Σελίδες

29/11/06

Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας

Του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

ΚΘΒΕ, Μονή Λαζαριστών, Σκηνή Σωκράτης Καραντινός

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία-μουσική επιμέλεια: Πέρης Μιχαηλίδης
Σκηνικά-κοστούμια: Kenny McLellan
Παίζουν: Α. Γκλέτσος, Β. Χριστοδουλίδου, Ι. Παγιατάκη, Κ. Δασκαλάκη κ.α.

Δεν έμαθα πως φάνηκαν στο μεγάλο χορηγό Olympic Airlines οι φετινές παραστάσεις του ΚΘΒΕ (μέχρι στιγμής έχουμε 1-1, με εξαιρετική Πέγκα και καταστρεπτικό Πέρη), αλλά ελπίζω να μη μετανιώσει, και να συνεχίζει να προσφέρει μεγαλόκαρδα τα λεφτά του και την επόμενη σαιζόν, και τη μεθεπόμενη...Γιατί πάντα είναι αναγκαία η επιπλέον χρηματοδότηση—μας αρέσει το πλούσιο θέαμα, γαρ. Αναγκαίο είναι, βέβαια, και ένα κάποιο καλλιτεχνικό κριτήριο, κάτι που δεν αγοράζεται, αλλά ανακαλύπτεται. Χρειάζονται ευαίσθητες κεραίες, γιατί υπάρχουν εκεί έξω και οι ικανοί και οι ταλαντούχοι. Όμως, το δύστυχο Κρατικό δεν τους έχει βρει ακόμη, και πορεύεται προς το παρόν με όσα έχει.

Ο Σαίξπηρ γενικά αποτελεί δικλείδα ασφαλείας για όσους έχουν στερέψει από έμπνευση στην επιλογή δραματολογίου. Ποιος θα κατηγορηθεί επειδή επέλεξε για πολλοστή φορά να ανεβάσει ένα έργο του μεγάλου δραματουργού; Αν όμως χάσει το στοίχημα και δε δώσει κάτι ολοζώντανο και σπαρταριστό, τότε μένει να αναφωνήσουμε...what for? Η πρώιμη ρομαντική κωμωδία του Σαίξπηρ λίγο-πολύ γνωστή: ένας ερασιτεχνικός αντρικός θίασος κάνει πρόβες για να παρουσιάσει την ιστορία της Θίσβης και του Πύραμου στους γάμους του βασιλιά. Ο Θησέας πάλι, την παραμονή του γάμου του, καλείται να πείσει την Ερμεία να μην παντρευτεί τον εκλεκτό της ψυχής της, αλλά τη συμπάθεια του πατέρα της, που όμως με τη σειρά του σέρνει πίσω του την Ελένη, μια άλλη του κατάκτηση. Εν μέσω αυτών, ο βασιλιάς των ξωτικών Όμπερον μαλώνει με την Τιτάνια και ξαμολάει τον Πουκ το ξωτικό να φέρει λίγη ανακατωσούρα σε όλους τους προαναφερθέντες Αθηναίους.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης με τους συνεργάτες του, μετέτρεψε το ανάλαφρο Όνειρο σε εφιάλτη. Το όραμα του Πέρη, ήταν ένα Όνειρο από μίγμα τσίρκο και αμαρτωλού μπουντουάρ. Ο ξυλοπόδαρος, ο ταχυδακτυλουργός, τα χορευτικά νούμερα και οι λατέξ φωσφοριζέ φόρμες δε φάνηκε να προσφέρουν λειτουργικά στο να ζωντανέψουν την ευρύχωρη σκηνή. Εκμοντερνισμό, εντυπωσιασμό, ανατροπή της γραμμικότητας προς χάριν πλείστων αναφορών, ό,τι και να είχε στο νου του ο σκηνοθέτης, δε δούλεψε σωστά. Γιατί, καλές οι προθέσεις, αλλά τα καλλιτεχνικά γεγονότα δεν κρίνονται απ’ αυτές, αφού μάλλον σπάνια επιτυγχάνονται.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, δε ξέρει κανείς από που να αρχίσει. Στυλιζάρισμα και προβληματική εκφορά του λόγου για το ζευγάρι Θησέας-Ιππολύτη. Η Ερμεία της Βαλέριας Χριστοδουλίδου αρκείται σε άχαρες πόζες χωρίς ίχνος φυσικότητας, ενώ ο Όμπερον του Γκλέτσου είναι βραδυκίνητος και άχαρος. Ο Λύσσανδρος και ο Δημήτριος επίσης δεν στέκονται στο...ύψος του ρόλου. Μόνο η Ελένη είναι σαν όαση, αφού δημιουργεί κάτι στέρεο τη στιγμή που οι άλλοι με τις κινητικές και λεκτικές τους ασκήσεις κάνουν μια τρύπα στο νερό.

Όσο για τα κοστούμια; Ο θηλυκός Πουκ ντυμένος dominatrix(!) παραπέμπει πιότερο σε Μαρκήσιο ντε Σαντ, παρά Σαίξπηρ, όπως και τα φορεματάκια μόλις-βγήκα-απ’το-μπουντουάρ των δυο κοριτσιών στις σκηνές του δάσους ή οι κινησιολογικές αναφορές σε λαγνεία και ακόρεστο πάθος. Ζητούμενο των αισθητικών επιλογών προφανώς να ενηλικιωθεί το παιχνιδιάρικο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας και να γίνει λίγο βρώμικο, λίγο έκφυλο, λίγο σαδομαζοχιστικό. Το καταφέρνει, χωρίς όμως να αποφύγει τη βαρετή ανοστιά του ετερόκλητου προχωρημένου πλην όμως πεθαμένου θεάματος με τόνους make-up προς επίφαση ζωής.

28/11/06

Ντόλλυ!


Του Θόρντον Ουάιλντερ
Μετάφραση-σκηνοθεσία: Γιάννης Ιορδανίδης
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική: Γιούρι Στούπελ
Παίζουν: Χρυσούλα Διαβάτη, Κώστας Σάντας κ.α.


Δε λέω, καλή η ιδέα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος να λύσει το πρόβλημα ανεργίας στους κόλπους των ηθοποιών ανεβάζοντας παραγωγές με σχεδόν τρεις ντουζίνες από δαύτους. Πέρα όμως από την μεγαλοσύνη αυτού του εγχειρήματος, there is nothing more to it. Η Ντόλλυ δεν καταφέρνει παρά να είναι μια βαρετή «υπερπαραγωγή» που την Κυριακή ολοκλήρωσε και το δεύτερο κύκλο παραστάσεών της. Η πικρία με πλάκωσε ήδη από το πρώτο μισάωρο, γιατί ενώ πήγα στο Βασιλικό με μεγάλες προσδοκίες, τελικά το μόνο άξιο λόγου που βρήκα εκεί ήταν τα καλά σκηνικά του Πάτσα και μια μοναδική ξεχωριστή ερμηνεία: όχι, δυστυχώς, της πρωταγωνίστριας, αλλά του Σάντα ως σωτήριο φως στο τούνελ.

Ένας τσιφούτης μεγαλέμπορος (Σάντας) που κατοικεί σε προάστειο της Νέας Υόρκης αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί. Όταν μαθαίνει τον έρωτα της μονάκριβης ανιψιάς του για έναν ζωγράφο, την ξαποστέλνει σε μια θεία για να ξεχάσει αυτόν που εκείνος δεν εγκρίνει. Η Ντόλλυ του τίτλου είναι μια καπάτσα χήρα, που της αναθέτει να του βρει νύφη, αυτή όμως τον έχει στα υπόψιν για την πάρτη της και τελικά τον καταφέρνει. Αυτό το γουστόζικο μιούζικαλ περιγράφει μια ημέρα με αίσιο τέλος, αφού μετά από πολλά μπερδέματα όλοι καταλήγουν να βρουν το ταίρι τους με τραγούδια και χαρές. Η διάχυτη αφέλεια θα μπορούσε να καλυφθεί κάπως μόνο με σπινθηροβόλες ερμηνείες και σφιχτή σκηνοθεσία, αλλά ήδη η άκαιρη επιλογή του έργου κάνει τη στραβή αρχή.

