Οι μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς αποτελούν πηγή δραματουργικής έμπνευσης χρόνια τώρα στις αθηναϊκές σκηνές. Έχουμε δει και στο παρελθόν Γκόγκολ, Ντοστογιέφκσι και Τολστόι, φέτος όμως ήρθε η κορύφωση με παραστάσεις-μεγαθήρια όπως ο Ηλίθιος του Εθνικού και τώρα οι Δαίμονες και Δαιμονισμένοι της Λυμπεροπούλου υπό τη σκέπη του Φεστιβάλ Αθηνών (με έναν αυθεντικότερο Πόλεμο και Ειρήνη, από ρώσικο θίασο στη γλώσσα τους, στο ενδιάμεσο).Φαίνεται ότι η επική διάσταση στο θέατρο είναι τελευταία it thing, κυρίως όταν αφορά τη χρονική διάρκεια της παράστασης, και παρότι θεωρώ φοβερή θεατρική εσωστρέφεια και μονομανία να θεωρεί ο εκάστοτε συντελεστής ότι το ευρύ κοινό μπορεί να παρακολουθήσει αγόγγυστα 7ωρο-6ωρο série με ενδιάμεσα διαλείμματα για κολατσιό, δεν έχω εντούτοις τίποτα να προσάψω στη θαρραλέα Μάγια Λυμπεροπούλου. Το montage-editing είναι παντού και πάντα η δυσκολότερη δουλειά, "και ποιος είμαι εγώ που θα περικόψω το μέγα Ντοστογέφσκι", σκέφτεται κανείς, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το ογκώδες υλικό. Όλα είναι σημαντικά, πράγματι, αλλά το βιβλίο το πιάνεις και το αφήνεις, επίσης το διαβάζεις ξαπλωμένος, την παράσταση πάλι όχι. Αλλά τέλος, πάντων.
Ο Fyodor Dostoevsky έγραψε το Бесы (Besy) το 1872, που αρχικά μεταφράστηκε The Possessed, υπήρξε μαζική επιρροή για κόσμο και κοσμάκη και ανέβηκε στη σκηνή σε μεταφορά του Albert Camus. Κάπου στη συνέχεια οι απόψεις των φωτισμένων περί μετάφρασης του τίτλου άρχισαν να διίστανται• το Δαιμονισμένοι έγινε τελικά Δαίμονες (Devils πρώτα, Demons στην τελευταία έγκυρη μετάφραση του 1995 από τους Pevear & Volokhonsky). Η Μάγια Λυμπεροπούλου, γιορτάζοντας τα πενηντάχρονά της στο σανίδι και μη θέλοντας να προδώσει ούτε την παλιά ούτε τη νέα σχολή, διάλεξε έξυπνα τίτλο που περιλαμβάνει και τις δυο εκδοχές. Πράγματι, η πλοκή που περιγράφει την ιστορία πέντε δυναμικών χαρακτήρων στην τσαρική ακόμη Ρωσία, την εποχή που οι κομουνιστικές και αθεϊστικές ιδέες είχαν πρωταρχίσει να εξαπλώνονται. Γύρω τους, φυσικά, κινούνται δυναμικά γυναικείοι χαρακτήρες, μητέρες, σύζυγοι, αγαπημένες που συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας σε εσωτερικό αναβρασμό από τη σύγκρουση του παλιού και του νέου. Πραγματικά πρόσωπα και πράγματα του τότε, ενέπνευσαν το Dostoevsky να γράψει τους Δαίμονες που όμως δε φαίνονται τόσο ξένοι στην εποχή μας.
