Σελίδες

28/7/07

Δαίμονες και δαιμονισμένοι

του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Οι μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς αποτελούν πηγή δραματουργικής έμπνευσης χρόνια τώρα στις αθηναϊκές σκηνές. Έχουμε δει και στο παρελθόν Γκόγκολ, Ντοστογιέφκσι και Τολστόι, φέτος όμως ήρθε η κορύφωση με παραστάσεις-μεγαθήρια όπως ο Ηλίθιος του Εθνικού και τώρα οι Δαίμονες και Δαιμονισμένοι της Λυμπεροπούλου υπό τη σκέπη του Φεστιβάλ Αθηνών (με έναν αυθεντικότερο Πόλεμο και Ειρήνη, από ρώσικο θίασο στη γλώσσα τους, στο ενδιάμεσο).

Φαίνεται ότι η επική διάσταση στο θέατρο είναι τελευταία it thing, κυρίως όταν αφορά τη χρονική διάρκεια της παράστασης, και παρότι θεωρώ φοβερή θεατρική εσωστρέφεια και μονομανία να θεωρεί ο εκάστοτε συντελεστής ότι το ευρύ κοινό μπορεί να παρακολουθήσει αγόγγυστα 7ωρο-6ωρο série με ενδιάμεσα διαλείμματα για κολατσιό, δεν έχω εντούτοις τίποτα να προσάψω στη θαρραλέα Μάγια Λυμπεροπούλου. Το montage-editing είναι
παντού και πάντα η δυσκολότερη δουλειά, "και ποιος είμαι εγώ που θα περικόψω το μέγα Ντοστογέφσκι", σκέφτεται κανείς, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το ογκώδες υλικό. Όλα είναι σημαντικά, πράγματι, αλλά το βιβλίο το πιάνεις και το αφήνεις, επίσης το διαβάζεις ξαπλωμένος, την παράσταση πάλι όχι. Αλλά τέλος, πάντων.

Ο Fyodor Dostoevsky έγραψε το Бесы (Besy) το 1872, που αρχικά μεταφράστηκε The Possessed, υπήρξε μαζική επιρροή για κόσμο και κοσμάκη και ανέβηκε στη σκηνή σε μεταφορά του Albert Camus. Κάπου στη συνέχεια οι απόψεις των φωτισμένων περί μετάφρασης του τίτλου άρχισαν να διίστανται• το Δαιμονισμένοι έγινε τελικά Δαίμονες (Devils πρώτα, Demons στην τελευταία έγκυρη μετάφραση του 1995 από τους Pevear & Volokhonsky). Η Μάγια Λυμπεροπούλου, γιορτάζοντας τα πενηντάχρονά της στο σανίδι και μη θέλοντας να προδώσει ούτε την παλιά ούτε τη νέα σχολή, διάλεξε έξυπνα τίτλο που περιλαμβάνει και τις δυο εκδοχές. Πράγματι, η πλοκή που περιγράφει την ιστορία πέντε δυναμικών χαρακτήρων στην τσαρική ακόμη Ρωσία, την εποχή που οι κομουνιστικές και αθεϊστικές ιδέες είχαν πρωταρχίσει να εξαπλώνονται. Γύρω τους, φυσικά, κινούνται δυναμικά γυναικείοι χαρακτήρες, μητέρες, σύζυγοι, αγαπημένες που συμπληρώνουν την εικόνα μιας κοινωνίας σε εσωτερικό αναβρασμό από τη σύγκρουση του παλιού και του νέου. Πραγματικά πρόσωπα και πράγματα του τότε, ενέπνευσαν το Dostoevsky να γράψει τους Δαίμονες που όμως δε φαίνονται τόσο ξένοι στην εποχή μας.

Από προσωπική εμμονή της Λυμπεροπούλου με το έργο στήθηκε μια εξάωρη παράσταση που αναδεικνύει τα θέματα του αναγνώσματος συνδυάζοντας ένα μπουκέτο ηθοποιών κάθε γενιάς με λιτό, χρηστικό σκηνικό και καθαρά ακούσματα. Οι χαρακτήρες ήταν δουλεμένοι με ενάργεια από όλους τους ηθοποιούς —πρώτη φορά μου έτυχε να μελαγχολώ όταν κάποιος έφευγε από τη σκηνή μετά την τελευταία ατάκα του. Ήθελα να τους βλέπω όλους συνέχεια, γι’ αυτό και όταν όλα τα στοιχεία ενώνοντας στο κονσέρτο των πολυπρόσωπων σκηνών κυριαρχούσε δημιουργικός οργασμός. Χάρη στο καλογραμμένο, πυκνό μυθιστόρημα, οι χαρακτήρες –ύστερα από την αρχική σκιαγράφησή τους στην αρχή του Α’ Μέρους—εμφανίζονταν διαδοχικά, προσφέροντας συνεχή ανανέωση προσώπων και διακλάδωση επιμέρους πλοκών. Δεν προλάβαινε κανείς να συνηθίσει, να εξοικειωθεί εντελώς με τους χαρακτήρες ενώπιόν του και ένας νέος παρουσιαζόταν (πολύ έντονα αυτό το αίσθημα έκπληξης με συνεπήρε στην είσοδο της Παπαδημητρίου και του Πυρπασόπουλου). Σίγουρα, με την παράσταση μπορούν να φανατιστούν περισσότερο όσοι έχουν διαβάσει το έργο ή έστω έχουν αποθέματα φαντασίας και προσθέτουν τους συνδετικούς κρίκους π.χ. τις εκτενείς ψυχολογικές περιγραφές που αναγκαστικά λείπουν.