Στους φωτισμούς κυριάρχησε το πορτοκαλί και το μπλε που ανέδειξε εύστοχα το black and white σκηνικό του Πάτσα. Επιβεβαίωσα και εδώ ότι τα λαμπιόνια φοριούνται πολύ φέτος, ως φόρος τιμής στο πάναγνο κιτς. Ο Ιορδανίδης όμως έχασε εκεί που κέρδισε ο Πάτσας. Αντί να δώσει τον ανάλογο ανάλαφρο τόνο και στη σκηνοθεσία, έστησε μια παράσταση που έπεφτε βαριά στο στομάχι. ( άλλη αστοχία, έβαλε τη Διαβάτη να παίζει ενίοτε στα μπροστινά σκαλιά του σκηνικού με αποτέλεσμα να βλέπουμε καταλεπτώς κάθε ρυτίδα—είναι λυπηρό να μην ξέρεις να προστατέψεις τους ηθοποιούς σου! ) Η παράσταση χωλαίνει και στο θέμα της μουσικής. Το τι φαλτσαδούρα άκουσα δε λέγεται. Ήταν τόσο ανάγκη να κάνουν μιούζικαλ στο Κρατικό, χωρίς να έχουν τις κατάλληλες φωνές; Ή ήταν ανάγκη να βάζουν δυο ντουζίνες κομπάρσους να κουνιούνται και να λυγιούνται στα χορευτικά της Στεφανίδου χωρίς το απαραίτητο μπρίο;

Σκέτη απογοήτευση, τελικά, να βλέπεις ότι ο Τσακίρογλου ή όποιος άλλος παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις επί των θεαμάτων στερείται παντελώς καλλιτεχνικού κριτηρίου. (το ίδιο ισχύει και για το κακό Όνειρο της Μονής Λαζαριστών στο οποίο θα επανέλθω)

Ιερά Τέρατα

του Ζαν Κοκτώ

Θέατρο Άλμα

Διασκευή - σκηνοθεσία: Γιάννης Μόσχος.
Μετάφραση: Λ. Γαλανού.
Σκηνικά: Ελ. Μανωλοπούλου.
Κοστούμια: Μ. Χατζηιωάννου.
Μουσική: Ν. Βίττης.
Παίζουν: Κ. Μαραγκού, Ν. Αρβανίτης, Υβ. Μαλτέζου, Αλ. Παντελεάκη, Δ. Σκιάδη, Κ. Καλλιβρετάκης.


Τα «Ιερά Τέρατα», γραμμένα από το Ζαν Κοκτώ το 1939, είναι ένα κατεξοχήν έργο αγάπης. Από τη μια αγάπης για τον τότε (κι ως το τέλος της ζωής του) εραστή του Κοκτώ, Ζαν Μαραί, κι απ’ την άλλη, αγάπης για το Θέατρο και τους ανθρώπους του. Ως τέτοιο λοιπόν κατέχει ξεχωριστή θέση μέσα στην εργογραφία του «πολυμήχανου ποιητή», καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας από τις πιο δημιουργικές φάσεις του. Η ιστορία φαινομενικά απλή: Μια larger than life ντίβα του θεάτρου (κάτι ανάμεσα στη Τζούλια Λάμπερτ του Μωμ και τη Μάργκο Τσάνινγκ του «Όλα για την Εύα»), αντιμετωπίζει την κρίση της ηλικίας της στο πρόσωπο μιας νεαρής φιλόδοξης αντιπάλου που διεκδικεί όχι μόνο τη θέση της στη σκηνή αλλά και τη θέση της στο πλευρό του συζύγου της, επίσης ιερού τέρατος του Θεάτρου. Φυσικά το τετριμμένο θέμα στα χέρια του Κοκτώ εκτοξεύεται στη σφαίρα της ποίησης - ενίοτε και του σουρεαλισμού - πλάθοντας μια ατμόσφαιρα λαμπερή και κρυστάλλινη που παίρνει αποστάσεις ασφαλείας από την πραγματικότητα (αυτό ήταν άλλωστε και το ζητούμενο, αφού το έργο γράφτηκε μέσα στον πόλεμο ως μικρό σκηνικό παραισθησιογόνο από τον ίδιο το συγγραφέα, που ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του κοινού από τη φρίκη του πολέμου).

Όπως τα περισσότερα γαλλικά έργα της εποχής (ιδίως αυτά του ποιητικού θεάτρου), η αναπαράσταση τους ενέχει αρκετούς κινδύνους. Καταρχάς αποκομμένα από τη γαλλική γλώσσα χάνουν την ποιητικότητα που συγχωρεί την παραδοξότητα της πλοκής. Είναι πολύ δύσκολο μια μετάφραση να καταφέρει να αποδώσει την αίσθηση της ρέουσας και φύσει ποιητικής γαλλικής γλώσσας και δυστυχώς αυτό επιβεβαιώνεται και σε αυτή την απόπειρα. Η Λήδα Γαλανού προτίμησε τη μετάφραση έναντι της μεταγραφής και το αποτέλεσμα θυμίζει δυστυχώς σε αρκετά σημεία σαπουνόπερα. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου όμως κατάφερε να ισορροπήσει σε αυτή την κόψη ακριβώς. Δεν έκανε το λάθος να αντιμετωπίσει το έργο σαν ένα οποιοδήποτε έργο σχέσεων (εξάλλου είναι τελείως σχηματικοί οι δεσμοί των ηρώων). Προτίμησε αντίθετα να το προσεγγίσει ποιητικά με μια ατμόσφαιρα γαλλικής φινέτσας που παραπαίει ανάμεσα στην αισθητική του 40 και τη σύγχρονη εποχή, δίνοντας μας ένα σκηνικό αποτέλεσμα που μετουσιώνει επιτυχέστατα την αφομοιωμένη αχρονική class των Γάλλων αστών. Σε αυτό φυσικά είχε τη συμβολή της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου στα καλόγουστα κοστούμια και ιδιαιτέρως της Ελένης Μανωλοπούλου σε ένα από τα πιο όμορφα και λειτουργικά σκηνικά που θα δείτε φέτος στις αθηναϊκές σκηνές. Ειδικά το υπερφίαλο αστικό σαλόνι που καταβροχθίζεται και σχολιάζεται από τους «ζωντανούς» κήπους του Ιερώνυμου Μπος αποτελεί ένα από τα πιο εύγλωττα σκηνικά σχόλια που έχουμε παρακολουθήσει ποτέ επί σκηνής.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, από τους πάντα έγκυρους Νίκο Αρβανίτη (πολύ λαμπερός ηθοποιός με ελεγχόμενα εκφραστικά μέσα) και Υβόννη Μαλτέζου (υπέροχη στις κωμικές σκηνές της) ως την Κατερίνα Μαραγκού στην πιο campy εμφάνιση της (αν και θα την προτιμούσα λίγο πιο απελευθερωμένη από την εικόνα του θύματος). Η Δανάη Σκιάδη, μετά την άτυχη περσινή Κορδέλια, σε ένα ρόλο που της ταιριάζει σαφέστατα περισσότερο εξελίσσεται σε μια πολλά υποσχόμενη ηθοποιό. Αν κατορθώσει μάλιστα να δαμάσει λίγο περισσότερο την ενεργητικότητα της επί σκηνής μπορούμε να περιμένουμε πολλά πράγματα στο μέλλον. Πολύ καλοί στους ρόλους τους και οι Αλεξάνδρα Παντελάκη και Κωστής Καλλιβρετάκης.

Αξίζουν τέλος ιδιαίτερα συγχαρητήρια στην Κατερίνα Μαραγκού και στο σύζυγό της και παραγωγό Β. Ανδρέου για την φιλόξενη και πανέμορφη θεατρική στέγη που έχουν δημιουργήσει εδώ και τρία χρόνια στο κέντρο της Αθήνας και για τις προσεγμένες παραστάσεις που μας παρουσιάζουν πάντα σε συνεργασία με το καλύτερο ανθρώπινο δυναμικό. Και κυρίως για τους χαμηλούς τόνους που κρατούν όλα αυτά τα χρόνια…

26/11/06

Δέκατη Έβδομη Νύχτα

του Απόστολου Δοξιάδη

Από την Ομάδα ''Σαλτιμπάγκοι''

Θέατρο Άνεσις

Σκηνοθεσία: Αντώνης Καφετζόπουλος
Σκηνικά - Κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μακιγιάζ: Δήμητρα Φαφαλιού
Μουσική Επιμέλεια: Λιλλύ Νικολαϊδου

Παίζουν οι Γιώργος Κοτανίδης, Σμαράγδα Σμυρναίου, Εύα Κοτανίδη, Ιζαμπέλα Κογεβίνα και Θανάσης Δήμου.

