Σελίδες

27/2/07

Ήρωες

Της Ελένης Γκασούκα

Που πρόλαβαν να παρωδήσουν το Δύο του Παπαϊωάννου; Όχι μακριά, εκεί στη γειτονιά του, στο Μικρό Παλλάς. Όχι με κακία, αλλά από αβρότητα και καλή αίσθηση χιούμορ, υποθέτω, (άλλωστε η Ελληνική Θεαμάτων έχει την παραγωγή και των δύο). Ποια ακριβώς σκηνή του Δύο; Άντε που δεν ξέρετε...ε, ναι, καλά το φανταστήκατε, τη σκηνή με τον αναπτήρα που πλέον θα μείνει χαραγμένη στην θεατρόφιλη ελληνική μνήμη για τα χρόνια που θα ‘ρθουν. Ένας περαστικός ζητάει φωτιά, αλλά η φωτιά όλο και φεύγει, κι αυτός όλο και τρέχει να τη φτάσει, και πιο πιθανό φαίνεται να τσακιστεί παρά να ανάψει το ρημαδοτσίγαρό του.

Αυτή όμως δεν είναι η μόνη πρωτιά των εφτά Ηρώων που τα σπάνε δευτερότριτα με τη μουσική τους παράσταση στο ανακαινισμένο και γκλαμουρομοντέρνο υπογειάκι (οξύμωρο σχήμα, έτσι). Καταφέρνουν για συνδυάσουν καμπαρέ και λαϊκά, τόσο που σου ‘ρχεται να πετάξεις γαρύφαλλα, δημοτικά που χορεύονται με φουστανέλες και Black Eyed Peas με Don’t Cha και ενδιάμεσα σκετσάκια που σατιρίζουν την ελληνική πραγματικότητα σε διάφορες εκφάνσεις της: ο χώρος του θεάματος και οι απαιτητικές οντισιόν, η στιχουργική, η ομοφοβία, η μετανάστευση στην Αυστραλία και η επιστροφή στα πάτρια εδάφη, η πρώτη ερωτική επαφή. Μεγάλο το εύρος της φαντασίας της Ελένης Γκασούκα, το ίδιο και οι υποκριτικές και φωνητικές ικανότητες των νεαρών ηρώων της.

Ο κομπέρ μολαταύτα, τολμάει στην αρχή να μας διαβεβαιώσει ότι δε θα δούμε «τίποτα» και τελικά τα βλέπουμε όλα. Η σκηνοθεσία είναι απλή και χωρίς πολλά ευρήματα, αχρείαστα είναι άλλωστε. Η ζωντάνια των παιδιών είναι που μετράει, και οι φωνές τους, ειδικά μιας εύθραυστης νεανίδος και του μοναδικού Πάνου Μουζουράκη. Η ζωντανή μουσική δίνει και αυτή το δικό της αέρα στην παράσταση, και έχει πολλή πλάκα πέντε μουσικοί να προσπαθούν να κρατήσουν τα γέλια τους και να συγκεντρωθούν στο όργανό τους.

Δε θα πω πολλά, γιατί δεν ταιριάζει πολυλογία σε μια feel good παράσταση. Ακόμη κι αν πάτε ξινισμένοι, στο τέλος το κλίμα της παρέας θα σας τυλίξει σίγουρα.

Σκηνοθεσία: Ελένη Γκασούκα
Σκηνική Επιμέλεια : Σπύρος Κωτσόπουλος
Φωτισμοί: Παύλος Ζαμενόπουλος
Ενορχήστρωση : Απόστολος Καλτσάς
Ζωντανή Μουσική : Απόστολος Καλτσάς, Σάκης Βαργεμτζίδης, Σωτήρης Καστάνης, Τάσος Πέππας, Μάριος Βαληνάκης
Παίζουν-τραγουδούν : Πάνος Μουζουράκης, Γιώργος Κορμανός, Θανάσης Αλευράς, Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, Βίκυ Καρατζόγλου, Ματίνα Νικολάου, Μαρία Μανιώτη

Θέατρο Μικρό Παλλάς,
Στοά Σπυρομήλιου & Αμερικής 2 (Citylink), 210-3210025

23/2/07

Θανάτω Θάνατον

Σύνθεση κειμένων Βασίλη Ζιώγα, Μάριου Χάκκα, Μισέλ Φάϊς κι ένα ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου

Ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αντιμετωπίζει το θάνατο νομίζω είναι ο τρόπος με τον οποίο διάγει τον βίο της και ο τρόπος με τον οποίον επιλέγει να τον ξορκίσει ως το μέγα για τον άνθρωπο κακό -για να συμβιβαστεί μαζί του σαφώς- χαρακτηρίζει τον βαθμό του παραλογισμού της. Η σύνθεση των κειμένων της παράστασης Θανάτω Θάνατον που σκηνοθέτησε ο Νίκος Μαστοράκης εκφράζει με τον πλεόν επιτυχή τρόπο όλες τις ψυχώσεις, τους φόβους, την υστερία, αλλά και το σαρκασμό με τον οποίο η κοινωνία μας αντιμετωπίζει την μεγάλη έξοδο... του Μεσολογγίου... όπου Μεσολόγγι το μεσοδιαστήμα μεταξύ γεννήσεως και θανάτου, αυτό που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην μια ανυπαρξία και την άλλη και ονομάζουμε συμβατικά ζωή. Φιλολογική εισαγωγή; Τα ρέστα ζητήστε τα από την παράσταση που σε επιμελημένα σοφά σημεία δεν φοβάται να ορίσει τις λέξεις, επιτομή στα ρήματα πεθαίνω και ζώ.

Τα πέντε μονόπρακτα (Συζήτηση μ' ένα φέρετρο, Ο Μέγας Μπεηζάχ, Το λαστιχένιο φέρετρο, Οι Μπριζόλες, Εστιατόριο "Humanismus") του "παράλογου" Βασίλη Ζιώγα, ένα απόσπασμα από το διήγημα Νεκροθάφτες του Μισέλ Φάις από το βιβλίο Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου, δύο διηγήματα (ο φωτογράφος και αυτοπυρπόληση) του Μάριου Χάκκα κι ένα ποίημα του πεσσιμιστή Αχιλλέα Παράσχου είναι το πρώτο υλικό, η ψυχή, αν θέλετε, της παράστασης που τον μέγα Θάνατο κηδεύει. Αν εξοικειωθούμε με τους ορισμούς, κηδεύω σημαίνει φροντίζω. Μη φοβάστε... Σε μία εποχή που μάθαμε Black Humour τί θα πει και τό έχουμε καθημερινή ανάγκη μέσα στης ρουτίνας μας τον παραλογισμό, τα κείμενα αυτά αποδεικνύουν οτί μπορούμε να το ανάγουμε και σε τέχνη που φτάνει μέχρι λόγο πολιτικό υπαινικτικά - και κατά τη γνώμη μου γι' αυτό ουσιαστικά- να προφέρει.