Στους Δαίμονες, έργο με έκδηλη πολιτική χροιά, αλλά κατά τι απαλυμένη στη θεατρική του αυτή εκδοχή, δυο εύποροι νεαροί (και αντίζηλοι), ο Νικολάι-Παπαχρόνης και ο Πιοτρ-Πυρπασόπουλος, μέλη μιας επαναστατικής οργάνωσης να επιθυμούν αλλαγή, δύναμη ή απλώς πρόκληση και διασκέδαση της ανίας τους. Μαζεύουν γύρω τους οπαδούς (Σάτοφ, Κυρίλοφ κτλ) εκτελεστικά όργανα, αφοσιωμένες ερωμένες (Λισαβέτα, Ντάρια). Αυτοκτονίες, δολοφονίες, σκάνδαλα και πάθη μας κρατούν καλή συντροφιά το μακρύ θεατρικό ταξίδι, αξίζει όμως επί τη ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε το ίδιο το έργο του χαρτοπαίκτη συγγραφέα.

Για όσους δεν είχαν υπομονή για το δεύτερο μέρος, η (εκδικητική) παράσταση επιφύλασσε μια δυσάρεστη έκπληξη: η Άννα Μάσχα (αγαπημένη και ακριβοθώρητη) δεν έπαιζε παρά μόνο στο δεύτερο τρίωρο.

Μετάφραση: Αντρέ Μαρκοβίτς
Mεταφορά – σκηνοθεσία: Μάγια Λυμπεροπούλου

Σκηνικά - Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική επιμέλεια: Νίκος Μαστοράκης

Κίνηση: Αγγελική Στελλάτου
Επεξεργασία σκηνικού: Τέση Σπηλιώτη
Ερμηνεύουν:
Άννα Μάσχα, Ιωάννα Παππά, Μάνια Παπαδημητρίου, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Νικολέτα Βλαβιανού, Βίκυ Βολιώτη, Κώστας Μπερικόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Γιάννος Περλέγκας, Ναταλία Καποδίστρια, Στέλιος Γεράνης, Γρηγόρης Γαλάτης,Παντελής Δεντάκης, Αργύρης Καβίδας, Βασίλης Καραμπούλας, Θόδωρος Κατσαφάδος, Άγγελος Μπούρας, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Κωνσταντίνος Παπαχρόνης, Αλέξανδρος Σωτηρίου, Νίκος Χατζόπουλος

Ελληνικό Φεστιβάλ,

Πειραιώς 260, Χώρος Η

26/7/07

Μακμπέθ

του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Ο ακατανόμαστος, απαγορευμένος και πασίγνωστος ήρωας του Σαίξπηρ προκάλεσε φέτος για δεύτερη φορά το ενδιαφέρον του Γιώργου Κιμούλη . Μάλιστα ο ηθοποιός πέρα από τα μάγια του στοιχειωμένου ρόλου επέλεξε να ξορκίσει και την σκηνοθεσία του εγχειρήματος. Στο πλευρό του συνασπίστηκε μια πλειάδα νέων κυρίως ηθοποιών με προεξέχουσα την νεαρότατη Λουκία Μιχαλοπούλου στο ρόλο της αινιγματικής Λαίδης, χαρμόσυνο σημάδι στις ημέρες μας ότι επιτέλους δεν χρειάζεται να πατήσει μια ηθοποιός τα 40 της για να της εμπιστευτεί κανείς το βάρος ένος τόσο μεγάλου ρόλου άλλα και την πείρα μιας μοιραίας θηλυκότητας λές κι οι ηρωίδες κατακτώνται με την εμμηνόπαυση.

Η Λαίδη Μάκβεθ της Λουκίας Μιχαλοπούλου αποτέλεσε και το πιο ενδ ιαφέρον στοιχείο στην παράσταση του Κιμούλη. Την ίδια στιγμή που έβλεπες ένα αθώο, άβγαλτο και ευγενές πλάσμα να μπαίνει στη σκηνή χωρίς έπαρση και τσαγανό, μα φοβισμένη ίσω ς και για αυτή καθαυτή την θεατρική πράξη, ταυτόχρονα ξάφνιαζες από την αδίστακτη, τυχοδιώκτική φυσιογνωμία μιας γυναίκας που είναι ικανή να προκαλέσει και να παρασύρει τα πάντα στη θέλησή της, μιας Κλυταιμνήστρας και μιας μάγισσας από εποχές άδολες(;) και μητριαρχικές. Την παράσταση στο Θέατρο Πέτρας παρακολουθούσε μαζί μας και ο Λευτέρης Βογιατζής, οπότε ούτε στιγμή δε δίστασα να σκεφτώ τί αποτέλεσμα θα είχε μια Λαίδη της Μιχαλοπούλου δασκαλεμένη από τον σχολαστικό σκηνοθέτη.

Γενικότερα, η σκηνοθεσία της παράστασης δεν πρότεινε κάτι καινούργιο αλλά κινήθηκε στους γνώριμους επικούς τόνους των παραστάσεων κλασικών έργων, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια το σύγχρονο θέατρο Αθήνας και ο Κιμούλης στη σκηνοθεσία του. Μεγαλειώδεις μουσικές -κατά τόπους βαλκανικές- συνθέσεις (αλησμόνητος ο μπουζουκόβιος Οιδίποδας με τον Νταλάρα), ιντερμέδια και μουσικά χαλιά να υπογραμμίζουν τις δράσεις, μετωπικό στήσιμο και εξπρεσσιονιστικό παίξιμο μετά πληθώρας παραβάσεων βασικά από τον πρωταγωνιστή προς το κοινό και ένα ογκώδες σκηνικό κατασκευασμένο σαν γοτθικό φρούριο και παράλληλα δάσος που ζωντάνευε στοιχειωμένο από τις περίφημες μάγισσες.


Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης
Σκηνικά: Πάουελ Ντομπρίνσκι
Παίζουν:
Γιώργος Κιμούλης, Λουκία Μιχαλοπούλου, Λαέρτης Βασιλείου, Νίκος Αναστασόπουλος, Τηλέμαχος Κρεβάικας, Νίκος Μαραγκόπουλος, Αννα Βασιλείου κ.ά.

Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας
Θέατρο Πέτρας - Πετρούπολη

25/7/07

Θέατρο Σφενδόνη: Οι ιστορίες του Δημήτρη Χατζή

της Άννας Κοκκίνου

Η Άννα Κοκκίνου, πάντα γεμάτη ιδέες που χαίρουν αρτιότατης εκτέλεσης, καταπιάνεται αυτή τη φορά με δύστροπο δραματουργικό υλικό, ολάκερο το συγγραφικό έργο του Δημήτρη Χατζή του αγωνιστή-συγγραφέα που αποτύπωσε ρεαλιστικά (γνωρίζοντας εκ των έσω) την ακανθώδη περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Η πρώτη δραματουργική αναμέτρηση του έργου του Δημήτρη Χατζή ήταν η μεταφορά του διηγήματος Μαργαρίτα Περδικάρη, από τη συλλογή του Το τέλος της μικρής μας πόλης στο νεανικό θεατρικό έργο Καληνύχτα Μαργαρίτα από το Γεράσιμο Σταύρο –μεταφορά εξαιρετικά επιτυχημένη και κλασική επιλογή για σχολικές παραστάσεις ανά την Ελλάδα(βλ. Κλασικό Λύκειο Βόλου, κάποτε). Μάλιστα, το συγκεντρωτικό έργο του εκδόθηκε ύστερα από μακροχρόνια έλλειψη από τις προθήκες των βιβλιοπωλείων λίγα χρόνια πριν από τις εκδόσεις Ροδακιό.

Η Άννα Κοκκίνου επέλεξε τώρα να αναμίξει εκτεταμένο υλικό, όχι μόνο μέρος του μυθιστορηματικού του έργου, αλλά και του δοκιμιακού του. Ο ίδιος ο Χατζής παίρνει σάρκα και οστά στη σκηνή και προλογίζει ή παρακολουθεί εκ του μακρόθεν τα δημιουργήματα-ήρωές του. Ο ράφτης της Σούρπης και η οικογένειά του, η Μαργαρίτα, ο χωριανός που αντίκρισε την τελευταία αρκούδα της Πίνδου, ο διεφθαρμένος παπάς, ο αχθοφόρος που ερωτεύτηκε μια Γερμανίδα, αυτοί και άλλοι ακόμη περνούν μπροστά μας, ανάμεσα στις ράγες του τραίνου και τους καπνούς-ομίχλη (που μας έκαναν να βήχουμε) για να μας πουν την ιστορία της ζωής τους, μονότονα και βασανιστικά.

Επί διόμισι ώρες οι ήρωες έρχονταν και έφευγαν, περπατούσαν είτε κατά ομάδες, είτε μόνοι τους στις ράγες και τις άδειες κινούμενες πλατφόρμες με συνοδεία συχνά καλοεπιλεγμένης μουσικής και με περισσή ζωντάνια ή περισυλλογή, αλλά μόνο με στοιχειώδη κινητικότητα. Η σκιαγράφηση των ηρώων γινόταν κυρίως μέσω άπαυτων, επίπονων μονολόγων που προκαλούσαν ανία και στους πιο συγκεντρωμένους (να μην αναφέρουμε και τα άβολα καθίσματα που επίτειναν την αγωνία). Θεατές έφευγαν με βιάση και γίνονταν, λόγω της αντικρυστής (εξαίρετης) διαρρύθμισης με το σκηνικό χώρο στο κέντρο, θέαμα στους υπόλοιπους, στιγμές από τις διασκεδαστικότερες της παράστασης. Όχι γιατί όλα στο χώρο Δ της Πειραιώς δεν ήταν αρκούντως ατμοσφαιρικά, ούτε γιατί οι ηθοποιοί δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους (με εξαιρετική παρουσία τη Μαρία Πρωτόπαπα), αλλά γιατί η δομή του θεάματος δεν ήταν θεατρική, αλλά παρέμενε αυτή του γραπτού λόγου. Γιατί, η αφήγηση του Χατζή μπορεί να ‘ναι από μόνη της γλαφυρή και μεστή, αλλά στη θεατρική τέχνη ισχύουν άλλοι όροι και κανόνες απ’ ότι στη λογοτεχνία, τους οποίους ο διασκευαστής οφείλει να σεβαστεί (αφήνοντας κατά μέρους τους εικοσάλεπτους μονολόγους επί σκηνής). Απορώ πως το οξύ κριτήριο της Κοκκίνου επέτρεψε μια τέτοια αστοχία.

Σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου
Φιλολογικός σύμβουλος: Βασίλης Διοσκουρίδης
Σκηνικός χώρος: Ισμήνη Καρυωτάκη
Κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας
Κίνηση: Βάσω Γιαννακοπούλου, Μαριέλα Νέστορα
Ασκήσεις βυζαντινής φωνητικής: Γιώργος Χατζηχρόνογλου
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Ήχος – Μουσική: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Ερμηνεύουν: Κώστας Βασαρδάνης, Αντώνης Δημητροκάλης, Άννα Κοκκίνου, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Δημήτρης Οικονόμου, Μαρία Πρωτόπαπα, Χρήστος Σαπουντζής, Μάνος Σταλάκης, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Κατερίνα Φωτιάδη
Χορεύουν: Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Βάσω Πολυμέρη, Αλτίν Χούτα

Ελληνικό Φεστιβάλ,
Πειραιώς 260, Χώρος Δ

21/7/07

Ανδρομάχη

του Ρακίνα

Πολύχρωμα containers και εικοσαμελής χορός ντυμένος φαντάροι- κομάντος που εισβάλλουν μαχητικά πίσω από τις πλάτες του κοινού με φακούς και δημιουργούν παιχνίδια σκιάς -φωτός στην underground σκοτεινιά του χώρου. Ξεψυχισμένες νότες υψώνονται πάνω από την ερημιά που γίνεται κοσμοπλημμύρα όταν οι τραγικοί ήρωες βρίσκονται στη σκηνή και διηγούνται τα πάθη τους.

Πάθη τέτοια όλων τους, που δυσκολεύεσαι να μετρήσεις ποιανών είναι τα μεγαλύτερα. Η Ανδρομάχη μένει πιστή στη μνήμη του χαμένου Έκτορα και αρνείται τον έρωτα του Πύρρου. Η Ερμιόνη αρνείται τον έρωτα του Ορέστη και επιμένει να αποζητά αυτόν του Πύρρου, που κάποτε της τον έταξε, αλλά πια τον έχει πάρει πίσω. Ο μικρός Αστυάνακτας, ο εκλεκτός φυλακισμένος του Πύρρου, αποτελεί αντικείμενο παζαρέματος ανάμεσα στους Έλληνες και τον Πύρρο, που όμως προτιμάει να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς παρά αυτήν του αίματος. "Παρανάλωμα του έρωτα" οι ήρωες της τραγωδίας του Ρακίνα, πιότεροι ανθρώπινοι παρά μεγαλειώδεις, δειλοί, κακόμοιροι και έρμαια παθών ανομολόγητων. Επιλέγουν όλοι ανεξαιρέτως το θάνατο, γιατί η ζωή θέλει συμβιβασμούς που επ' ουδενί δεν τους αποδέχεται το περήφανο πνεύμα τους.

Τουφεκισμοί ολόγυρα αντηχούν που θυμίζουν εντάσεις τέτοιες όπως αντίσταση και αντάρτικο, όλοι παλληκάρια που υπερασπίζονται ιδέες και πατρίδα με μανία, κίνηση που παραπέμπει --ειδικά η σκηνή με τον Ορέστη - Λούλη να αλώνει το χώρο--σε βαρύ ζεϊμπέκικο. Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας, μάλιστα, σε μια άμεση αναφορά στο λοχία της και στο βαρύ νταλκά του δικού του έρωτα. Γενικά, όλη η ατμόσφαιρα που ο Μαυρίκιος με όραμα και ενοποιητική σκηνοθεσία δημιούργησε άφηνε αέρα βασανισμένων καιρών της νεοελληνικής ιστορίας. Λαϊκό σκηνικό με container που βρίσκουμε σε λιμάνι ή αλλού παραπέμπει σε χώρο αποθήκευσης, συνειρμικά φέρνει ιδέες ταξιδιού, μετανάστευσης ή πολέμου που ετοιμάζεται πυρετωδώς. Δε ξέρουμε τι ακριβώς κρύβουν όλα μέσα τους, σιτάρι, χώμα, φυλακές, όπλα...

Ηθοποιοί με κίνηση τόσο δουλεμένη και συγχρονισμένη, τα σώματά τους αγκαλιάζονταν ή αποσχίζονταν με πάθος, τα λόγια τους έκαιγαν. Η Κεχαγιόγλου πάντα μοναδική στην ερμηνεία της, ο Λούλης με τόσες δυνατότητες να ξεπηδούν σε κάθε νέα του εμφάνιση. Ένα σύνολο αρμονικά δεμένο και μια παράσταση που δεν χαλαρώνει ούτε στιγμή. Ο μικρός Αστυάνακτας που ψάχνει μάταια την πεθαμένη μητέρα του στο τέλος, κλείνει τον κύκλο αίματος για τον οποίο εν αγνοία του ευθύνεται.

Μετάφραση-Διασκευή-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά - Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Χορογραφία -Κινησιολογία: Αποστολία Παπαδαμάκη
Φωτισμοί: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Παίζουν: Νίκος Καραθάνος, Μαρία Κεχαγιόγλου, Χρήστος Λούλης, Λυδία Φωτοπούλου, Δημήτρης Ντάσκας, Κωστής Καλλιβρετάκης κ.α.