Μια αφηγήτρια - ηθοποιός (Εύα Κοτανίδη), που από εδώ και στο εξής θα μπαινοβγαίνει μέσα κι έξω από την δράση παίζοντας διάφορους ρόλους (Λουίζ Πίρσον, Κυρία Φορμπίνιους, Δρ. Χέρτσφελντ και την Νοσοκόμα), μας καλοσωρίζει στην παράσταση. Σύμφωνα λοιπόν με τον πρόλογο της, η δράση εκτυλλίσεται στο Νοσοκομείο του Πρίνστον, όπου έχει εισαχθεί ο διάσημος, για το μαθηματικό (αρχικά) θεώρημα της Μη - πληρότητας, πρώην καθηγητής Κουρτ Γκέντελ (Γιώργος Κοτανίδης) στα τέλη του 1977. Εκεί μια δύσμοιρη διαιτολόγος, η Μαίρη Πίρσον (Σμαράγδα Σμυρναίου), με τα δικά της προσωπικά προβλήματα και την μικρή της κόρη με νευρική ανορεξία (Ιζαμπέλα Κογεβίνα), παλεύει με νύχια και με δόντια να τον πείσει να βάλει έστω κι ένα ''μόριο τροφής στο πεπτικό του σύστημα'', αλλά μάταια. Τι κι αν καταλήγει να γίνει ο προσωπικός του δοκιμαστής τρώγοντας τα σκέτα νερόβραστα φασολάκια του, μιας που ο Γκέντελ φοβάται μην τυχόν και τον δηλητηριάσουν μέσα στο νοσοκομείο, τελικά ο μαθηματικός καταλήγει ''από υποσιτισμό και απίσχνανση''. Εν τω μετάξυ, κάποια στιγμή εμφανίζεται και ο καθηγητής Ντάβιντ Χίλμπερτ (Θανάσης Δήμου), του οποίου τo ''Πρόγραμμα'' και την ιδέα της απόλυτης πληρότητας είχε καταρρίψε ο Κουρτ Γκέντελ, για να δώσει μια διάλεξη.

Τα θετικά:
- Το κείμενο του Δοξιάδη, οι καταπληκτικοί διάλογοι, ειδικά μεταξύ του Κουρτ Γκέντελ και της Μαίρη Πίρσον.
- Ο Γιώργος Κοτανίδης ως Κουρτ Γκέντελ. Η παρουσία του στη σκηνή σε καθηλώνει.
- Ο Θανάσης Δήμου ως Ντάβιντ Χίλμπερτ. Απολαυστικότατος.
- Η τελευταία σκηνή με τον παγωτατζή. Η κάθαρση. Από τα πιο ωραία θεατρικά στιγμιότυπα.
- Η Ιζαμπέλα Κογεβίνα ως Σάντρα Πίρσον. Κρύβει μια εξαιρετική δυναμική μέσα της.

Το μεγάλο αρνητικό:
- Το σκηνικό. Απλοϊκό, προχειροφτιαγμένο κι αρκετά θορυβώδες στις αλλαγές των σκηνικών.

25/11/06

Καινούργιοι φίλοι

Της Έλενας Πέγκα

Σκηνοθεσία: Aleksander Popovski
Παίζουν: Δ. Κολοβός, Κ. Ρενέση, Λ. Βασιλείου, M. Lukic κ.α.

ΚΘΒΕ, Μονή Λαζαριστών-Μικρό Θέατρο, Θεσσαλονίκη



"Τι ειναι χειρότερο, ένας τρομαχτικός θάνατος ή μια τρομαχτική ζωή;"

Ακούγοντας για την παράσταση, φαντάζεσαι ότι η Ελένη Πέγκα ωρίμασε. Σε λιγότερο από δεκαετία, από το +Soda τέρμα Ερμού βρίσκεται στη Μονή Λαζαριστών σε παραγωγή του ΚΘΒΕ. Από το πιο different club της πρωτεύουσας(τότε) στην πιο δήθεν κρατική σκηνή της συμπρωτεύουσας. Some progress.

Βλέποντάς την, συνειδητοποιείς ότι δεν έκανες λάθος. Ωρίμασε, αλλά ο όρος τώρα κρατάει μόνο τη θετική του έννοια. Όχι, δεν έγινε ακόμη ξενέρωτη, ευτυχώς. Άφησε πίσω τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα και τον εν μέρει κούφιο εντυπωσιασμό τους και μας φέρνει Καινούργιους Φίλους που άπτονται σύγχρονων προβλημάτων της περιοχής. Και αυτό το τελευταίο κάνει όλη τη διαφορά.

Εσχάτως τα Βαλκάνια φαίνεται ότι αποτελούν πηγή έμπνευσης και προβληματισμού. Τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για το 2006 κερδίζει ταινία που διαδραματίζεται στο Σεράγεβο (Grbavica), ο Minghella περιγράφει στη νέα του ταινία(Breaking and Entering), εκτός των άλλων, τα δεινά κάποιων Βαλκάνιων που ζουν στο Λονδίνο και η Πέγκα γράφει το νέο της έργο για μια περιπλάνηση στο ρημαγμένο βαλκανικό τοπίο. Ο τρόπος που η Πέγκα καταπιάνεται με το υλικό της είναι πάντως ονειρικός—ο χώρος και ο χρόνος είναι χαλαρά συγκεκριμένος, δηλαδή διάφορα μέρη στα Βαλκάνια ένα εκ των οποίων το Σεράγεβο κατά την περίοδο του πολέμου.

Ένας νεαρός από τα Σκόπια ζει με τη μητέρα του στην Ευρώπη. Έχει αφήσει το φόβο του πολέμου πίσω, όπως και τους φίλους του, το κορίτσι του, το σκύλο του. Του λείπουν τα πάντα και δηλώνει στη μητέρα του ότι αυτός δεν είχε νιώσει ποτέ το φόβο του θανάτου και πολύ θα θελε να γυρίσει πίσω. Την επόμενη κι όλας στιγμή τον βλέπουμε να έχει αρχίσει την περιπλάνησή του και να συναντάει πρώτα μια κοπέλα που φοράει πάντα μαύρα, πηγαίνει στις πορείες και θέλει να τη σκοτώσουν για να ηρωοποιηθεί, μετά τη Μις πολιορκημένο Σεράγεβο 1993, μετά έναν ελεύθερο σκοπευτή, το Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ και άλλους. Όλοι του μαθαίνουν κάτι ακόμη και μέσα από αυτές τις συναντήσεις ξετυλίγονται τα μοτίβα του πολέμου: έλλειψη νερού, τρόμος, ηθική σκλήρυνση, αναζήτηση υλικών αγαθών και ματαιοδοξίας.

Η σκηνογραφική πρόταση έρχεται από το Valentino Marengo που χώρισε τρία διαφορετικά επίπεδα στα οποία εκτυλλίσσεται η δράση: το προσκήνιο, μια τύποις εξέδρα από κάγκελα και ένα φωτεινό τετράγωνο άνοιγμα στο πιο ψηλό επίπεδο, ένα παράθυρο όπου κάθεται η αφηγήτρια της παράστασης ντυμένη στα μαύρα. Αυτός ο διαχωρισμός λειτούργησε καλά και τοποθέτησε τη δράση σωστά στο χώρο όχι μόνο σε παράλληλο, αλλά και σε κάθετο άξονα. Η σκηνή είναι μεγάλη και σε γκρίζους τόνους, ένα βιομηχανικό σχεδόν σετ με μια συσκευή τηλεόρασης στα αριστερά που παίζει ή σιωπά. Το χρώμα φέρνουν τα κοστούμια, κόκκινο, πορτοκαλί, πράσινο.

Η σκηνοθεσία του Aleksandar Popovski περιλαμβάνει αρκετό φοβισμένο τρέξιμο πέρα-δώθε που όντως αποπνέει την αγωνία της σφαίρας που καραδοκεί σε κάθε γωνία. Η αντικατάσταση δε του πολυβόλου ή άλλου όπλου με ένα ταμπούρλο που κάθε του χτύπος είναι ένας πυροβολισμός είναι πραγματικά ποιητική, όπως και το σύνολο της παράστασης.
Σκληρά ποιητική η παράσταση, υποστηρίζεται σωστά από το σύνολο των ηθοποιών και κυλάει χωρίς δυσφορία. Είναι εξίσου ευχάριστη εικαστικά, μουσικά και νηματικά. Ήταν μια από τις λίγες φορές που η μιάμιση ώρα without break δεν ήταν αρκετή.

Υ.Γ. Ανόητη, αλλά επίμονη απορία: τι κόλλημα έχει η Ελένη Πέγκα με τις (χρωματιστές) ψεύτικες βλεφαρίδες; Θέλουν να δώσουν έναν εξωπραγματικό τόνο, να πουν κάτι για τα μάτια ή τι;

23/11/06

Ένα όνειρο...για το Τέχνης



Ένα Όνειρο...