Η παράσταση που έστησε ο Μαστοράκης στην πειραματική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου αξιοποιεί στο έπακρο της μαγιάς αυτής το υλικό και αναδεικνύει σκηνές αδαμάντινου humour χωρίς επιτήδευση, κρυστάλλινα καθαρού. Πλάι στο σκηνοθέτη, το άλλο έμψυχο δυναμικό της παράστασης υποστηρίζει το εγχείρημα με τρόπο εξαιρετικό και ιδιαίτερο και με τους ηθοποιούς όλους να σε κερδίζουν με τον τραγελαφικό και γνήσιο τρόπο των ερμηνειών τους. Ιδιαίτερη αναφορά στην συγκλονιστική αιμοβόρα γιαγιά του μέγα Μπεηζάχ που έπλασε η Νικολέτα Βλαβιανού. Επίσης πολύ δυνατές σκηνές η αρχή με τους Νεκροθάφτες, ο Φωτογράφος του Χάκκα και τέλος το ποίημα του Αχιλλέα Παράσχου υπό μορφήν εκτελέσεως ποιήματος εθνικής επετείου και τηλεπαιχνιδιού σε ένα!

Σκηνοθεσία - Μουσική επιμέλεια: Νίκος Μαστοράκης
Σκηνικά - Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Επιμέλεια κίνησης: Μαρία Αλβανού
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Παίζουν: Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Χρήστος Νάστος, Νικολέτα Βλαβιανού, Γιάννος Περλέγκας, Δημήτρης Λιόλιος, Δήμητρα Παπάζογλου, Μαρία Κεχαγιόγλου, Τζίνα Θλιβέρη, Νίκος Αλεξίου

Εθνικό Θέατρο - Πειραματική Σκηνή - Από Μηχανής Θέατρο
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, 210-5231131

22/2/07

Η Κωμωδία των Παρεξηγήσεων | Video Report

Του Ουίλιαμ Σαίξπηρ



Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Δεγαϊτης
Σκηνικά-Κοστούμια: Κατερίνα Καμπανέλλη
Βοηθός Σκηνογράφου: Αλίκη Αρναούτη
Μουσική: Νίκος Τσέκος
Επιμέλεια Κίνησης: Λία Τσολάκη
Παίζουν: Άνδρη Θεοδότου, Ευανθία Κουμούλη, Νικολίνα Μουαϊμη, Τάσος Αλατζάς, Αντώνης Γκρίτσης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Σαμψών Φύτρος, Ελευθερία Νικολαίδου, Δημοσθένης Φίλιππας κ.α.

Από την ομάδα «ΠΕΤΑΕΙ»

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν -Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, 210-3228706

19/2/07

Η Προσπερίνα και ο Ναύτης

Της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Δυο πίνακες μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος του θεατρικού εναλλακτικά. Δυο διάσημοι πίνακες ο Ναύτης του Τσαρούχη και η Προσπερίνα του Dante Gabriel Rossetti συναντιούνται απρόσμενα στο μποέμικο σπίτι μιας αλλοπαρμένης συγγραφέως και πιάνονται σα το σκύλο με τη γάτα.

Η συγγραφέας (Πέπη Οικονομοπούλου) προσπαθεί να σπάσει τη σιωπή της Προσπερίνας (Μαρία Χούχου) και να την βάλει να αυτοβιογραφηθεί. Αυτή διηγείται όσο μπορεί πιο γλαφυρά τα βασανιστήρια του καμβά που τον θωπεύουν με το χρωστήρα, αλλά σύντομα η συγγραφέας βαριέται και αρχίζει ερωτικές περιπτύξεις με το Ναύτη του Τσαρούχη (Γιώργος Σμπιράκης). Η κωμική διάσταση ενός τέτοιου ménage a trois αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο κάθε στιγμή της αφήγησης.

Στο πιο μικρό θεατράκι της Αθήνας χαμένο κάπου στην Πατησίων η Αλίκη Αρναούτη έστησε ένα υπόλευκο σαν χάρτινο σκηνικό —όπως οι δρόμοι της φαντασίας— η Πέπη Οικονομοπούλου πήρε δυο πίνακες απ’ το χέρι και βάλθηκε να ανακαλύψει τα μυστικά της τέχνης και της ώριμης γυναικείας ψυχολογίας και όλοι μαζί χάθηκαν μέσα στην ονειροφαντασία της Ρούλας Γεωργακοπούλου. Μια πολύ ιδιαίτερη παράσταση, με πολύ ιδιαίτερους συντελεστές.

Σκηνοθεσία: Πέπη Οικονομοπούλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Αλίκη Αρναούτη
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Μουσική: Νίκος Τσέκος
Παίζουν: Πέπη Οικονομοπούλου, Μαρία Χούχου, Γιώργος Σμπιράκης

Θέατρο Στούντιο Οδού Αντιοχείας
Αντιοχείας 1 και Πιπίνου, 210-8832050

18/2/07

Πολύ κακό για το τίποτα

Του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Επειδή η έρευνα προϋποθέτει σοβαρή εξέταση όλων των δειγμάτων, αποφάσισα να πάω μέχρι το Αμιράλ. Ειδικά από τη στιγμή που οι αθηναϊκές στάσεις έχουν γεμίσει με κακοφοτοσοπαρισμένες αφίσες με το Ρώμα και τη Λουιζίδου να στρέφουν ο καθένας το περίστροφό του εναντίον του άλλου, με δυσκολία καθησυχάζει κανείς την ανθρώπινη περιέργειά του.