Ελληνικό Φεστιβάλ, Εθνικό Θέατρο,
Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

17/7/07

Φεστιβάλ Αιγαίου 2007, Ερμούπολη, Σύρος

Η Σύρος, περισσότερο γνωστή ως entourage της γλυκιάς Φραγκοσυριανής ή για τους μυημένους ως πατρίδα του συνθέτη (της) Μάρκου Βαμβακάρη, δεν έχει χάσει τον ευρωπαϊκό αέρα που είχε όταν φιλοξενούσε λογιών-λογιών αποικιοκράτες και όταν ανθούσε οικονομικά λόγω του κύματος προσφύγων που δέχτηκε με την επανάσταση. Κρατώντας ακόμη την ιδιότυπη διπλή θρησκευτική της ταυτότητα (ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου το Σχίσμα δεν φαίνεται να προκαλεί παράλογες έχθρες) –έχοντας όμως απωλέσει ανεπιστρεπτί προσωπικότητες κύρους Φερεκύδη, Θεόφιλου Καίρη κ.α. συνεχίζει να προσφέρει ευχάριστη διέξοδο πολιτισμού στους καλοκαιρινούς επισκέπτες της που ψάχνουν κάτι περισσότερο από το Καζίνο και τις χαλβαδόπιττες.

Το Φεστιβάλ Αιγαίου διοργανώνεται φέτος για τρίτη χρονιά στην Ερμούπολη και θα διαρκέσει μέχρι τις 22 Ιουλίου. Υπόσχεται να διανθίσει τις νύχτες των φιλόμουσων με όπερα, συμφωνική μουσική, θέατρο και jazz με τη συμμετοχή καλλιτεχνών όπως η Jennifer Larmore και ο Peter Tiboris. Καθαρόαιμη θεατρική παράσταση παρουσιάζεται, βέβαια, μόνο μία, η κλασική σαιξπηρική επιλογή Romeo and Juliet (18,19/7) από το Aquila Theatre Company της Νέας Υόρκης σε σκηνοθεσία του βασικά ακαδημαϊκού Peter Meineck.

Ο λόγος που οι εμφανώς απευθυνόμενες στους αλλοδαπούς τουρίστες εκδηλώσεις του Φεστιβάλ μας ενδιαφέρουν, είναι κυρίως, γιατί λαμβάνουν χώρα σε ένα κομψοτέχνημα αρχιτεκτονικής στο Δημοτικό Θέατρο Απόλλων ή αλλιώς La Piccola Scala. Το θέατρο, που έχει χωρητικότητα μόλις 300 περίπου θεατών, χαρακτηρίζεται ως μικρογραφία της Σκάλας του Μιλάνου στην αρχική της μορφή και εγκαινιάσθηκε το 1864. Από τότε πέρασαν από τη σκηνή του ονόματα όπως ο Μυράτ, ο Κατράκης, η Κυβέλη και η Κοτοπούλη, λειτούργησε ως κινηματογράφος, βομβαρδίστηκε και τελικά αποκαταστάθηκε προσφάτως. Με κάπως αλλοιωμένη την αρχική εξαιρετική ακουστική που οφειλόταν στα πηγάδια που βρίσκονταν στα θεμέλιά του, αλλά πλέον έγιναν συμπαγή για λόγους σταθερότητας, το ντυμένο στο άλικο βελούδο θεατράκι μοιάζει πραγματικά να ξεπηδάει από μια άλλη εποχή γεμάτη Ιταλούς ευγενείς και κυρίες με κρινολίνο. Αν οι βραδινές εκδηλώσεις του δε σας καλύπτουν, επισκεφθείτε το ως αξιοθέατο και μην αμελήσετε να ανεβείτε στο θεατρικό μουσειάκι του δευτέρου ορόφου.

15/7/07

Μήδεια

του Luigi Cherubini

Το αφιέρωμα για τα 30 χρόνια από τον θάνατο της Μαρίας Κάλλας, που διοργάνωσε το Ελληνικό Φεστιβάλ, έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο με την χθεσινή μια και μοναδική παράσταση της Μήδειας του Luigi Cherubini, με την έξοχη Anna Caterina Antonacci να καθηλώνει το κοινό. Μια παράσταση – δημιουργική αναφορά στην περίφημη Μήδεια που είχε παρουσιαστεί στην Επίδαυρο το 1961 με την Μαρία Κάλλας, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά – κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη, σκηνοθετημένη αυτή την φορά από τον μαθητή του τελευταίου, Γιάννη Κόκκο.

Η υπόθεση της Μήδειας είναι γνωστή σε θεατρόφιλους και μη, η μόνη διαφορά, κατά την γνώμη μου έγκειται στο ότι η Μήδεια της ομώνυμης όπερας εμφανίζεται λιγότερο βάρβαρη και βίαιη από την αντίστοιχη θεατρική ηρωίδα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της υπολείπεται σε πάθος κατά την διάρκεια της παρουσίας της πάνω στην σκηνή και της εκτέλεσης των εκδικητικών πράξεων της.

Ο Γιάννης Κόκκος έστησε μια άρτια παράσταση σε έναν χώρο που, κατά την γνώμη μου, δεν συνίσταται για ανεβάσματα όπερας καθώς πέραν του ότι διαθέτει μια συγκεκριμένη εκπληκτική ακουστική, χαρακτηρίζεται από έναν χώρο ιδιαίτερης δυναμικής που δεν ‘σηκώνει’ εύκολα το είδος των συνήθως μεγαλειωδών - γιατί πώς αλλιώς να τοποθετήσεις σκηνοθετικά και χωρικά τα πλήθη που απαιτούν τα συγκεκριμένα έργα πάνω στην σκηνή - σκηνικών της όπερας. Ο Κόκκος ανταποκρίθηκε με επιτυχία και στις δύο προαναφερόμενες δυσκολίες, σχεδιάζοντας ένα αφαιρετικό σκηνικό γεωμετρικών όγκων που έχεε τον ήχο στο κοίλο, με κύριο χαρακτηριστικό - πέρα από τις καμπύλες της ορχήστρας των μουσικών και της ορχήστρας του αρχαίου θεάτρου που συνδέονταν με μια ενδιάμεση ημικυκλική σειρά πάγκων που θύμιζαν αρένα - τις ευθείες γραμμές και την εναλλαγή των χρωμάτων του μαύρου και του κόκκινου, το οποίο κατέληγε σε μια σκάλα που χανόταν στα βουνά του αργολικού κάμπου. Σε αντιστοιχία με τα χρώματα του σκηνικού, οι τραγουδιστές ήταν επίσης ντυμένοι με μαύρα, κόκκινα, λευκά και χρυσά κοστούμια.