Διασκευή από το " Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας" του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

Μετάφραση - Διασκευή: Γιώργος Δεπάστας - Νίκος Μαστοράκης

Δραματουργική επεξεργασία- Σκηνοθεσία- Μουσική επιμέλεια: Νίκος Μαστοράκης

Σκηνικά - Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη

Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Παίζουν: Άννα Κουτσαφτίκη, Στάθης Ματζώρος και αλλοι 20 ηθοποιοί και μαθητές της σχολής του Θεάτρου Τέχνης

Η καλοκαιρινή περιοδεία του Θεάτρου Τέχνης κάνει μια τελευταία στάση στην ιστορική σκηνή του Υπογείου την οποία αντιμετωπίζει με σεβασμό στο παρελθόν αλλά και διάθεση ανανέωσης για το μέλλον.

Η καλοστημένη και εύρρυθμη παράσταση του Νίκου Μαστοράκη αναδεικνύει τον ίδιο πάνω από όλα σε πρωταγωνιστή της. Ο σκηνοθέτης εμβάθυνε στην ουσία του ίδιου του έργου του Σαίξπηρ την ίδια στιγμή που το αντιμετώπισε κριτικά μέσα από τη διασκευή του, πρόβαλε τα ξεχωριστά στοιχεία και μεγα-θέματα του αριστουργήματος της ελισαβετιανής λογοτεχνίας, τον 'Ερωτα, τον Θάνατο, την τραγωδία, την κωμωδία και εν τέλει την μελαγχολία αυτού του απίστευτου κλασικού γαϊτανακιού -ίδιως ως προς αυτή την παράμετρο η παράσταση μπορεί να αξιολογηθεί ως ένας φόρος τιμής στην παράδοση του Κουν, εξάλλου και ο ίδιος ο Μαστοράκης παιδί της αυτής σχολής είναι- και μας έδωσε μια συμπαγή παράσταση επιτέλους στην ατμοσφαιρική σκηνή του Υπογείου του Θεάτρου Τέχνης, η οποία ως φαίνεται μπάζει μονάχα από την πανέξυπνη ιδέα της ντουλάπας που είναι η αφορμή να ανοίξει ως άλλο παράθυρο σε ένα περίκλειστο σύμπαν μελαγχολίας προς ένα κόσμο ξέφρενου ερωτικού πανηγυριού και θεατρικής σύμβασης. Ολόκληρο το δάσος της Αθήνας γίνεται ένα δάσος ενδυμασιών που κινούν εφιαλτικές φιγούρες, αναμνήσεις και θύματα ερώτων μάλλον παρά ρομαντικά και στραφταλιζέ ξωτικάκια κάτω από το ημίφως μιας ακόλαστης ερωτικά νύχτας που θα μπλέξει τον ένοχο και τον αθώο, τον ερωτευμένο και τον αρνητή στο παντοδύναμο παιχνίδι της ζωής για να τους ξεκάνει στη δίνη του πάθους.

Με ένα επιτελείο ταλαντούχων νέων ηθοποιών και με ανανεωμένη την κύρια διανομή που είχε αποδυναμώσει ή μη υποστηρίξει τη σκηνοθεσία της καλοκαιρινής παράστασης αναδεικύοντας σε κυρίαρχες τις κωμικές τότε μόνο σκηνές, ο Μαστοράκης τώρα στην σκηνή του Υπογείου αλλά και στους νέους ανθρώπους βρήκε και τον τόπο και τον τρόπο να επικοινωνήσει την ενδιαφέρουσα οπτική του πάνω στο έργο που στην καλοκαιρινή παράσταση ήταν φλύαρη και ενδεχομένως κούραζε.

Εξαιρετική η Άννα Κουτσαφτίκη ως Τιτάνια-Ιππολύτη ως μητριαρχικό πρότυπο απέδωσε τις μελαγχολικές και ερωτικές διαθέσεις της Βασίλισσας των Αμαζόνων αλλά και της βασίλισσας των ξωτικών τυλιγμένη με το χαρισματικό πέπλο μιας εύθραυστης κωμικότητας. Πλάϊ της ο Στάθης Ματζώρος ως το αντίπαλον δέος στιβαρός αλλά και ατζαμής Όμπερον-Θησέας. Πολύ επιτυχής ήδη από το καλοκαίρι η διανομή στα πρόσωπα των μαστόρων με επικεφαλής τους Βελέτζα, Δεγαϊτη και τον υπέροχο Παναγόπουλο αλλά και τους νεώτερους. Πολύ καλές επίσης οι κοπέλες από τα ζευγάρια των ερωτευμένων κονταροπάλευαν για το ποια θα πάρει τα εύσχημα της πιό καλοπαιγμένης βλαχομπαρόκ υστερίας θυμίζοντας μας οικείες σύγχρονες κοινωνικές καταστάσεις και προσωπικότητες. Σχηματικός δυστυχώς ο Πουκ της παράστασης αποδόθηκε αδιάφορα και μάλλον μονοδιάστατα από τον Κίμωνα Φιορέττο με ευθεία αναγωγή στο Γκόλουμ του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών στερώντας από τον ρόλο και την παράσταση εν τέλει την γοητεύτικη πινελιά της μαγείας που υπάρχει λογω της σαρωτικής παρουσίας του στο έργο.

21/11/06

Αγκαλιά

από τη θεατρική ομάδα Αλλέ - Ρετούρ

Θέατρο Φούρνος
Δευτέρα και Τρίτη, έως και τις 19 Δεκεμβρίου 2006

Ιδέα, Δημιουργία, Ερμηνεία: Νάντια Καβουλάκου, Θάνος Πρίτσας
Σκηνικά - Κοστούμια: Αλλέ Ρετούρ
Μουσική Επιμέλεια: Στάθης Ιωάννου
Κούκλες: Ηλέκτρα Γεννατά
Φωτισμοί: Αλέξης Παπαχατζής
Χειρισμός ήχου / φώτων: Ιρίνα Μπόικο

Είπανε κάποτε σε ένα παιδί πόσο υπέφερε ένα άλλο κι εκείνο πήγε παράμερα και αγκάλιασε τον αέρα.

ελάχιστα μέσα, με χρήση μόνο των απολύτως απαραίτητων σκηνικών αντικείμενων για το στήσιμο των 17 αυτοτελών σκηνών
καταπληκτικοί φωτισμοί
αστείρευτη ζωντάνια επί σκηνής

με δύο λέξεις, θεατρική μαγεία


17/11/06

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν



Του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Θέατρο Σφενδόνη
Μετάφραση: Άννυ Κολτσιδοπούλου
Σκηνοθεσία: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Κωνσταντίνος Βήτα
Σκηνογραφία: Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Κοστούμια: Μαρία Ηλία
Μακιγιάζ: Άγγελος Μέντης

Παίζουν: Ηλέκτρα Γεννατά, Γιώργος Γκάτζιος, Δέσποινα Γκάτζιου, Ειρήνη Ιγγλέση, Άννα Κοκκίνου, Κώστας Λάος, Μαργαρίτα Λουμάκη, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Κατερίνα Φωτιάδη, Θανάσης Χαλκιάς.


Και ο πολύπαθος καλός άνθρωπος του Σετσουάν ανέβηκε στη σκηνή και έτυχε μιας παράστασης υψηλής αισθητικής άποψης που πρέπει πρώτιστα ως εικαστικό γεγονός να κριθεί. Αυτό το στοιχείο κυριαρχεί στην παράσταση και δικαιολογεί τις όποιες σκηνοθετικές αδυναμίες και αμηχανίες. Φαίνεται οτί το καλό πράγμα αργεί μα γίνεται..
Η Άννα Κοκκίνου μια μοναδική και ιδιαίτερη δύναμη του θεάτρου μας πάντα ζωντανή πάνω στη σκηνή, ικανή να σε πείσει εκ προοιμίου για το απόλυτο καλό είναι εξαιρετική στη μεταμόρφωση της ως το έτερον ήμισυ της διπλής προσωπικότητας που απαιτεί ο ρόλος με λεπτομερή κινησιολογική ανάπτυξη και έλεγχο.Πολύ καλοί και οι συναδελφοι που την πλαισιώνουν με προεξάρχοντες σαφώς την κ. Ιγγλέση, τον κ. Γκάτζιο, την κ. Γκατζιου και την κ. Λουμάκη.
Ατμοσφαιρίκη η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα και επιτυχής η μουσική του επιμέλεια καθώς και ποιητικότατη η μετάφραση της κ. Κολτσιδοπούλου.
Συγχαρητήρια...