Ο Ρώμας δεν είναι από τους αγαπημένους μου (αν και θυμάμαι ότι αλλιώς τον έβλεπα την εποχή των Μεν και Δεν). Διαπίστωσα με χαρά ότι τελικά δεν είναι τόσο κακός και εκνευριστικός στο θέατρο όσο στην τηλεόραση. Έχει περισσότερο δέσιμο με το ρόλο του Βενεδίκτου απ’ όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ και κάπου αφήνει να διαφαίνεται η χαμένη τρυφερότητα του ρόλου, που άλλωστε πέφτει στην παγίδα που του στήνουν και ερωτεύεται παρά τους όρκους για παντοτινή ελευθερία. Η Λουιζίδου προσπαθεί, το ίδιο και η Ματίκα και γενικά σε υποκριτικό επίπεδο το ανέβασμα δε χωλαίνει όσο περιμένουν ενδεχομένως αρκετοί. Χωλαίνει σε άλλα, και αναρωτιέμαι αρχικά πως η Κλαιρ Μπρέισγουέλ δεν ντράπηκε να μπει το όνομά της στη μαρκίζα μιας παράστασης που είναι τίγκα στα παλιωμένα κοστούμια από βεστιάριο. Ύστερα, πως γίνεται μια παραγωγή που προωθεί ο Δήμος Αθηναίων να έχει τα χειρότερο σκηνικά της χρονιάς, ήτοι πλαστικό χλοοτάπητα και άλλα πλαστικά φυτά στο βάθος, λερούς τοίχους σε χρώμα βρωμισμένης ώχρας και φωτισμό σαν αυτό μικροαστικού σαλονιού του εξήντα.

Η σκηνοθεσία δεν ήταν το δυνατό σημείο, αλλά και πάλι αυτό παραβλέπεται, μπροστά στα παραπάνω έκτροπα. Το κείμενο από μόνο του άλλωστε είναι τόσο γεμάτο ευφυολογήματα που κάνει την ώρα να περνάει χωρίς καλά-καλά να το καταλαβαίνεις. Το κοινό ήταν λαλίστατο, φώναζε στους ηθοποιούς «πρόσεχε, κοίτα πίσω σου» και άλλα τέτοια. Η ιστορία τώρα, κλασικά γεμάτη συμπτώσεις και παρεξηγήσεις με σισιλιάνους που έχουν την τιμή πάνω απ’ όλα και κοπέλες που το παίζουν δύσκολες μέχρι να τις παντρέψουν με το ζόρι φέρνει εύστοχα τον έρωτα ένα βήμα από το θάνατο, αλλά αφήνει τον έρωτα να κερδίσει τελικά. Γιατί την εποχή του μεγάλου playwright, καλά ήταν και τα κλάματα, αλλά είχαν ανάγκη να γελάσει λίγο το χείλι τους στο τέλος.

Σκηνοθεσία: Ράνια Οικονομίδου
Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη
Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουέλ
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Χορογραφίες: Νατάσσα Ζούκα
Παίζουν: Χάρης Ρώμας, Ρένια Λουϊζίδου, Γιάννης Καρατζογιάννης, 'Αγης Εμμανουήλ, Θάλεια Ματίκα, Σπύρος Σαραφιανός, Χάρης Αγγέλου, Νίκος Γιαννακάς, Γιώργος Γιαννακάκος, Γιάννης Στόλας, Δημήτρης Καρατζιάς, Θωμάς Γκάγκας, Ελένη Καλαρά

Θέατρο Αμιράλ
Αμερικής 10, 210-3608856 & 210-3639385

14/2/07

Ο Ορφανός του Ζάο

του Ζι Ζουν Ζιανγκ

Το κινέζικο θέατρο είναι μια Τέχνη τόσο στενά δεμένη με τη φιλοσοφία της Κίνας, που πέρα από το φυσικό και εύλογο ενδιαφέρον που μας γεννά μια πρώτη επαφή μαζί της, ουδέποτε θα καταφέρει να αφομοιωθεί ή και να εισχωρήσει ακόμα, σε οποιοδήποτε άλλο πολιτισμό πέρα από αυτούς της ανατολής. Η πολύ αυστηρή πειθαρχεία των μορφών και της εκτέλεσης μαζί με το ιερό τελετουργικό των καλά μελετημένων συμβολικών κινήσεων απαιτούν όχι μόνο γνώση και αφοσίωση στα επί σκηνής τεκταινόμενα αλλά και εξαιρετική υπομονή. Ακόμα κι ο πιο καλόβολος θεατής κάποια στιγμή θα νιώσει την υπομονή του να εξαντλείται, αφού συνειδητοποιεί ότι η πλοκή είναι σχηματική και απλά και μόνο μια αφορμή για αυτή την (εντυπωσιακή αναμφίβολα) επίδειξη δεξιοτήτων και άσκησης των Κινέζων υποκριτών.

Γι’ αυτό και όταν μιλάμε για παράσταση έργων της Κινέζικης ή Ιαπωνικής δραματουργίας σε άλλες χώρες, σπανιότατα μιλάμε για μια παράσταση ανεβασμένη κατά τη νομοτέλεια της αυθεντικής προσέγγισης. Τις πιο πολλές φορές έχουμε να κάνουμε με μια διασκευή η οποία δανείζεται στοιχεία του θεατρικού τελετουργικού της Ανατολής, τα πιο φολκλόρ συνήθως (που είναι και τα πιο εντυπωσιακά) και μας τα παρουσιάζει με έναν τρόπο πιο στα καθ’ ημάς, (όσο φυσικά επιτρέπει ή ίδια η συνθήκη του κλίματος). Και φυσικά η φόρμα σπάει και τα αλλόκοτα σκηνικά πλάσματα γίνονται πιο ανθρώπινα με μια (έστω και κατ’ επίφαση) ψυχολογία. Οι διακυμάνσεις του χαρακτήρα και οι αντιδράσεις στους εξωγενείς παράγοντες δεν υπονοούνται πια, αλλά αχνοφαίνονται (ενίοτε επιφανειακά). Και τότε φυσικά φαίνεται ακόμα περισσότερο η αδυναμία του μύθου να κρατήσει το ενδιαφέρον ενός κοινού που έχει μάθει να εκστασιάζεται με ψυχολογικά αδιέξοδα και αλλεπάλληλες ανατροπές στην πλοκή. Όχι ότι δεν υπάρχουν και στο κινέζικο θέατρο, αλλά όπως είπαμε εκεί λειτουργούν πολύ περισσότερο ως αφετηρία σκηνικής κίνησης παρά θεατρικής συγκίνησης.