Όσον αφορά την διανομή, την παράσταση φυσικά έκλεψε η σοπράνο Anna Caterina Antonacci, η οποία ερμήνευσε εκπληκτικά τον απαιτητικότατο ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο, μαγεύοντας το κοινό της Επιδαύρου, με τις μοναδικές τραγουδιστικές της ικανότητες φωνή και την καλοδουλεμένη σκηνική της παρουσία (πρόβλημα για αρκετούς ερμηνευτές της όπερας), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι τραγουδιστές υπολείπονταν σε φωνητικές δυνατότητες και παρουσία επί σκηνής.

Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία, Σκηνικά, Κοστούμια: Γιάννης Κόκκος
Καλλιτεχνική συνεργασία: Anne Blancard
Φωτισμοί: Patrice Trottier
Ερμηνεύουν: Enzo Capuano, Anna Maria dell’ Oste, Jon Ketilsson, Anna Caterina Antonacci, Enkelejda Shkosa, Δημήτρης Κασιούμης, Ειρήνη Κυριακίδου, Μίνα Πολυχρόνου

Eλληνικό Φεστιβάλ
Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου

13/7/07

Κουαρτέτο / Quartett

του Heiner Müller

Μια ακόμη επιτυχημένη μετάκληση ξένης θεατρικής παραγωγής στο Ελληνικό Φεστιβάλ, το πολυσυζητημένο Quartett σε σκηνοθεσία του δαιμόνιου Robert Wilson με πρωταγωνιστές την Isabelle Huppert και τον Ariel Garcia Valdès, έσπασε τα ταμεία και δικαίωσε τις ανανεωτικές επιλογές του Γιώργου Λούκου. Μια παράσταση - βάλσαμο για όσους δεν έχουν την ευκαιρία ή την δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για να δουν σύγχρονο θέατρο κι επαγγελματίες ερμηνευτές σε μια παράσταση συνόλου.

Ο Heiner Müller έγραψε το Κουαρτέτο, ένα έργο βασισμένο στις Επικίνδυνες Σχέσεις του Choderlos de Laclos, το 1980. Το θέμα είναι χωρίς αμφιβολία διαχρονικότατο, ο έρωτας που μετατρέπεται σε μίσος, ο πόθος της εκδίκησης, της καταστροφής κι εν τέλει της αυτοκαταστροφής. Ο αγώνας να φας τον άλλον, για να μην σε φάει εκείνος σε ένα περίπλοκο παιχνίδι ρόλων, όπου οι δύο πρωταγωνιστές αλλάζουν συνεχώς φύλο, ρόλους και προσωπεία, παλεύοντας να μην αφανισθούν.

Ο Robert Wilson έστησε μια καλοδουλεμένη παράσταση, αντιπροσωπευτική της τελειομανίας που τον διακρίνει. Παίζοντας με τα χρώματα, όπως ο ζωγράφος παίζει με τα χρώματα της παλέτας του, δημιούργησε ένα εικαστικό περιβάλλον με συνεχείς εναλλαγές σκηνικών με την χρήση φορμαλιστικών όγκων και υφασμάτων, χρησιμοποιώντας εκπληκτικά το παραδοσιακό κυκλόραμα, το οποίο αρκετοί σκηνογράφοι θεωρούν παρωχημένο τις τελευταίες δεκαετίες. Πάνω στην σκηνή οι ηθοποιοί δρούσαν, σαν κινούμενες χρωματιστές φιγούρες, η μοβ Merteuil, ο κατακόκκινος Valmont, η πράσινη κοπέλα, ο λευκός νεαρός και ο απόκοσμος, με το χρώμα του πάγου, παππούς. Συνδετικός ο καθοριστικός ενοποιητικός ρόλος του φωτισμού, που στα χέρια του Wilson κάνει θαύματα.

Η Isabelle Huppert καθήλωσε με την ερμηνεία της, έχοντας δουλέψει την κάθε λεπτομέρεια του τόσο γυναικείου χαρακτήρα της Merteuil και κέρδισε επάξια το δυνατό χειροκρότημα του κοινού. Η μαγευτική παρουσία της πάνω στην σκηνή μαγνήτιζε, ενώ η τελειότητα της κίνησης συμπλήρωνε την μεγάλη υποκριτική της τέχνη. Ο συμπρωταγωνιστής της Ariel Garcia Valdès, δεν υπολειπόταν σε κίνηση, λόγο και βάθος υποκριτικής ερμηνείας, δουλεμένης και στην παραμικρή λεπτομέρεια, στο ερωτικό παιχνίδι του Valmont με την Merteuil.

Μια παράσταση – πρότυπο για την δουλειά συνόλου που την χαρακτήριζε, την οποία και θα έπρεπε να θέτουν ως παράδειγμα οι ελληνικοί θίασοι, των οποίων δυστυχώς, σε μεγάλο ποσοστό, οι δουλειές χαρακτηρίζονται από προχειρότητα κι ασυναρτησία των επιμέρους μερών της παράστασης.