16/11/06

Εκεί, εκεί στην Κόλαση

του Γιάννη Σαρακατσάνη

Αυτό που με τσίγκλησε να πάω εξαρχής να πάω μέχρι τη Φρυνίχου δεν ήταν, το ομολογώ, ούτε τόσο ο τίτλος, ούτε ο υπότιτλος «ένα αντιχριστιανικό καμπαρέ» (αν και αυτό λιγάκι περισσότερο). Ο βασικός λόγος ήταν ο Γιάννης Σαρακατσάνης που όντας απίθανος στο Θοδωρή (ετών 33), μου εξήψε την περιέργεια να ανακαλύψω και την υπόλοιπη δουλειά του.

Και με ξάφνιασε indeed. Πως γίνεται ένα σεμνό αγοράκι όπως ο Θοδωρής να μεταμορφώνεται σε κολασμένο κάτοικο των καζανιών και να παρωδεί με τόση ζέση καθετί όσιο και ιερό; Όλα γίνονται, απ’ ότι φαίνεται, και μάλιστα κάτι τέτοιο αντιθετικοί συνδυασμοί κάνουν τους δημιουργούς άξιους μελέτης και επιβράβευσης.

Ας έρθουμε όμως στην παράσταση. Αποτέλεσμα ανίερου μένους, πολλής όρεξης για χαβαλέ και ωρών πρόβας και αυτοσχεδιασμού, αυτός ο λούμπεν συνδυασμός μικρών σκετς με μουσικά ιντερμέδια αποδίδει τα μάλα. Μόνο όμως σε όσους ΔΕΝ είναι θρησκόληπτοι και ορκισμένοι φαν του Χριστόδουλου. Πέρα από προβοκατόρικες δηλώσεις, είναι μια παράσταση που αν την ανακάλυπτε ο ευσεβής παπάς της ενορίας, θα έβαζε φωτιά στο θέατρο. Αν την έπαιρνε χαμπάρι η Λουκά, μπορεί να άρχιζε πάλι τις παράφρονες εκδηλώσεις πίστης, και τότε η παράσταση θα ευτυχούσε απείρως. Τότε, το πλήθος θα συνωστίζονταν και μια νέα ανάγκη θα γεννιόταν στην ολίγον οπισθοδρομική Ελλαδίτσα. Η ανάγκη να παρωδήσουμε όχι μόνο τα πολιτικά και θρησκευτικά τεκταινόμενα, όχι τα σημεία των καιρών, αλλά το οικοδόμημα της πίστης εν γένει. Που είναι γιγαντιαίο και μας έχει πάρει όλους υπό την προστασία του άμα τη γεννήσει μας, χωρίς να κάνει τον κόπο να μας ρωτήσει αν έχουμε καμιά όρεξη για προστασία. Οι μεταφορικές διδαχές του Χριστού και των Αποστόλων, η χριστιανική αγάπη και καταπίεση, ο φόβος της μετά θάνατον ζωής, όλα αυτά καλό είναι να ανατρέπονται που και που, και όχι μόνο από το Nietzsche. Αν γελάμε με την αστειότητα και την υπερβολή τους, τότε ίσως μπορούμε να λεγόμαστε πιο σκεπτόμενοι άνθρωποι από όσους δέχονται τις Γραφές χωρίς να τις κρίνουν.

Η ομάδα Ab Ovo πήρε υλικό από το Τάδε έφη Ζαρατούστρα και άλλα βιβλία σχετικά με τον Ιησού και τους οπαδούς του και το χρησιμοποίησε ως έναυσμα για να δημιουργήσει ένα ξεκαρδιστικά ασεβές θέαμα. Ο θηλυκός διάβολος φορώντας μαύρο κορμάκι και κόκκινο τούλι μπαλαρίνας που αποκαλύπτει σκανδαλιστικά τα οπίσθια ενορχηστρώνει την παράσταση κουνώντας με χάρη τα γυμνασμένα μπράτσα του. Το ζεύγος παπάς-παπαδιά, που πιότερο ομοιάζουν με παιχνιδιάρικα διαβολάκια, ξεκαρδίζονται με τη χαζομάρα των θνητών και διακηρύττουν ότι όλοι, μα, όλοι ανεξαιρέτως θα καταλήξουμε στα καζάνια της κολάσεως. Επί σκηνής επίσης εμφανίζονται: ο Μωυσής, ο Ιησούς μεταμφιεσμένος σε δικηγόρο που υποβάλλει μήνυση προς πάσα κατεύθυνση, ο Γιαχβέ που έχει κατάθλιψη, ένας άγιος ιδωμένος ως σούπερμαν και άλλες περσόνες της χριστιανικής θρησκείας.

Τα παιδιά είναι όλα χάρμα οφθαλμών, ίσως λίγο περισσότερο η Βάσω Καβαλιεράτου με την καταπληκτική της κίνηση και δυνατότητα σωματικής χειραγώγησης και ο Γιάννης Σαρακατσάνης για το αυθεντικά διαβολικό βλέμμα του—σίγουρα τον έχουν καταλάβει δαιμόνια και χρειάζεται εξορκισμό. Η λιτή σκηνογραφική πρόταση όμως δε βοηθάει την παρωδία, χρειαζόταν κάτι περισσότερο από μια γυμνή σκηνή. Οι συνοδευτικές μουσικές είχαν μια θλίψη και μια μαυρίλα, όχι όμως το απόλυτο ανόσιο ύφος, άσε που οι στίχοι δεν ακουγόταν πολύ καλά. Ο χώρος του Θεάτρου του Ήλιου πάντως είναι πολύ φιλόξενος και αρκούντως underground για να υποστηρίξει τη θεματολογία του θεάματος. Τόσο, που αρχικά νόμισα ότι η παράσταση θα δινόταν στο ευμέγεθες φουαγιέ, όπου πρόσφεραν κρασί μαζί με το εισιτήριο, κάτω από τους πολυελαίους του παλιού καιρού. Ήρθαν όμως κάτι αγγελάκια και μας ανέβασαν στο θέατρο όπου άρχισε η μεγάλη γιορτή.

Και επειδή κι εγώ προέρχομαι από τις αγκάλες της Εκκλησίας(ευτυχώς της ξέφυγα), επαναλαμβάνω, θα γελάσετε μόνο αν ΔΕΝ αρχίσατε νηστεία για τα Χριστούγεννα και αν ΔΕΝ κοινωνήσατε το προηγούμενο Πάσχα. Αλλιώς θα αισθανθείτε ότι αμαρτάνετε και μόνο που βλέπετε την παράσταση.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Σαρακατσάνης
Μουσική: Αλέξης Ιωάννου, Σπύρος Μοσχούτης
Φωτισμοί: Γιάννης Κωνσταντακόπουλος
Παίζουν: Λευτέρης Ελευθερίου, Βάσω Καβαλιεράτου, Μαρία Μπαλούτσου, Φάνης Παυλόπουλος, Γιάννης Σαρακατσάνης, Σωσώ Χατζημανώλη, Βάσω Χελά

Από την ομάδα Ab Ovo

Θέατρο του Ήλιου
Φρυνίχου 10, Πλάκα, Ακρόπολη, 210-3231591

15/11/06

America Hurrah ή κατά το ελληνικότερον Αμέρικα Ουρρά!!!

του Ζαν Κλοντ Βαν Ιταλι

Αστέρια κι αστεράκια απο κριτικούς, ερασιτέχνες κι επαγγελματίες!

Περυσινή η παράσταση, πήγα προχθές, καθότι έλειπα στο εξωτερικό για σπουδές τον προηγούμενο θεατρικό χειμώνα. Εκεί στο εξωτερικό, όλως τυχαίως, με είχε πιάσει μια θεατρομανία (σχετική και με το αντικείμενο των σπουδών μου) υπέρ του δέοντως. Τέτοιο πράγμα όμως, που να μην έχει και διάλειμμα (όχι τίποτε άλλο, αλλά αν είχε, θα την είχα κάνει προ πολλού με ελαφριά πηδηματάκια) μάλιστα, δεν το είχα ματαδεί.

Απίστευτη σκηνοθετική φλυαρία, άσκοπες σιωπές (κι απόρουσα πως στο κάλο ένα κείμενο που καταλαμβάνει 16 σελίδες - με πολλές ενδιάμεσες φωτογραφίες - στο πρόγραμμα, χρειάζεται 115 ολόκληρα λεπτά για να ανεβεί σε παράσταση) κι έξοχες γυμναστικές ασκήσεις (physical theatre σε όλο του το μεγαλείο). Ενδιαφέρον το λευκό σκηνικό, χρώμα σπάνιο για σκηνή θεάτρου, μου έκανε εντύπωση στα δύο πρώτα μονόπρακτα της τριλογίας ('Ακρόαση, μία φούγκα για οκτώ ηθοποιούς' και 'TV'), το ξέχασα τελείως με την είσοδο της τεράστιας μαυροντυμένης κούκλας της γριάς και του μαύρου κρεβατίου για τις ανάγκες του τρίτου μονόπρακτου, του 'Μοτέλ'.