Στην περίπτωση του Ορφανού του Ζάο έχουμε μια ευτυχή συγκυρία. Ο ίδιος ο μύθος μας είναι σε ένα μεγάλο βαθμό οικείος. Κι όταν λέω «μας» εννοώ, ολόκληρης της δυτικής κουλτούρας. Το παιδί που εν αγνοία του είναι δεμένο με μια μοίρα προγεγραμμένη της ύπαρξης του και καλείται να σταθεί αντιμέτωπο με εχθρούς του παρελθόντος είναι κοινός τόπος από την εποχή του Ομήρου ακόμα. Θυμηθείτε πως όλες οι τραγωδίες ξεκινούν από τη σκοτεινή μοίρα που βαραίνει τους ήρωες για παραπτώματα που σπανίως διέπραξαν οι ίδιοι. Από αυτή την άποψη βρισκόμαστε ουσιαστικά αντιμέτωποι με το υλικό μια ελληνικής τραγωδίας ή ενός σεξπιρικού δράματος: Τιμή, εκδίκηση, μοίρα, νόμος του αίματος, δικαιοσύνη˙ σχήμα - όχημα κάθε πολιτισμού ανατολικού και μη. Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που στις απαρχές τις νεότερης φιλοσοφικά Ευρώπης ο Βολταίρος διασκεύασε τον Ορφανό, ως ένα έργο φωτεινό οδηγό της αγνότητας ενάντια στη διαφθορά και το σκοταδισμό κάθε ηγεσίας. Το έργο λοιπόν αποκτά και μια δεύτερη υπόσταση κοινωνικόφιλοσοφική, περνώντας σε ένα νέο επίπεδο δυτικής διάθεσης.

Εκ προοιμίου λοιπόν ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο Αμόρε είχε ένα ατού: Δε χρειαζόταν να μας συμφιλιώσει με καμία ιδέα πριν μας παρουσιάσει την παράσταση. Δε χρειάστηκε καν να προμηθεύσει ένα «εγχειρίδιον ανατολικού θεάτρου» για τους αδαείς. Θα μπορούσε κάλλιστα να προχωρήσει σε μια Κατά Χουβαρδά μεταφορά της δράσης σε οποιαδήποτε εποχή και τόπο θα σήκωνε εκδίκηση για λόγους τιμής (δηλαδή... παντου και πάντοτε). Κι όμως προτίμησε να παίξει (διόλου τυχαίο το ρήμα) με κανόνες και αναφορές όχι του κινέζικου θεάτρου, αλλά της κινέζικης κουλτούρας. Μίνιμαλ αισθητική, έντονα χρώματα στα σκηνικά και τα κοστούμια και γενικότερα μια λάιφσταιλίστικη εκδοχή Κίνας περιοδικού διακόσμησης. Φυσικά δεν έμεινε μόνο εκεί. Αυτή ήταν αποκλειστικά και μόνο η αφετηρία του. Δίδαξε τους ηθοποιούς του με βάσεις της κινέζικής κινησιολογίας αποφεύγοντας να μείνει προσκολλημένος στο σχήμα. Για έναν μη μυημένο στο συγκεκριμένο είδος θεάτρου ουσιαστικά διύλισε το εντυπωσιακό της φόρμας, πετώντας το περιττό της λεπτομέρειας. Οι ηθοποιοί κινήθηκαν έξυπνα ανάμεσα στον τύπο και το χαρακτήρα με (μικρές) αποχρώσεις συναισθηματικής συγκίνησης. Ξεχωρίζει ο Χρήστος Λούλης στο ρόλο του σκληρού Του-Αν-Κου, εντυπωσιάζοντας με το πόσο άνετος νιώθει σε ένα πλαίσιο που μπορούσε να προκαλέσει (πρωτίστως στον ίδιο) αμηχανία. Πολύ καλός ο Θάνος Τοκάκης που παίζει τον «Ορφανό» με τη φόρα νεανικής ορμής. Επίσης καλή κι η Άννα Καλαιτζίδου στο ρόλο της πριγκίπισσας. Ο Χατζόπουλος κι ο Μπερικόπουλος εξαιρετικοί όπως πάντα σε γνωστούς λίγο πολύ τύπους τους.

Αν αποφασίσετε να πάτε στο Αμόρε, δε θα δείτε μια παράσταση στα πρότυπα του Κινέζικου θεάτρου. Δε θα σας αποκαλυφτούν καν οι μηχανισμοί του. Θα περάσετε αντίθετα μιάμιση ώρα ευχάριστα ακριβώς όπως σε ένα κινέζικο εστιατόριο του κέντρου: με λίγο σάκε, λίγα σπρινγκ ρολλς και… μια κόκα κόλα.

Διασκευή – σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνικά -κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Κίνηση: Μάρθα Κλουκίνα
Μουσική: Coti K
Παίζουν: 'Αννα Καλαϊτζίδου, Χρήστος Λούλης, Κώστας Μπερικόπουλος, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Θάνος Τοκάκης, Νίκος Χατζόπουλος

Θέατρο του Νότου
- Αμόρε - Κεντρική Σκηνή
Πριγκιποννήσων 10, Πολύγωνο 210-6468009

12/2/07

Stop bugging me ή η καλύτερη θεατρική αφίσας της χρονιάς: Bug

Του Tracy Letts

O σκηνοθέτης του Εξορκιστή και του French Connection επέστρεψε πέρυσι σκηνοθετώντας το σενάριο του Tracy Letts Bug, για να κερδίσει το βραβείο των κριτικών στο περσινό Quinzaine des réalisateurs στις Κάνες. Η ταινία που πρωταγωνιστεί η Ashley Judd δεν γνωρίζουμε αν και πότε θα έρθει στις ελληνικές αίθουσες, πάλι καλά λοιπόν που η ομάδα NAΜΑ μας σκέφτεται τόσο και μας παρουσιάζει το θεατρικό στο οποίο βασίστηκε το σενάριο της ταινίας.

Πέρα από το good timing του ανεβάσματος, η παράσταση έχει και μερικά επιπλέον χαρίσματα. Όπως φαίνεται και από τον τίτλο, κερδίζει, αρχικά, άνετα το βραβείο της θεατρικής αφίσας της χρονιάς—αυτό βέβαια το αντιλαμβάνεσαι ακόμη και να μην πατήσεις καθόλου στην παράσταση, οι αθηναϊκοί δρόμοι είναι γεμάτοι από το αριστουργηματικό artwork του Stavros-Christos Vlachakis. Ακόμη όμως κι όταν κάνεις πέτρα την καρδιά σου και καταφθάσεις στην επικίνδυνη(sic) τοποθεσία της Γέφυρας Λένορμαν όπου στεγάζεται το θέατρο, ακόμη και τότε λοιπόν μοιράζεις σίγουρα μερικά ακόμη βραβεία: αυτό της πιο έξυπνης μετατροπής ενός απλού πετρόχτιστου σπιτιού σε εναλλακτικό θέατρο και στη συνέχεια της πιο κινηματογραφικής σκηνοθεσίας της χρονιάς. Απ’ όλα αυτά καταλαβαίνετε ότι η παράσταση είναι must, και πολύ χαίρομαι που σταμάτησα να το αναβάλλω και την είδα επιτέλους.