Μετάφραση: Jean Jourdheuil και Béatrice Perregaux
Σκηνοθεσία, σκηνογραφία, φωτισμοί: Robert Wilson
Mουσική: Michael Galasso
Κοστούμια: Frida Parmeggiani
Ερμηνεύουν: Isabelle Huppert, Ariel Garcia Valdès, Rachel Eberhart, Philippe Lehembre, Benoit Marechal

Ελληνικό Φεστιβάλ
Εθνική Λυρική Σκηνή (Θέατρο Ολύμπια)

9/7/07

Η Θεατρικότητα της Κοκκινοσκουφίτσας

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος για την πυρκαγιά στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας, 8 Ιουλίου 2007.

Δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με τα κίνητρα και τη επιτυχία της συγκεκριμένης συγκέντρωσης διαμαρτυρίας, αλλά με την παρουσία σε αυτήν μιας τεράστια κούκλας, που παρίστανε μια τρομακτική Κοκκινοσκουφίτσα συνοδεία ενός πλακάτ ''Περπατώ εις το δάσος, όταν το δάσος δεν είναι εδώ'', η οποία κατά την γνώμη μου προσέδωσε μια ιδιαίτερη θεατρικότητα στο γεγονός.

Η χρήση κούκλων ανάγεται στα προϊστορικά χρόνια όταν χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές - παγανιστικές τελετές ως ομοιώματα ζώων, φυτών, ανθρώπων και πλασμάτων της φαντασίας. Έκτοτε η χρήση της επεκτάθηκε σε ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες κι εκδηλώσεις ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε πολιτισμού. Ευρεία είναι και η παρουσία και η αξιοποίηση της στα περισσότερα είδη θεάτρου (Θέατρο της Ασίας, της Ευρώπης, κ.τ.λ.).

Η χθεσινή της παρουσία στην προαναφερόμενη συγκέντρωση διαμαρτύριας έφερε έντονα τα χαρακτηριστικά λαϊκού θεάτρου, θυμίζοντας τις γιγαντιαίες κούκλες του πολιτικού Bread and Puppet Theater του Peter Schumann. Ως φιγούρα - οδηγός και σύμβολο αναφοράς πλανιόταν με μια γκροτέσκα έκφραση τρόμου και οργής στο πρόσωπο και τα τεράστια χέρια της, σαν εφιάλτης πάνω από το πλήθος, ξεσηκώνοντας τους διαδηλωτές σε νέα συνθήματα.

Ελπίζω να την ξανασυναντήσω εκεί στην συναυλία της Παρασκευής κι αυτή την φορά να έχει φέρει μαζί της και την γιαγιά της, ο λύκος πάει πια έγινε κάρβουνο.

4/7/07

Θέατρο σε Τροχόσπιτο: Τζελσομίνα | Video Report

της Pierrette Dupoyet



Δείγμα της παράστασης που δεν πρέπει να χάσετε, της μόνης που υποδέχεται κάθε θεατή, από μωρά μερικών μηνών σε καρότσι, παιδάκια σε ποδήλατο μέχρι και τους τετράποδους φίλους τους. Είσοδος ελεύθερη στο πάρκο ή στην πλατεία της γειτονιάς σας. (Θα ακολουθήσει αργότερα πιο συγκεντρωτική άποψη της ένταξης του Τροχόσπιτου και της παράστασης στους εκάστοτε χώρους και της επικοινωνίας με το κοινό)

Να ευχαριστήσουμε το Φεστιβάλ, πιο συγκεκριμένα το Τμήμα Επικοινωνίας, που μας έδωσε την άδεια να κινηματογραφήσουμε και να προβάλλουμε λίγο από το υλικό μας.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνικά, Κοστούμια: Σωκράτης Σωκράτους
Μουσική: Κ. Βήτα
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Ερμηνεύει: Όλια Λαζαρίδου

3/7/07

Θεσμοφοριάζουσες

του Αριστοφάνη

Πέρυσι εκεί κατά το τέλος του καλοκαιριού είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω την παράσταση των Θεσμοφοριαζουσών που έστησε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Σωτήρης Χατζάκης. Ήταν μια παράσταση που είχε στηθεί με άκρα επιμέλεια και έμπνευση, μαρτυρούσε σπουδή και μελέτη πάνω στο έργο του ποιήτη και διακρινόταν για τον δημιουργικό οίστρο όλων των συντελεστών και μηδενός εξαιρουμένου: άπο τον ακμαιότατο Γιώργο Αρμένη και τον οιστρήλατο Βασίλη Χαραλαμπόπουλο μαζί με τον ουσιαστικά εντυπωσιακό και απαστράπτοντα Αλέξανδρο Μυλώνα μέχρι τον εξαίσιο χορό, την απίστευτη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη και τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έρσης Δρίνη και του Γιάννη Μετζικώφ αντίστοιχα. Πλούσια παράσταση επί της ουσίας. Έως και βαθιά συγκινητική.

Δυστυχώς η φετινή παράσταση που έστησε για λογαριασμό της Θεατρικής Διαδρομής και του Δηπεθέ Κοζάνης ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος δεν κατόρθωσε να κερδίσει τις εντυπώσεις. Ο εξαιρετικά ταλαντούχος ηθοποιός σε ρόλο σκηνοθέτη εδώ -ακατανόητη αυτή η εμμονή των Ελλήνων ηθοποιών- δεν κατάφερε να συντονίσει επ' ουδενί την ομάδα του σε σύνολο ούτε να εμπνεύσει τους πρωταγωνιστές αλλά και γενικά τους ηθοποιούς του ώστε να του χαρίσουν και να μας χαριστούν με το καλύτερο δυνατό τους.