Πράγμα καινούργιο στην Ελλάδα η συνύπαρξη κούκλας και ηθοποιού στη θεατρική σκηνή, 'θεσμός' τις τελευταίες δεκαετίες στο ευρωπαικό και στο άμερικάνικο θέατρο. Το ίδιο δυστυχώς κι όσον αφορά το κοινωνικό θέατρο. Και ξαφνικά ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική, 40 χρόνια μετά την ανακάλυψη της!!!! Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ηθοποιούς, οι οποίοι με μεγάλη αυτοθυσία, μας προστάτευσαν με ένα δίχτυ όταν άρχισαν ξαφνικά να εκσφεδονίζονται διάφορα μπαλάκια (για την ακρίβεια τρελο - μπαλάκια και μπαλάκια του πινκ - πονκ) προς τα καθίσματα των θεατών. Θα τους είμαι ευγνώμων!!! Για εκείνο όμως, που δεν θα τους είμαι καθόλου ευγνώμων, είναι το ότι έχασα το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι μου, καθώς ποτέ δεν μας έδωσαν να καταλάβουμε το εάν και ποτέ τελείωνε ποτέ αυτό το έργο (?). Μας ρωτούσαν μόνο, (επιμόνως) αν "Σας άρεσέέέέ???", μάλλον για τα κεφτεδάκι και το κράσι που μας είχαν σερβίρει προηγουμένως. Ακόμη κι όταν τόλμησα και τους ρώτησα ευθέως, αν η παράσταση είχε τελειώσει, η απάντηση τους ήταν η ίδια μηχανική ερώτηση, με το χαμόγελο της διαφήμισης της Crest πάντα, αν 'Σας άρεσέέέέ?'.

To sum up, η παραστάση μου φάνηκε απλώς ξεπερασμένη.Ίσως φταίει κι ότι συνηθίζω όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό, να βλέπω και κανένα θέατρο!

Υ. Γ. Θα σας έβαζα και μια φώτο, αλλά ακόμη περιμένω την ADSL μου. Το ελληνικό Ιnternet βαδίζει ακόμη στα χνάρια του ελληνικού 'ερευνητικού θεάτρου' (βλέπε την καταχώρηση του Αθηνοράματος).

Σκηνοθεσία: Περικλής Μουστάκης
ομάδα «Ασκηση»

210-9236992

13/11/06

Ο Πεταλουδόσαυρος

του Ευγένιου Τριβιζά

Η Φρουτοπία και οι Πειρατές της Καμινάδας έραιναν τα παιδικά μου χρόνια με χρυσόσκονη άλλων, μακρινών κόσμων. Ίσως μέρος της τάσης μου να ονειροπολώ και να ονειροβατώ, να τη χρωστάω και στον Ευγένιο Τριβιζά. Που όταν μεγάλωσα, έμαθα ότι δεν είναι ένας απλός συγγραφέας παιδικών βιβλίων, αλλά εγκληματολόγος που ζει σε γοτθικό πύργο και διδάσκει κάπου στην Αγγλία, και τότε ήταν που τον θαύμασα even more.

Η ιστορία του Τριβιζά για τη διαφορετικότητας και την αναζήτηση της ταυτότητας μεταφέρεται στη σκηνή για τα παιδιά σε μορφή μιούζικαλ και σε σκηνοθεσία καθόλου παιδική. Ο Μυριανθόπουλος είναι αυτός που ανέλαβε να δώσει ζωή σε αξίες όπως αυτές της φιλίας, της επιμονής, της αποδοχής και του...ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα!

Ο μικρός Πεταλουδόσαυρος(ήτοι πράσινο δεινοσαυράκι με ροζ ντελικάτα φτεράκια) παίρνει σβάρνα λόγγους και βουνά για να μάθει ποιος είναι και θαρραλέα αντιμετωπίζει την κακία του κόσμου και το ρατσισμό, ώσπου να καταφέρει με τη βοήθεια του καλύτερού του φίλου του κλόουν να γίνει αποδεκτός και να βρει ένα μέρος που να το αισθάνεται σπίτι του.

Ατάκες κάθε άλλο παρά απλοϊκές, διάλογος που πάλλεται και στιχάκια με χιούμορ και κέφι ξεσηκώνουν την αίθουσα και ωθούν τα παιδιά να σχολιάζουν τη δράση. Η παράσταση δεν είναι και ακριβώς για παιδιά νηπιαγωγείου, νομίζω, εκτός αν έχω λάθος γνώμη για την αντίληψη και τις ικανότητες συγκέντρωσής τους. Το ταλέντο του πρωταγωνιστή, πάντως, δεν άφησε ούτε αυτά αδιάφορα, αφού ταυτίστηκαν μέχρι θανάτου. Άλλοτε με πονηρό ύφος, αργότερα κατατρομαγμένος, κατάφερε να αγγίξει ακόμη κι εμένα—που μακράν απέχω από την παιδική ηλικία. Εξαιρετική κίνηση και καλές φωνές έχουν όλα τα παιδιά του θιάσου, αν και οι χορογραφίες δε βοηθούσαν—καθότι λιγάκι γραφικές. Κοστούμια και σκηνικά αξιοπρεπή, αν και θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα, για να συμπορευτούν με το πλούσιο περιεχόμενο της παράστασης. Οι χαριτωμένοι ρυθμοί μένουν στο μυαλό, δεν είναι βέβαια και Λιλιπούπολη, αλλά μια χαρά θα ακουγόταν το cd σε παιδικά πάρτυ. Προσεγμένη παιδική παράσταση, το ίδιο φαντάζομαι σκέφτηκε και ο κύριος Τριβιζάς που την έβλεπε από τα πρώτα καθίσματα και δεν σταμάτησε να τραβάει φωτογραφίες τον Πεταλουδόσαυρο με τα κόκκινα μάγουλα.

Σκηνοθεσία-Χορογραφία: Βασίλης Μυριανθόπουλος
Μουσική: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Παίζουν: Αντώνης Γκρίτσης κ.α.

Θέατρο Βεάκη

Σκηνές από ένα γάμο

Του Ίγκμαρ Μπέργκμαν


Θέατρο Προσκήνιο
Μετάφραση από τα σουηδικά: Ζαννής Ψάλτης
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά - Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Μουσική επιμέλεια: Δημήτρης Ιατρόπουλος
Φωτισμοί: Φίλιππος Κουτσαφτής
Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσσα Τριανταφύλλη

Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας
Στα video εμφανίζονται: Μαρία Καβογιάννη, Δήμητρα Χατούπη, Aλκης Παναγιωτίδης, Γιώργος Παπαγεωργίου και οι μικρές Νίκη και Όλγα Σκιαδαρέση.
Δυστυχώς η παράσταση δεν ευτύχησε. Η σκηνοθεσία αρκέστηκε σε μια επιφανειακή καθοδήγηση των ηθοποιών και αναπτύχθηκε γύρω από μοτίβα και κλισέ διαφημιστικού και τηλεοπτικού τύπου -βλ. αγχος μην πέσει το βούτυρο στη μοκέτα της χάπι φάμιλι...Όσο ειρωνικό κι αν είναι ένα τέτοιο σχόλιο δεν παύει να είναι και τετριμένο.
Η υποκριτική ακολούθησε την ίδια λογική προσπαθώντας κατα τόπους να υπενθυμίσει τη θεατρική πράξη, ωστόσο, ιδιαίτερα στην περίπτωση της κ. Καραμπέτη αφέθηκε επίσης κατά πολλούς τόπους σε εξάρσεις θεατρινισμού. Είναι πρόχειρο να βλέπεις αυτούς τους ηθοποιούς να αφήνονται επί σκηνής στην τηλεοπτική τους μανιέρα.
Αυτή η αίσθηση προχειρότητας και ευκολίας κυριαρχούσε και στο τεχνικό μέρος της παράστασης με τα προβαλλόμενα βίντεο, όπως και στο αισθητικό με τη σκηνογραφική ιδέα του σουηδικής λογικής σπιτικού "ΙΚΕΑ".. μια ιδέα που καθώς φάνηκε έμεινε μόνο στα σκαριά..

Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα

του Γουίλλυ Ράσελ

Θέατρο Βρετάνια

Μετάφραση, Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης
Σκηνικά: Γ. Ασημακόπουλος
Κοστούμια: Μ. Καραπούλιου
Μουσική: Δ.Τσακνής

Παίζουν: Γιώργος Κιμούλης, Ευδοκία Ρουμελιώτη

Η Ρίτα, μια κομμώτρια της εργατικής τάξης στην Αγγλία του 80 ψάχνει το νόημα της ζωής. Ανήσυχο πνεύμα αρνείται να υποταχθεί στη μοίρα της και γι' αυτό εγγράφεται στο ανοιχτό πανεπιστήμιο προκειμένου να βρει τις πολυπόθητες απαντήσεις αλλά και τον εαυτό της. Αυτή είναι η απλή αφετηρία της επιτυχημένης κομεντί του Γουίλλυ Ράσελ: όσο απλή φαινομενικά, τόσο ζουμερή αν αναλογιστεί κανείς πότε και που γράφτηκε (σε μια Αγγλία που το κοινωνικό θέατρο περνούσε τη χρυσή εποχή του με συγγραφείς όπως ο Μπένετ κι ο Έικμπορν). Με απλούστατα υλικά ο συγγραφέας φτάχνει ένα έργο βαθιά κοινωνικό (και σε τελική ανάλυση πολιτικό) χωρίς να στερεί τίποτα από την ελαφρότητα του κειμένου, που ρέει απολαυστικό και δροσερό επί δύο ώρες. Ταυτόχρονα όμως πλάθει και ένα έργο σχέσεων, η για να είμαστε πιο ακριβείς, σχέσης, που πηγαίνει πέρα από τα τετριμμένα του αταίριαστου έρωτα, και προχωρά στην αλληλεξάρτηση και την αλληλοβοήθεια. Η Ρίτα χρειάζεται το Φρανκ για να μάθει, αλλά κι ο Φρανκ χρειάζεται τη Ρίτα για να συνειδητοποιήσει. Κι όλα αυτά με δύο και μόνο υποκριτές που συνυπάρχουν καθ’ όλη τη διάρκεια, επί σκηνής

Γι’ αυτό παρόλο που έχουμε ένα έργο ατού που ουσιαστικά κυλάει μόνο του, απαιτεί λεπτό χειρισμό από έμπειρους και δεξιοτέχνες ηθοποιούς καθώς το κοφτερό κείμενο του Ράσελ βρίσκεται συνεχώς στα χέρια τους. Κι αυτή ακριβώς η ευκαιρία πήγε χαμένη και από τους δυο. Ο Κιμούλης στα γνωστά του. Δεν είναι κακός, αλλά ούτε και κατάφερε αυτό που θα ήταν μεγάλο κέρδος αν το πετύχαινε (και στο οποίο προφανώς στόχευε όταν επέλεξε το έργο): να πάρει δηλαδή την παράσταση πάνω του. Το έργο καλώς η κακώς είναι στημένο πάνω στη Ρίτα, ρόλος γραμμένος για ώριμη commedienne (όπως η καταπληκτική κινηματογραφική Julie Walters). Η Ρίτα είναι που προκαλεί γέλιο, η Ρίτα που προκαλεί και τη συγκίνηση. Επομένως χωρίς Ρίτα το έργο είναι απλά φάντασμα. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη είναι από την αρχή κακή επιλογή μιας και δεν ταιριάζει ούτε ηλικιακά, ούτε εμφανισιακά, αλλά ούτε κι από άποψη ιδιοσυγκρασίας με την ηρωίδα. Δεν θα ασχοληθώ με το αν είναι καλή η κακή ηθοποιός, παρόλο που είναι προφανές. Θα πω απλά οτι είναι έξω απ' τα νερά της. Φωνάζει χωρίς λόγο και κινείται στο χώρο νευρικά. Από ένα σημείο και μετά είναι αδύνατο να την παρακολουθήσεις. Η μια κοφτερή ατάκα (εκεί που μια καλή ηθοποιός θα μπορούσε να πιαστεί και να κλέψει την καρδιά του κοινού) χάνεται μετά την άλλη και το αποτέλεσμα είναι αν όχι ενοχλητικό, απλά διεκπεραιωτικό. Και φυσικά (ίσως εσκεμμένα από το σκηνοθέτη της) δεν κάνει τίποτα άλλο από το να μαιμουδίζει τη γλυκανάλατη μαθητριούλα που παίζει στην τηλεόραση. Όμως δυστυχώς η Ρίτα είναι κάτι παραπάνω. Είναι μεν μια κομεντί, προς απογοήτευση του φιλοθεάμονος αστικού κοινού της γρανίτας και της γούνας που στοχεύει τελευταία ο Κιμούλης στον πανικό του, δεν έχει όμως να κάνει με αισθηματολογίες, ούτε με τον αταίριαστο έρωτα μιας λαικής αμόρφωτης με έναν καλλιεργημένο καθηγητή. Έχει να κάνει με την αναζήτηση του εαυτού μας και της αλήθειας. Ο Πεερ Γκιντ του τόσο αγαπημένου Ίψεν του Κιμούλη δεν αναφέρεται τυχαία στο έργο. Ο σκηνοθέτης όμως προτίμησε να αναλωθεί περισσότερο στο να διανθίσει το έργο με ανούσια αισθηματικά αστειάκια και υποψίες έρωτα. Δυστυχώς όμως ο Φρανκ του Ράσελ δε ζηλεύει στη Ρίτα τα νιάτα της και το ωραίο της κορμί, αλλά τη δίψα της για το παραπέρα. Κι η Ρίτα δεν γοητεύεται από τα γκρίζα μαλλιά και τις γνώσεις του καθηγητή της, αλλά από τις πιθανές απαντήσεις για μια καλύτερη ζωή που κρύβουν όσα αυτός γνωρίζει. Καλή ευκαιρία σε μια εποχή δύσκολη, να κάνει κάποιος κοινωνικό θέατρο με ένα φαινομενικά εύπεπτο (αλλά και οικονομικό στην παρουσίασή του) μπουλβαράκι. Γιατί όμως χάθηκε έτσι;


11/11/06

Ερρίκος Δ’

Του Λουίτζι Πιραντέλλο
Εθνικό Θέατρο, Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ
Μετάφραση, διασκευή, σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος
Σκηνικά-κοστούμια:Διονύσης Φωτόπουλος
Μουσική: Στ. Σκουρόπουλου
Παίζουν: Αλέκα Παϊζη, Ν. Καραθάνος, Όλια Λαζαρίδου, Αιμίλιος Χειλάκης, Γ. Βογιατζής κ.α.

Για όσους δεν το ήξεραν, ναι, υπάρχει και δεύτερος Ερρίκος, εκτός από αυτόν του Shakespeare. Ο εν λόγω Ερρίκος, δεν διηγείται τα αποτρόπαια εγκλήματα κάποιου μονάρχη, αλλά μέλημά του έχει να περιγράψει την εμμονή ενός καθημερινού ανθρώπου με το θέατρο και τους φανταστικούς ρόλους. Ειδικά σήμερα, ο Ερρίκος IV (που έχει επισκιαστεί από το Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα/Sei personaggi in cerca d'autore) είναι εξαιρετικά επίκαιρος, αν σκεφτούμε τη σημασία της ταυτότητας. Όταν η ζωή δεν αρκεί για να δώσει τις επιθυμητές συγκινήσεις, τότε δε μένει τίποτ’ άλλο παρά το θέατρο. Το role-play γίνεται πια μέρος της ζωής μας. Τα ομαδικά παιχνίδια ρόλων έχουν την τιμητική τους, με άτομα ανεξαρτήτου ηλικίας να θέλγονται από την ιδέα ότι έστω για λίγη ώρα θα γίνουν μάγοι, πολεμιστές, ξωτικά. Αλλά και στη σεξουαλική ζωή το παίξιμο ρόλων υποτίθεται ότι είναι προσφιλής τρόπος ανανέωσης κάθε κουρασμένης σχέσης. Φαίνεται ότι μια ζωή είναι αρκετά μεγάλη για να αντέχει κανείς να είναι πάντα ο ίδιος. Όντας πάντα ο εαυτός σου, περιορίζεσαι από το παρελθόν σου, από τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι από σένα, από ηθικές ή άλλες αναστολές. Η αλλαγή ταυτότητας δίνει μια παραπάνω ελευθερία, γι’ αυτό και το καρναβάλι και το μασκάρεμα φέρνει στιγμιαία μεταβολή συμπεριφοράς ορισμένων.

Ο Πιραντέλλο πολλάκις ασχολήθηκε στο έργο του με τα επίπεδα πραγματικότητας και φαντασίας, και δημιούργησε χαρακτήρες με ρευστή και εναλλασσόμενη ταυτότητα ίσως γιατί αισθανόταν τόσο κοντά σε τέτοιες οριακές καταστάσεις λόγω προσωπικών του εμπειριών—η γυναίκα του, Αντονιέτα, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της σε άσυλο φρενοβλαβών. Ο Μαυρίκιος συνέδεσε την τρέλα του πρωταγωνιστή που νομίζει ότι είναι ο Ερρίκος IV, με την παράνοια της γυναίκας του συγγραφέα, με μια προσθήκη. Η παράσταση ενσωματώνει ένα επιπλέον πρόσωπο: τη γυναίκα του Πιραντέλλο λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή στο άσυλο.