Η παράσταση αρχίζει με την κατεξοχήν κινηματογραφική σκηνή της παράστασης, την Άγκνες να καπνίζει μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα ακούγοντας τους ήχους του δρόμου και του γειτονικού πάρτι. Ο εφιάλτης αρχίζει κάπως έτσι, ήρεμα και απρόσμενα. Σε λίγο το τηλέφωνο θα αρχίσει να χτυπάει, αλλά κανείς δε θα απαντάει από την άλλη μεριά της γραμμής, ένας ξένος με ύποπτο παρελθόν θα κοιμηθεί στο πάτωμα του σπιτιού της και ύστερα στο κρεβάτι της, ο πρώην άντρας της θα βγει από τη στενή και θα γυρίσει να της δώσει μερικές, γιατί της τις χρωστούσε. Σα να μη έφταναν όλα αυτά, θα έρθουν φυσικά και μιλιούνια άλλα. Μιλιούνια από κάτι σχεδόν αόρατα ζωύφια σαν ψείρες που ζουν με ανθρώπινο αίμα και πολλαπλασιάζονται ασταμάτητα μέσα στο δωμάτιο του μοτέλ που ζει το ταλαίπωρο ζευγάρι.

Κουφές ιστορίες συνομωσίας, δε λέω όχι, αλλά η παράσταση είναι εξαιρετική, τόσο που δεν ξέρω αν έχω δει ξανά καλύτερο θρίλερ επί σκηνής. Βασικά, για να μη γράφω αράδες και κουράζω, μπορώ να συνοψίσω ως εξής: η παράσταση είναι καλοδουλεμένη, ήτοι καλοσκηνοθετημένη, καλοπαιγμένη με εξαιρετικό ηχητικό background και φωτισμούς, καθώς και τα κατάλληλα κοστούμια και σκηνικά. Κανείς από τους ηθοποιούς δεν ντρέπεται—και να σιγουρευτείτε κι εσείς ότι δεν ανήκετε σε κατηγορία πουριτανών πριν πάτε— γιατί η παράσταση βρίθει αμαρτιών: Contains drug use, sex, violence, and nudity ενημέρωναν αμερικάνικες κριτικές. Χαρακτήρες που καπνίζουν, πίνουν, σνιφάρουν και κυκλοφορούν με το στήθος εκτεθειμένο, επιτέλους είδα και κάτι όχι ξενέρωτο αυτό το χειμώνα. Και είχα αρχίσει πραγματικά να ανησυχώ για την τέτοια ομοιογένεια και την απουσία fringe αισθητικής εδώ πέρα.

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου - Γιώργος Παλούμπης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Παλούμπης
Σκηνικά: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Δάφνη Λαρούνη
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Μουσική: Μάριος Στρόφαλης
Παίζουν: Μαρία Τσαρούχα, Δημήτρης Λάλος, Νατάσα Μαρματάκη, Στάθης Σταμουλακάτος, Κώστας Κουτσολέλος

Θέατρο επί Κολωνώ

Ναυπλίου 12 και Λένορμαν, Κολωνός, 210-5138067

10/2/07

Η νύχτα των δολοφόνων

Του Χοσέ Τριάνα

Μετάφραση - Σκηνοθεσία -Μουσική επιμέλεια: Γιάννης Πετσόπουλος
Σκηνικά : Πάρις Φερράρο
Επιμέλεια κοστουμιών : «Πολυμήχανοι»
Σχεδιασμός Φωτισμών : Νίκος Βλασόπουλος
Διδασκαλία τεχνικών «φυσικού θεάτρου» : Βούλα Ξύκη
Παίζουν : Γιώργος Ντούσης, Αντωνία Βαλλιανάτου, Νατάσα Γαβαλά

Θέατρο Studio Αργώ

Ο Λάλο, η Κούκα και η Μπέμπα είναι τρία νέα παιδιά που αντιδρούν στην ιδέα των παντοδύναμων γονιών τους και φαντασιώνονται ότι τους βγάζουν απ’ τη μέση. Αυτό είναι εν συντομία το grand narrative στο οποίο στηρίζεται το θεατρικό του José Triana La noche de los asesinos. Η αναφορά και μόνο στην πατροκτονία και τη μητροκτονία θυμίζουν άμεσα αρχαία τραγωδία, και είναι αλήθεια ότι ο Τριάνα έχει ασχοληθεί με διάφορες μεταγραφές αρχαιοελληνικών τραγωδιών (Medea en el Espejo), όπως άλλωστε και ο Cocteau, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι ανακαλύπτει νέες ατραπούς για να οδηγήσει τις γνωστές αναζητήσεις.

Η κόντρα του κατεστημένου με το νέο και το επαναστατικό είναι το μοτίβο της παράστασης και ο κουβανός συγγραφέας προσπαθεί να αντιπαραθέσει τις δύο αυτές δυνάμεις με ένα παιχνίδι ρόλων, βίας και φαντασίας. Η κατάσταση που οι Κουβανοί επαναστάτες κλήθηκαν να ανατρέψουν οπωσδήποτε αντηχεί στην πάλη για ανατροπή της εξουσίας και την υιοθέτηση μιας νέας ματιάς απέναντι στην πραγματικότητα που αναζητούν τα τρία παιδιά. Η νύξη για την ενδοοικογενειακή αυταρχικότητα και το δεσποτισμό της Εκκλησίας δεν περνάει απαρατήρητη, όπως και η αδυναμία ορισμένων γονιών να νιώσουν πραγματική αγάπη για τα παιδιά τους. Γιατί οι γονείς είναι το τόξο και τα παιδιά τα βέλη, όπως λέει ο Χαλίλ Γκιμπράν, και δεν πρέπει να τους επιβάλλουμε κεκτημένες συνήθειες.

