θλιβερό συμπέρασμα της συζήτησης είναι η ανωριμότητα του κοινού. Οι μεν κάποιας ηλικίας αναλώνονταν σε συγκρίσεις με τον Έμπορο του Σαίξπηρ, οι δε νέοι έσπευσαν να χαιρετίσουν την ανύπαρκτη πρωτοπορία της σκηνοθεσίας (αφού όπως είπαμε αυτά βλέπουμε τουλάχιστον εδώ και μια πενταετία). Ούτε πρωτοπορία, ούτε ιεροσυλία, λοιπόν. Απλώς μια τολμηρή επιλογή για τη Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ που συνήθως φιλοξενεί πιο λαϊκότροπο και εύκολο ρεπερτόριο, αφήνοντας έξω βέβαια τον μοναδικό περσινό Μαυρίκιο.

Τι ακριβώς είναι τελικά ο Έμπορος του Λας Βέγκας και γιατί τους έπιασε όλους εξ απίνης; Η πλοκή τοποθετείται ανάμεσα στη χλιδή και τον τζόγο των καζίνων, με ήρωες τιποτένιους λάτρεις του εύκολου χρήματος, δηλαδή τζογαδόρους, τοκογλύφους τραπεζίτες, έμπορους ναρκωτικών και τις ενοχλητικές ελαφρόμυαλες κόρες τους. Χαρακτήρες λίγο-πολύ αντιπαθητικοί στο σύνολό τους, όπως ήταν και η ρητή θέληση του συγγραφέα-σκηνοθέτη. Μέχρι εδώ τα κατάφερε περίφημα, αλλά αυτή η παντελής έλλειψη ταύτισης με τα καθάρματά του, οδήγησε στο άλλο άκρο: μας έκανε να χάσουμε το ενδιαφέρον από πολύ νωρίς. Βοήθησε σ’ αυτό και η υποκριτική προσέγγιση που ήταν στο σύνολό της αρκετά επίπεδη. Υπήρξαν στιγμές που έμοιαζε οι ηθοποιοί απλώς να εκφωνούν το ρόλο μασκαρεμένοι με αποκριάτικα ρούχα. Υπήρξε, ευτυχώς, ελάχιστο αληθινό αίσθημα, κυρίως προς το τέλος και κυρίως από τον Λιγνάδη και τη Σκουλά, αλλά σχεδόν χάθηκε στα ατέλειωτα πηγαινέλα των χαρακτήρων που πάσχιζαν να γεμίζουν την πελώρια σκηνή με την παρουσία τους (γιατί, τέτοια μετα-μοντέρνα παιχνιδάκια ταιριάζουν στη πιο μαζεμένη σκηνή του Αμόρε, όχι όμως σε τόσο κλασικής διαρρύθμισης σκηνή όπως αυτή του Κοτοπούλη-Ρεξ).

Το λευκό σκηνικό με τις πολλές αντικριστές πόρτες που φιλοξένησε όλη τη δράση μου θύμισε τουαλέτες γκλαμουράτου club και ήταν πολύ εύστοχο δεδομένης της σαπίλας που το όλο θεατρικό προσπαθούσε να υποδηλώσει. Η live εκτέλεση τραγουδιών, όπως και η χρήση της κάμερας ήταν επιεικώς αχρείαστη και αδικαιολόγητη, και υπήρχε πιο πολύ για να δηλώσει το διαφορετικό, παρά για οποιοδήποτε οργανική ανάγκη του ανεβάσματος. Γενικά ο σκηνοθέτης δεν έχαιρε άκρας εμπιστοσύνης εκ μέρους των υποκριτών, και εκεί εντοπίζεται η έκδηλη αμηχανία τους (έντονη στο Μυλωνά-Σάυλωκ, κατ' εμέ, που φορτώθηκε την πιο δύσκολη σκηνή, αυτή του τέλους, όπου ντυμένος με χιτλερική περιβολή επιζητά να προκαλέσει το δικό του μικρό ολοκαύτωμα, μήπως και αισθανθεί λίγο από το δέος του παλιού του διώκτη). Όπως και να 'χει, το τελικό συμπέρασμα δε μπορεί να είναι παρά διττό: υπάρχουν κάποιοι που θα ξαφνιαστούν ευχάριστα ή δυσάρεστα με όλα αυτά--όσοι δεν είναι ακριβώς ενήμεροι για τις τελευταίες θεατρικές εξελίξεις και πρακτικές, υπάρχουν και μερικοί που δε θα τους κάνει ιδιαίτερη αίσθηση.

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου, Δημήτρης Φιλιππουπολίτης
Σκηνοθεσία: Μαρκ φον Χέννινγκ
Σκηνικά-κοστούμια: Χέρμπερτ Μουράουερ
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Δημήτρης Λιγνάδης, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μαρία Σκουλά, Γιάννος Περλέγκας, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Γιώργος Γλάστρας, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γεννάδιος Πάτσης, Σταύρος Καλλιγάς, Γιώργος Οικονόμου

Εθνικό Θέατρο -Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ
Πανεπιστημίου 48, 210-3305074

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΤΙΜΑΜΕ ΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ?

Ανώνυμος είπε...

em pes ta xrysostome!den mporoume na katanohsoume thn aksia tou klasikou theatrou?den to perimena ayto apo to ethniko.

antigonos είπε...

Νομίζω ότι διαιωνίζεται αυτή η παρεξήγηση που συνέτριψε το κοινό και της προ-παράστασης που παρακολούθησα. Ο Μαρκ φον Χένινγκ αποφάσισε να δει με μια δική του οπτική γωνία το έργο του Σαίξπηρ και έτσι προέκυψε ένα εντελώς νέο έργο. Καλύτερα κρίνετε λοιπόν το αποτέλεσμα, όσο προχειρογραμμένο και αν είναι, και μην κάνετε την άτοπη αυτή σύγκριση με το "κλασικό θέατρο" και το Σαίξπηρ.

Ανώνυμος είπε...

efoson loipon to apotelesma einai proxeirogrammeno gt na mhn ginetai ayth h sygkrish?an o kurios hthele na kanei ena ergo tote as to ksekinouse apo thn arxh kai na mhn empleke ton emporo ths venetias an dn eixe empneysh

antigonos είπε...

Καταρχήν, η ανωνυμία δεν είναι κάτι που δίνει ιδιαίτερο βάρος στη γνώμη οποιουδήποτε. Επί του προκειμένου, ο φον Χένινγκ "έμπλεξε", όπως λέτε, τον Έμπορο της Βενετίας, επειδή ήθελε να ασχοληθεί με παρόμοια θεματολογία: μη αποδοχή του διαφορετικού πρωτίστως, χρήμα και τα υπόλοιπα στη συνέχεια.

Ριρίκα είπε...

Έχω μελετήσει πολύ τον έμπορο της Βενετίας λόγω σπουδών και νομίζω ότι το έργο όντως περνάει τα νοήματα του Σαίξπηρ.Και οι ανώνυμοι μπορεί να μην έχουν δει την παράσταση...