Από προσωπική εμμονή της Λυμπεροπούλου με το έργο στήθηκε μια εξάωρη παράσταση που αναδεικνύει τα θέματα του αναγνώσματος συνδυάζοντας ένα μπουκέτο ηθοποιών κάθε γενιάς με λιτό, χρηστικό σκηνικό και καθαρά ακούσματα. Οι χαρακτήρες ήταν δουλεμένοι με ενάργεια από όλους τους ηθοποιούς —πρώτη φορά μου έτυχε να μελαγχολώ όταν κάποιος έφευγε από τη σκηνή μετά την τελευταία ατάκα του. Ήθελα να τους βλέπω όλους συνέχεια, γι’ αυτό και όταν όλα τα στοιχεία ενώνοντας στο κονσέρτο των πολυπρόσωπων σκηνών κυριαρχούσε δημιουργικός οργασμός. Χάρη στο καλογραμμένο, πυκνό μυθιστόρημα, οι χαρακτήρες –ύστερα από την αρχική σκιαγράφησή τους στην αρχή του Α’ Μέρους—εμφανίζονταν διαδοχικά, προσφέροντας συνεχή ανανέωση προσώπων και διακλάδωση επιμέρους πλοκών. Δεν προλάβαινε κανείς να συνηθίσει, να εξοικειωθεί εντελώς με τους χαρακτήρες ενώπιόν του και ένας νέος παρουσιαζόταν (πολύ έντονα αυτό το αίσθημα έκπληξης με συνεπήρε στην είσοδο της Παπαδημητρίου και του Πυρπασόπουλου). Σίγουρα, με την παράσταση μπορούν να φανατιστούν περισσότερο όσοι έχουν διαβάσει το έργο ή έστω έχουν αποθέματα φαντασίας και προσθέτουν τους συνδετικούς κρίκους π.χ. τις εκτενείς ψυχολογικές περιγραφές που αναγκαστικά λείπουν.
Στους Δαίμονες, έργο με έκδηλη πολιτική χροιά, αλλά κατά τι απαλυμένη στη θεατρική του αυτή εκδοχή, δυο εύποροι νεαροί (και αντίζηλοι), ο Νικολάι-Παπαχρόνης και ο Πιοτρ-Πυρπασόπουλος, μέλη μιας επαναστατικής οργάνωσης να επιθυμούν αλλαγή, δύναμη ή απλώς πρόκληση και διασκέδαση της ανίας τους. Μαζεύουν γύρω τους οπαδούς (Σάτοφ, Κυρίλοφ κτλ) εκτελεστικά όργανα, αφοσιωμένες ερωμένες (Λισαβέτα, Ντάρια). Αυτοκτονίες, δολοφονίες, σκάνδαλα και πάθη μας κρατούν καλή συντροφιά το μακρύ θεατρικό ταξίδι, αξίζει όμως επί τη ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε το ίδιο το έργο του χαρτοπαίκτη συγγραφέα.
Για όσους δεν είχαν υπομονή για το δεύτερο μέρος, η (εκδικητική) παράσταση επιφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη: η Άννα Μάσχα (αγαπημένη και ακριβοθώρητη) δεν έπαιζε παρά μόνο στο δεύτερο τρίωρο.
Μετάφραση: Αντρέ Μαρκοβίτς
Mεταφορά – σκηνοθεσία: Μάγια Λυμπεροπούλου
Σκηνικά - Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική επιμέλεια: Νίκος Μαστοράκης
Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου
Επεξεργασία σκηνικού: Τέση Σπηλιώτη
Ερμηνεύουν: Άννα Μάσχα, Ιωάννα Παππά, Μάνια Παπαδημητρίου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Νικολέτα Βλαβιανού, Βίκυ Βολιώτη, Κώστας Μπερικόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Γιάννος Περλέγκας, Ναταλία Καποδίστρια, Στέλιος Γεράνης, Γρηγόρης Γαλάτης,Παντελής Δεντάκης, Αργύρης Καβίδας, Βασίλης Καραμπούλας, Θόδωρος Κατσαφάδος, Άγγελος Μπούρας, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Αλέξανδρος Σωτηρίου, Νίκος Χατζόπουλος
Ελληνικό Φεστιβάλ,
Πειραιώς 260, Χώρος Η