Τα τρία παιδιά έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό σε ένα εμπνευσμένο και με couleur locale σκηνικό—που θύμιζε πάλι Cocteau και Parents Terribles μέσα στην ακαταστασία του. Ερμήνευσαν κάθε πιθανό ρόλο, από τους ίδιους τους γονείς, τους γείτονες, τους αστυνομικούς, τους δικαστές και οποιονδήποτε θα μπορούσε να εμπλέκεται στην επικείμενη δολοφονία, αλλάζοντας ρόλους μεταξύ τους και ελέγχοντας τα όριά τους. Ιδιαίτερα συγκινητικό το θέαμα τόσο νέων ηθοποιών να τα δίνουν όλα σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές και χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Η σκηνοθεσία έφερε φρέσκια πνοή σε ένα κατά τι κουρασμένο θεατρικό και κατάφερε με συνεχή κίνηση και σφήνες σωματικού θεάτρου να διασκεδάσει την υποψία βαρεμάρας από το μακροσκελές και επαναληπτικό παιχνίδι ρόλων των παιδιών. Η μουσική του έργου που απάνθισε αποκλειστικά και μόνο κουβανέζικα ακούσματα παλιότερα και νέα χάρισε με τη σειρά της ευχάριστα διαλείμματα στην παράσταση.

7/2/07

Δάφνης και Χλόη: Ταξίδι Αναψυχής

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Λόγγου και τη μετάφραση του Ρόδη Ρούφου

Σκηνοθεσία: Cezaris Graužunis
Σκηνικά–Κοστούμια: Vytautas Narbutas
Μουσική: Martynas Bialobžeskis
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας

Συνταξιδιώτες:
Πολυξένη Ακλίδη
Δημοσθένης Ελευθεριάδης
Εύα Κεχαγιά
Δημήτρης Κουρούμπαλης
Βασιλική Κυπραίου
Μανώλης Μαυροματάκης
Μάρω Παπαδοπούλου
Απόστολος Πελεκάνος
Δημήτρης Τάρλοου

Θέατρο Πορεία-Εταιρεία Θεάτρου Δόλιχος

Απαραίτητες συμβουλές προς ταξιδιώτες:

Πριν επιβιβαστείτε στο όχημα, σιγουρευτείτε ότι έχετε αφαιρέσει από πάνω σας όλη τη σοβαροφάνεια, την οποία ενδυόμαστε καθημερινά. Αυτο γιατί, όπως είπε και ο Έρασμος, όλα τα ωραία μα και αναγκαία πράγματα της ζωής (ο έρωτας, ο γάμος, η τεκνοποιία μα κι η ευχαρίστηση της καθημερινής παρέας) προϋποθέτουν μια δόση τρέλας. Ακολουθήστε, λοιπόν, τη συμβουλή του ποιητή Κώστα Βάρναλη: ‘‘Αδελφοί μου, γενήτε κουτοί και ανεπίδεκτοι˙ έτσι θα γίνετε... υπεράνθρωποι’’

Τέσσερα ζευγάρια, υπερπροσγειωμένα ή μάλλον πιο σωστά υπογειωμένα στην καθημερινή πραγματικότητα ή σε αυτό που λέμε και φρικτό κόσμο των μεγάλων, κλείνονται σε ένα ξενοδοχείο χωρίς σαπούνι (άλλωστε άμα έχεις νερό, δεν χρειάζεσαι σαπούνι για να καθαριστείς) και με έναν ιδιότροπο ξενοδόχο που τους παρακινεί να χορέψουν όταν παίζει μουσική (γιατί αφού παίζει μουσική, δεν πρέπει να χάσουμε ην ευκαιρία, πρέπει να χορέψουμε). Και οι μέρες περνούν κι ένας από τους φιλοξενούμενους αρχίζει να διηγείται την ιστορία του Δάφνη και της Χλόης και οι υπόλοιποι συνεχίζουν την ιστορία, συμπληρώνοντας την με χαμένα επεισόδια. Μέσα από την αφήγηση οι μεγάλοι σιγά - σιγά ξαναθυμούνται πως μπορείς να ξανανιώσεις λίγο ‘‘ανεύθυνος’’, πως μπορείς να ξαναβρείς λίγο την χαμένη σου παιδικότητα.

Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό και την φαντασία, η παράσταση μας ξεσηκώνει και μας ταξιδεύει
" ... στ’ απόμερο νησί τη Λέσβο
που με τα λιόδεντρα και τους πευκώνες
είναι κάτω απ’ τη δύση μια ζωγραφιά
κήπο και σπίτι ασφυκτικό ν’ αποτινάξουμε για πάντα
να ξαναζήσουμε όπως παλιά να ξαναβρούμε αρχαίους
νόμους μες στα ξανθά νερά και το πηγαίο φως
την κάθε τύψη κι ενοχή να εκδικηθούμε
κ αν επιτέλους δεν μπορουμε να είμαστε έφηβοι
εραστές σαν τους βοσκούς του Παραδείσου έστω να πουν
ότι θυσιάσαμε ακόμα και την ευτυχία
παιδιά που χάθηκαν ανυπεράσπιστα για μια πιο άγρια χαρά."

(Στρατής Πασχάλης, Δάφνης και Χλοή από τη συλλογή Κοιτάζοντας δάση)

Πάρα πολύ καλή η σκηνοθεσία του Cezaris Graužunis, μου θύμισε παραστάσεις των fringe σκηνών του Λονδίνου, απεκλευθερωμένες από καθιερωμένες σκηνοθετικές φορμές του προηγούμενου αιώνα, στηρίζεται τόσο στον αυτοσχεδιασμό της ομάδας όσο και στην έμπνευση του ίδιου του Cezaris Graužunis. Σκηνικό και κοστούμια δεν είχαν κάτι το ιδιαίτερο, λιτά κι εύχρηστα. Οι φωτισμοί ήταν επίσης απλοί και λειτουργικοί.

Αν και οι ηθοποιοί ήταν εντυπωσιακά (για ελληνική παράσταση) δεμένοι σαν ομάδα μεταξύ τους, δεν μπορώ να μην ξεχωρίσω την καταπληκτική Πολυξένη Ακλίδη, από τις καλύτερες κωμικούς της νέας γενιάς (σκεφτείτε την ντουέτο με την Φάνη Πέτσα, που έπαιζε στο περυσινο Sold – out στο Θέατρο της Άνοιξης....). Η κίνηση της, οι φωνητικές της ικανότητες μα περισσότερο από όλα η πολυποίκιλη εκφραστικότητα του προσώπου της κερδίζει τις εντυπώσεις. Πάρα πολύ καλοί και ο Απόστολος Πελεκάνος με τον Δημήτρη Κουρούμπαλη, έδωσαν από τις καλύτερες ερμηνείες της παράστασης, άψογα κωμικοί μα και δραματικοί ηθοποιοί, ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε σκηνής. Οι Δημοσθένης Ελευθεριάδης, ο Δημήτρης Τάρλοου και ο Μανώλης Μαυροματάκης στάθηκαν στο ύψος των ρόλων τους. Η Βασιλική Κυπραίου, η Μάρω Παπαδοπούλου και η Εύα Κεχαγιά χωρίς να ξεχωρίσουν ιδαίτερα, συμπλήρωσαν το σύνολο με τις καλοδουλεμένες ερμηνείες τους.