Αποτέλεσμα; Μια πλαδαρή, βαρετή, άρρυθμη και ανεπαρκής παράσταση στα όρια -και με το ζόρι- του μέτριου και του διεκπεραιωτικού με έκδηλη πάνω από όλα μια σκηνοθεσία πελαγωμένη στα βαθιά νερά ενός δύσκολου για τις μέρες μας ποιητή όπως είναι ο Αριστοφάνης. Όση προσπάθεια κι αν κατέβαλε ο φιλότιμος Χαϊκάλης στον υπέροχο ρόλο του Μνησίλοχου δεν κατάφερε να ξεπεράσει εύκολα τερτίπια που ακόμα κι αυτά σε ένα πρώτο επίπεδο ένας πιό ευφάνταστος και κεφάτος σκηνοθέτης θα είχε αξιοποιήσει καλύτερα.

Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Μιχαλακόπουλος
Μουσική: Βασίλης Δημητρίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Άννα Μαχαιριανάκη
Χορογραφία: Δημήτρης Καμινάρης
Φωτισμοί: Νίκος Καβουκίδης
Μουσική Διδασκαλία: Νανά Θρασυβουλίδου
Παίζουν: Πάυλος Χαϊκάλης, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Θοδωρής Μιχαηλίδης, Γιάννης Πολιτάκης, Μάκης Αρβανιτάκης, Δημήτρης Παλαιοχωρίτης, Ειρήνη Κονίδου, Γεωργία Γεωργόνη, Άνδρη Θεοδότου, Γιολάντα Μπαλαούρα, Ηλεάννα Μπάλλα, Μαρία Μπενάκη, Ιωάννα Μπιλίρη, Αγγέλα Μυλωνάκου, Τάνια Παλαιολόγου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Κατερίνα Παυλάκη, Μαργαρίτα Σολδάτου, Παρθένα Χοροζίδου

Συμπαραγωγή Θεατρική Διαδρομή και Δηπεθέ Κοζάνης

21ο Φεστιβάλ Δήμου Βύρωνα,
Θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη

2/7/07

Θέατρο σε Τροχόσπιτο: Τζελσομίνα

της Pierrette Dupoyet

Το Θέατρο σε Τροχόσπιτο, μέρος της ενότητας το Φεστιβάλ Ταξιδεύει, αποτελεί απτή έκφραση της έννοιας του λαϊκού θεάτρου, άρα και αγαπημένη πρωτόγνωρη κίνηση εδώ στο Θέατρο για Όλους που οραματίζεται μια μετάλλαξη του κοινού σε πολυπληθές, ποικιλόμορφο και απαιτητικό.

Διότι, ναι, μεν το θέατρο ήταν κατεξοχήν ανοιχτό στο Δήμο σε αλλοτινές εποχές, σήμερα όμως το έχει λιγάκι γυρίσει στην ομφαλοσκόπηση. Κατά την προσφιλή θυμοσοφία «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει», τους θεατρόφιλους απαρτίζουν κυρίως αυτοί που λαβαίνουν ενεργά μέρος και στη θεατρική θεωρία ή πράξη, καθώς βέβαια και η συνήθης ελίτ • σε αυτή φαίνεται, άλλωστε, να απευθύνεται και η απαγορευτικά υψηλή τιμή του εισιτηρίου –συνιστά μάλιστα μόνιμο παράπονο/ερώτηση που μου απευθύνουν και αδυνατώ να διευκρινίσω ικανοποιητικά.

Φέτος, το Φεστιβάλ Αθηνών μέσα στη γενικότερο lifting που ξεκίνησε από το ’06, πραγματοποιεί άνοιγμα σε όλους τους κατοίκους της Αθήνας. Οι αθηναϊκές συνοικίες, κεντρικές ή απομακρυσμένες γειτονιές λειτουργούν λίγο σαν χωριά απλωμένα στον κάμπο που άλλοτε επισκέπτονταν τα γνωστά «μπουλούκια». Τώρα τα επισκέπτεται το ευφάνταστο πλεξιγκλάς τροχόσπιτο που ανοίγει και μετατρέπεται σε σκηνή με την Όλια Λαζαρίδου να ενσαρκώνει τη Φελινική ηρωίδα του La Strada σε μια πιο έξω καρδιά εκδοχή (καλύτερα να μη συγκρίνουμε, πάντως, ανόμοια μεγέθη, γιατί δε θα βγούμε κερδισμένοι). Ο Βασίλης Μαυρογεωργίου είναι αυτός που επιμελήθηκε την προσαρμογή του κειμένου στην ελληνική πραγματικότητα και φυσικά τη σκηνοθεσία, και ακολουθεί κατά πόδας στο τροχόσπιτο σε κάθε φασαριόζικη συνάντησή του με το κοινό, όπως κι εμείς.

Για όσους δεν πρόφτασαν, έχουν μια ευκαιρία ακόμα
(τρεις για την ακρίβεια): 3/7 στο πάρκο του Κολωνού, 10/7 στο Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς και 14/7 στη Μικρή Επίδαυρο.

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Σκηνικά, Κοστούμια: Σωκράτης Σωκράτους
Μουσική: Κ. Βήτα
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Ερμηνεύουν: Όλια Λαζαρίδου

Ελληνικό Φεστιβάλ