Ο Μαυρίκιος επίσης θεώρησε σωστό να συντομεύσει τη διάρκεια του θεατρικού αφαιρώντας κομμάτια από δω κι από κει και να το παρουσιάσει χωρίς διάλειμμα. Ξέρω ότι κάποιοι ενοχλήθηκαν από αυτή την επιλογή, αλλά είχε μια κάποια σχετική σύνεση, αφού προφανώς έγινε για εξισταθμίσει το βαρύ περιεχόμενο με την οικονομία έκτασης.

Περιληπτικά, η υπόθεση έχει ως εξής: μετά από τον τραυματισμό του στο κεφάλι κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης, ο πρωταγωνιστής τρελαίνεται και ζει μέσα στο ρόλο του για τα υπόλοιπα είκοσι χρόνια. Όχι μόνο αυτός, αλλά και οι γύρω του, για να τον ευχαριστήσουν ντύνονται και φέρονται σα να ήταν χαρακτήρες του θεατρικού. Η τομή έρχεται όταν ο ανιψιός του αποφασίζει ότι πρέπει να ενεργήσει για να αποτινάξει το πέπλο που έχει ο θείος μπροστά από τα μάτια του.

Αυτό το πέπλο της παράνοιας που καλύπτει την πραγματικότητα από τα μάτια του πρωταγωνιστή αποδόθηκε στην κυριολεξία με μια ημι-διάφανη λευκή γάζα που καλύπτει τη σκηνή. Η φυλακή που μπορεί συχνά να είναι ο νους για το σώμα, κι αυτή αποδόθηκε με καταπέτασμα από λαμαρίνα που κατέβηκε απειλητικά σε συγκεκριμένη στιγμή έντασης. Δε θα μιλήσω για τη συγκλονιστική σκηνογραφική επιλογή της πρώτης σκηνής, γιατί θα το χαλάσω για όσους δεν το είδαν ήδη. Η χρήση βίντεοπροβολής είναι οργανικά δεμένη με την υφή και την ατμόσφαιρα της παράστασης και διόλου δεν έρχεται ως προσπάθεια εντυπωσιασμού, όπως συχνά έχω δει να συμβαίνει. Πραγματικά η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία είναι το ατού της παράστασης.

Όσο για τους ηθοποιούς, η βαθιά φωνή του Χειλάκη παραμένει εντυπωσιακή, η Λαζαρίδου είναι υποτονική και ο Καραθάνος ενίοτε υπερβάλλει σε μελοδραματισμό. Εντελώς αδιάφορη η νεαρή κόρη, αλλά πολύ καλά χορογραφημένοι οι άρρενες ακόλουθοι. Συγκινητικός ο Βογιατζής, να ξεφεύγει από το γνωστό του θεατρικό είδος και να ντύνεται με κοστούμια εποχής. Υποβλητική και η Παίζη, στην ολιγόλεπτη εμφάνισή της.

Η παράσταση δύναται να ταξιδέψει το θεατή και να τον ρουφήξει μέσα της, γιατί αποτελείται από τη σωστή δόση φανταστικού και πραγματικού (εννοώντας το φανταστικό ως άυλο και το πραγματικό ως απτό), ήτοι ταλέντου και budget.

3/11/06

Το τρέντυ θα σφυρίξει τρεις φορές

του Σταμάτη Φασουλή

Το νέο ότι ο Σταμάτης Φασουλής αποφάσισε να επιστρέψει στην επιθεώρηση με ξάφνιασε δίχως άλλο. Είμαι από κείνους που δεν έχουν το συγκεκριμένο είδος σε μεγάλη εκτίμηση, δικαίως, νομίζω, αφού οι εποχές της μεγάλης δόξας του έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Αυτό το ‘ανεπιστρεπτί’ σκέφτομαι τώρα να το αφήσω κατά μέρος. Βγαίνοντας από την αίθουσα του Δημήτρης Χορν, σκεφτόμουν ότι ίσως τελικά η επιθεώρηση να έκανε καλά που δεν ξεψύχησε χρόνια πριν. Στο ψυχορράγημα της αποφάσισαν να της δώσουν λίγη ακόμη πίστωση ζωής οι πιο κατάλληλοι: ο Σταμάτης Φασουλής, ο Παντελή Καναράκης(γνωστό από τις ραδιοφωνικές συχνότητες) και ο Κοσμάς Βίδος του ΒΗΜΑgazino είναι αυτοί που υπογράφουν τα επιτυχημένα κείμενα του Τρέντυ.

Η επιλογή των ηθοποιών είναι εξίσου εντυπωσιακή, με την Ελένη Καστάνη και το Γιάννη Ζουγανέλη να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Η τηλεοπτική Ρεγγίνα—κατά κόσμον Μαριάννα Τουμασάτου νομίζω ότι τελευταία έχασε τη φόρμα της στους κωμικούς ρόλους. Όσο για τα νεότερα παιδιά του θιάσου, είναι όχι μόνο χάρμα οφθαλμών, αλλά και εμφανώς ταλαντούχα.

Τα σκετσάκια της παράστασης περιλαβαίνουν κάθε μα κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής του μέσου Έλληνα. Η μανία με τους ψυχολόγους, το e-shopping, το pilates και τα υπόλοιπα must του γυμναστηρίου σκιαγραφείται με πολύ χιούμορ και φαντασία. Η αδυναμία επικοινωνίας, οι υπηρέτριες εξ αλλοδαπής, οι έξοδοι στα μπουζουξίδικα που τραγουδάει η Κρίσπα(!) και που κατεβαίνει από την οροφή στην πίστα μέσα σε ένα τεράστιο ντέφι, ακόμη και το φαινόμενο των metrosexual αντρών που βάζουν κρέμες και κάνουν χαλάουα δεν άφησαν το Φασουλή και την παρέα του αδιάφορους. Υπερτονίζοντας εικόνες της καθημερινότητας κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα patchwork από χαρακτήρες που ζουν στην εποχή του trendy και θέλουν να βγουν ασπροπρόσωποι, όποια ηλικία κι αν έχουν.

Οι μουσικές επιλογές προσδίδουν κι άλλο κωμικό τόνο στην ήδη χαρούμενη ατμόσφαιρα: ακούμε τη Μισιρλού σε κάθε γνωστή εκδοχή, σουξέ της εποχής (Sex, Ελλάδα συγγνώμη, Ζιγκολό κτλ), αλλά και ήχους πιο παλιούς( Περιμπανού, Ζαβαρακατρανέμια, Οι θαλασσιές οι χάντρες κτλ). Το σίγουρο είναι ότι η μουσική ξεσήκωνε το κοινό, που αποτελούνταν κυρίως από μεσήλικες και πάνω δεόντως. (κι όμως, η παράσταση είναι αρκούντως νεανική.) Οι εύστοχοι στίχοι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου (και σ’ αγαπούτσα, και σ’αγαπούτσα...) μας κάνουν να ξεκαρδιζόμαστε.

Οι καλύτερες στιγμές της παράστασης: Η Καστάνη να παραμιλάει για πολύχρωμα πλαστικά πέη στο σαλόνι της και ο Ζουγανέλης ντυμένος frontman σε γκρουπ μεταλλάδων να τραγουδάει fuck, fuck φακές!

Μια τελευταία μνεία στο Φασουλή. Που ό,τι κάνει, το κάνει καλά. Σκηνοθετεί, παίζει, γράφει. Κρίμα που τόσα χρόνια δεν καταδέχεται να κάνει κινηματογράφο. Νομίζω ότι θα τα πήγαινε περίφημα...

Κείμενα: Σταμάτης Φασουλής, Κωνσταντίνος Βίδος, Βαγγέλης Νάσης, Παντελής Καναράκης
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική-μουσική επιμέλεια: Γιάννης Ζουγανέλης
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Χορογραφίες: Δημήτρης Παπάζογλου
Παίζουν: Σταμάτης Φασουλής, Ελένη Καστάνη, Γιάννης Ζουγανέλης, Μαριάννα Τουμασάτου, Σταύρος Νικολαϊδης, Ναταλία Λιονάκη, Όθων Μεταξάς, Μαριάννα Πολυχρονίδη, Δημήτρης Τσέλιος, Έφη Παπαθεοδώρου κ.α.


Θέατρο Δημήτρης Χορν
Αμερικής 10, 210-361250