Υ. Γ. Και μην ξεχνάτε, ότι ‘‘... το γέλιο είναι μια από τις συχνότερες και πολυαριθμότερες εκφράσεις της τρέλας.’’ (Charles Baudelaire)


3/2/07

Η Επιστροφή

του Τζόζεφ Κόνραντ

Μετάφραση: Ιωάννα Κλεφτογιάννη
Δραματουργική επεξεργασία - Σκηνοθεσία - Μουσική επιμέλεια: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Σκηνικά - Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Γιάννης Φέρτης, Πέγκυ Σταθακοπούλου, Λουκία Μιχαλοπούλου, Αγγελική Μαρίνου

Θέατρο Τέχνης - Υπόγειο

Έχετε συνειδητοποιήσει ποτέ ότι αυτό που στα αλήθεια τρομάζει τις πράξεις μας, τα συναισθήματα και την ηθική μας είναι μάλλον οι λέξεις των επερχόμενων "συμφορών" μας και όχι αυτά καθαυτά τα συναισθήματα, οι πράξεις και η προσβεβλημένη ή ακόλαστη εντέλει ηθική μας; Αγαπάω, δεσμεύομαι, εγκλωβίζομαι, εγκαταλείπω. Ποιός κάνει το πρώτο βήμα στην ακολασία, ποιός από τους δύο πρωτόπλαστους μένει στ' αλήθεια πιστός και ποιός αναζητά πρώτος τον παράδεισο της ελευθερίας έξω από μια σχέση που σάπισε σαν το δηλητηριασμένο μήλο της έκπτωσης; Στο μεταίχμιο ή μάλλον στην μέση οδό αυτών των ερωτημάτων που προσπάθησε να διαχειριστεί πότε η θεατρική γραφή του Ίψεν και άλλοτε εκείνη του Στρίνμπεργκ, η αφηγηματική γραφή του Conrad προτείνει στις μέρες μας κάτι εξίσου δραματικό με του δραστικού την έννοια όσο το κλείσιμο της πόρτας στης Κούκλας το σπίτι το νορβηγικό και όσο τα ψυχοφθόρα αδιέξοδα των ηρώων του έτερου Σουηδού δραματουργού.

Στην "Επιστροφή" παρακολουθούμε σαν σε οικογενειακή τραγωδία την ημέρα της ρωγμής στο γάμο ενός καθωσπρέπει ζευγαριού και δη στην σεμνότυφη αγγλική κοινωνία του 19ου αι. Για έναν λόγο που από την αρχή ως το τέλος παραμένει ανεξήγητος με τρόπο ανάλογα ειρωνικό όσο το τί έκανε την θύτη - Εύα να αρπάξει και να προσφέρει το μήλο στο θύμα - Αδάμ, η γυναίκα και εδώ του δεκάχρονου έγγαμου βίου δραπετεύει από τον επιτυχή και μουγγό έως τότε γάμο της επισύροντας την μήνιν του αρσενικού, που φερεί πλέον την συμφορά της εγκατάλειψης και του κοινωνικού εξευτελισμού. Στην επιστροφή της μεταμελημένης συζύγου μόνο η εκδίκηση τον ενδιαφέρει, μάλλον για να καλυφθεί το δυσαναπλήρωτο κοινωνικά κενό και η έκθεση στα μάτια του κόσμου που ταυτίζεται με της οικίας το υπηρετικό προσωπικό. "Όταν η συμφορά συμφέρει, λογαριαζέ την πόρνη" θα πει κι ο Ελύτης. Ευτυχώς την τελευταία στιγμή η προσωπική ηθική νικά την κοινωνική σύμβαση και ο ήρωας αποχωρεί με αξιοπρέπεια τραγική από τον γάμο που παρά την επιστροφή στην κανονικότητα του έχει δεχτεί το πλήγμα το σκληρό.

Το πλαίσιο μπορεί να φαντάζει στις περιγραφές μελοδραματικό, ωστόσο η παράσταση που έστησε η Αθανασία Καραγιανοπούλου εξελίσσεται μακριά από κάθε κούφιο νατουραλισμό και αναδεικνύει τις ουσιαστικές πτυχές της σχέσης που φτάνει στο αδιέξοδο με σύγχρονες και ατμοσφαιρικές αναφορές στο προαιώνιο πεδίο της αντιπαράθεσης και της αιώνιας πάλης αρσενικού - θηλυκού. Ο Γιάννης Φέρτης στο ρόλο του ζει όλες τις διακυμάνσεις της ψυχολογίας του προδωμένου παντρεμένου μεγαλοαστού που βλέπει το γάμο του σε κρίση με όλες τις γκροτέσκες και μελοδραματικές πτυχές που μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια εγκατάλειψη προκειμένου για έναν άνθρωπο που έχει συνηθίσει να ζει μέσα στην κοινωνική σύμβαση για να αποφασίσει στο τέλος να την καταπατήσει και ο ίδιος επιζητώντας την ελευθερία μακριά από μια σχέση εκ των πραγμάτων πλέον μέσα στο μυαλό του και για την ηθική του ανειλικρινή.

Η Πέγκυ Σταθακοπούλου πλάθει ίσως τον πιό ολοκληρωμένο ρόλο στην έως τώρα καριέρα της. Αποδεσμευμένη από τον όποιο δισταγμό είχε το παρελθόν αφήνει εδώ να φανούν όλα τα εφόδια της λαμπερής πρωταγωνίστριας που διαθέτει και μακριά πια από της εικόνας της τον ρομαντισμό επιτρέπει εδώ να αναδειχθεί όλη η προσωπικότητα μιας χειραφετημένης γυναίκας που νιώθει βαθιά τα θέλω της και διεκδικεί την ισοτιμία, την αρετή αλλά και την ανιδιοτελή ελευθερία που προυποθέτει μια ενήλικη έγγαμη σχέση. Χαρακτηριστικές εικόνες της αρχικά στο σταθμό όταν "δίνει τις εντολές" για της σκηνής τον φωτισμό και στην τραπεζαρία η γκροτέσκα φιγούρα της μαριονέττας της.

Πολύ καλές και η Λουκία Μιχαλοπούλου και δευτερευόντως η Αγγελική Μαρίνου στους διακριτικούς - αδιάκριτους ρόλους των υπηρετριών.

American Buffalo

Του Ντέιβιντ Μάμετ

Μετάφραση: Δημήτρης Τάρλοου, Τάσος Μπαντής
Σκηνοθεσία: Αντώνης Καφετζόπουλος
Σκηνικά: Γιώργος Κυριακόπουλος, Νονατέλλα Σπινέλλι
Κοστούμια: Έλενα Γιανίτσα
Φωτισμοί: Γιώργος Γιανέλλης
Παίζουν: Αντώνης Καφετζόπουλος, Δημήτρης Αλεξανδρής, Απόστολος Τότσικας.

Θέατρο Ιλίσια – Βολανάκης

Ο David Mamet είναι αυτός που άφησε τον ερωτοχτυπημένο Jack Nickolson του Postman Always Rings Twice του Bob Rafelson χωρίς τιμωρία. Τον άφησε στο βρώμικο δρόμο να οδύρεται πάνω από το αιμόφυρτο πτώμα της μοιραίας Jessica Lange και δεν τον έστειλε στην ηλεκτρική καρέκλα, όπως επέλεγε ο συγγραφέας του βιβλίου James M.Cain. Από τότε βέβαια, πολλά σενάρια και ταινίες μας ήρθαν από το χαρισματικό συγγραφέα, που παίζει τον προφορικό αμερικάνικο λόγο στα δάχτυλα, όπως και ένα βιβλίο όπου μας δίνει τα φώτα του (On Directing Film/Σκηνοθετώντας μια Ταινία, Μετάφραση Ν. Σαββάτης, Εκδόσεις Πατάκη). Πολλά γράφτηκαν γι’ αυτόν, και τώρα δα, όπως βλέπετε, συνεχίζουν να γράφονται.

Το θεατρικό American Buffalo που ανεβαίνει τώρα σε σκηνοθεσία Α. Καφετζόπουλου είναι ένα από τα πρώτα έργα που του έφεραν αναγνώριση. Ο τίτλος του θεατρικού, που επιμένει να αναλύει τον ανταγωνιστικό και σκληρό κόσμο των ανδρών —όπως και το Glengarry Glen Ross, το οποίο του έφερε αργότερα το Pulitzer— αναφέρεται στον αμερικανό βούβαλο που εικονίζεται στη μια πλευρά ενός παλιού νομίσματος. Ενός νομίσματος που είναι η αφορμή να αρχίσει να οργανώνεται το σχέδιο κλοπής μιας συλλογής πολύτιμων νομισμάτων, που δυστυχώς, όχι μόνο θα καταλήξει σε φιάσκο, αλλά θα τσακίσει και τις καλές μέχρι τότε σχέσεις των τριών πρωταγωνιστών.

Η μετάφραση είναι το βασικό χαρακτηριστικό για την καλή αρχή ενός τέτοιου ανεβάσματος. Και όταν το dickhead μεταφράζεται ψωλομούρης (για να αναφέρω ένα μόνο τρανταχτό παράδειγμα), σίγουρα η μετάφραση δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Η σκηνοθεσία είναι το δεύτερο, και εδώ ο Καφετζόπουλος δε θα λεγα ότι τα πήγε πολύ καλά. Οι διδασκαλίες του στους συμπρωταγωνιστές του ήταν ολίγον άστοχες—εκτός και αν ο Αλεξανδρής και ο Τότσικας έκαναν όλα τα αντίθετα. Ο ίδιος πάντως αυτοσκηνοθετήθηκε παραπάνω από ικανοποιητικά. Επειδή όμως το θέατρο είναι ομαδικό άθλημα, η επικοινωνία των ηθοποιών είναι απαραίτητο συστατικό της ζωντάνιας και της φυσικότητας της παράστασης, κάτι που έλειπε εδώ τόσο φωναχτά, σε σημείο να βλέπεις τους ηθοποιούς να εκστομίζουν τις παράτες τους προς τη μεριά των συμπρωταγωνιστών, όχι όμως να απευθύνονται πραγματικά σ’ αυτούς.(δυστυχώς, γενικευμένο φαινόμενο φέτος)

Ήρθε η ώρα να φερθώ κατά του κοινού, κάτι που δε συνηθίζω, αλλά εδώ επιβάλλεται. Δεν μπορώ να εννοήσω πως καταφέρνουν οι θεατές να ταυτίζουν τους ηθοποιούς τόσο πολύ με τις τηλεοπτικές περσόνες τους, ώστε να μην μπορούν να τους δουν αυτόνομα. Δυστυχώς, σε όλη τη διάρκεια της παράστασης το τηλεορασόπληκτο κοινό νόμιζε ότι είχε μπροστά του τον τηλεοπτικό Ακάλυπτο, και σε κάθε δεύτερη ατάκα του Καφετζόπουλου ξεσπούσε σε χάχανα, χωρίς να υπάρχει τίποτα αστείο. Καταλαβαίνετε τη δυσφορία μου να βρίσκομαι σε δυσάρεστη θέση να υποφέρω άσκοπους γέλωτες και τις σπαστικές—σε στυλ μαριονέτας indeed—κινήσεις του Αλεξανδρή. Το μόνο εξαιρετικά επιτυχημένο επάνω του ήταν η αγκράφα της ζώνης του, ένα ασημί κεφάλι βούβαλου με μεγάλα κέρατα, εύστοχα η υπεύθυνη κοστουμιών προσπάθησε να δείξει τον μόνιμο θυμό και τη θρασυδειλία του ή να τον παρομοιάσει ως ταύρο εν υαλοπωλείω.

Όπως και να 'χει, ένα τέτοιο θεατρικό με το χαρακτηριστικό κοφτό και έξυπνο λόγο (έχει και όνομα, mametspeak) των τριών κακομοίρηδων small time crooks, δεν μπορεί να χαλάσει την απόλαυση του θεατή, όσα ψεγάδια και να έχει το ανέβασμα. Κρατάει το ενδιαφέρον του, ιδίως για όσους δεν ενοχλούνται ιδιαίτερα με τεχνικά ζητήματα φίνας υποκριτικής και παίξιμο συνόλου.