Σελίδες

30/4/07

Όταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα

του Haruki Murakami

Ο Haruki Murakami είναι από τους πιο εμπνευσμένους γιαπωνέζους συγγραφείς, με την έντονα περιγραφική και χιουμοριστική γραφή του να μοχθεί τόσο να πεταχτεί από το χαρτί και να λάβει δική της υπόσταση, που πολλοί δεν άντεξαν να μην ζωντανέψουν τις εικόνες που βρίσκουν στις σελίδες του. (το καλύτερο by far παράδειγμα είναι η ασύγκριτη ταινία του Jun Ichikawa Tony Takitany, που φυσικά δε συγκίνησε κανένα ντόπιο διανομέα). Ένας από αυτούς τους ονειροπαρμένους, που προσπαθούν με τα μέσα μιας performance να αναπλάσουν τον κόσμο του Murakami ενώπιόν μας είναι και η Γεωργία Μαυραγάνη.

Το διήγημα On Seeing the 100% Perfect Girl One Beautiful April Morning περιλαμβάνεται στο βιβλίο The Elephant Vanishes -O Ελέφαντας εξαφανίζεται και παρακολουθεί την πορεία ενός μοναχικού άντρα που είναι σίγουρος πως συναντά την ιδανική, την αφήνει όμως να φύγει. Κι ύστερα πέφτει σε συλλογισμούς σχετικά με το πως θα μπορούσε να την προσεγγίσει, αν όντως ήταν αυτή η ιδανική, αν υπάρχει τελικά το ιδανικό. Στα μονοπάτια του νου τον συνοδεύει η εικόνα του ιδανικού κοριτσιού, πλην όμως με σάρκα και οστά(και τι σάρκα...)

Με χώρο που δέχεται τους επισκέπτες στο ρευστό κόσμο της το Φουαγιέ του Επί Κολωνώ και με ηθοποιούς τόσο έγκυρους πια σ’ αυτό που κάνουν, όπως η Βάσω Καβαλιεράτου (την είχαμε ήδη σταμπάρει στο Εκεί εκεί στην Κόλαση, τη στάμπαραν κι άλλοι στις Ώρες Κοινής Ησυχίας) η Μαυραγάνη έστησε ένα σαρανταπεντάλεπτο χάσιμο από το εδώ και τώρα. Έδωσε βάρος στη μουσική, γιατί και ο ίδιος ο Murakami έγραψε πάρα πολλές σελίδες του μέσα σε ένα μπαρ, και οι τίτλοι των βιβλίων του που είναι συχνά τίτλοι τραγουδιών επιβεβαιώνουν τη μανία του. Έδωσε πολύβουη ταυτότητα στο χώρο που κινείται ο ήρωας, βάζοντάς τον ανάμεσα στο διάσπαρτο κοινό που πίνει το ποτό του στο φουαγιέ, στο οποίο συχνά απευθύνει το λόγο και στο τέλος τους μοιράζει ραβασάκι.

Ίσως οι ηθοποιοί να παραπέμπουν λίγο σε ασιάτες ή έστω το design σκηνικό και τα προχωρημένα ενδύματα, αλλά πάλι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Κάτι επιπλέον που προσεγγίζει την ονειρική ατμόσφαιρα του συγγραφέα τα χαλαρά δομημένα διαχωριστικά όρια του πριν και του μετά, που σχεδόν μας αφήνουν να αναρωτιόμαστε αν η performance έχει ήδη αρχίσει και αν όντως έφτασε στο τέλος της. Με εναρκτήριο διαπληκτισμό εμπνευσμένο από το Invisible Theatre του Augusto Boal και το τέλος να αντηχεί οπτιμιστικά συνθήματα για αναπτέρωση του ηθικού των θλιμμένων, μένει κανείς με την αίσθηση ότι θα θελε λίγο ακόμη από αυτή-- την τόσο κοινή στη ραχοκοκκαλιά της-- ιστορία για την αναζήτηση της τέλειας σχέσης.

Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη
Βοηθός σκηνοθέτη: Αντιγόνη Γαϊτανά
Μουσική: Μάνος Ροβίθης
Παίζουν: Αντώνης Ντουράκης, Βάσω Καβαλιεράτου

Θέατρο Επί Κολωνώ
, Φουαγιέ
Ναυπλίου 12, γέφυρα Λένορμαν, Κολωνός, 210-5138067

23/4/07

Τελευταίες παραστάσεις

Δεύτε, λάβετε φως, γιατί οι εναπομείνασες παραστάσεις της χειμερινής σαιζόν τελειώνουν οριστικά στις 29 Απριλίου. Φτωχότερη η Αθήνα χωρίς τις αμέτρητες θεατρικές σκηνές της, πλουσιότερη όμως σε διασκεδάσεις...εύκρατου κλίματος.

Μέχρι την τελευταία Κυριακή του Απρίλη, λοιπόν, προλαβαίνετε μερικές από τις αγαπημένες παραστάσεις του χειμώνα. Πιο συγκεκριμένα έχετε την τελευταία ευκαιρία να δείτε: Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ με την Άννα Βαγενά στο θέατρο Μεταξουργείο, Η Τέχνη του Κυρίου Χάαρμαν σε σκηνοθεσία Μπέττυς Αρβανίτη, Ραδιο-φόνοι με το δίδυμο ΡάντουΧαραλαμπόπουλος. Αν αγαπάτε τις μουσικές παραστάσεις γέλια-και-χαρές μη χάσετε την Τσινετσιτά και τους Ήρωες. Για κάτι πιο εναλλακτικό και αίσθηση πριβέ θέασης προτιμήστε η Προσπερίνα και ο Ναύτης.

Η επιλογή του blog πάντως, ίσως και για λόγους extra συμπάθειας στο Γιώργο Μιχαλακόπουλο, είναι το Ντα. Μια παράσταση ημι-αυτοβιογραφική, όπου ο βραβευμένος με Tony Award Hugh Leonard περιγράφει με τη χαρισματική πένα του παιδικές και νεανικές ιστορίες, έτσι όπως έρχονται ανάκατα στο μυαλό ενός επιτυχημένου πλέον θεατρικού συγγραφέα ύστερα από τον ενταφιασμό του αγαπημένου του θετού πατέρα Da (Daddy). Ο Μιχαλακόπουλος, (ή αλλιώς γεμάτος οίστρο ποιητής που απήγγειλε «Μαύρα κοράκια, άσπρα κοράκια») δεν έχει χάσει καθόλου τη ζωντάνια και την επαφή με το χιούμορ. Στο Ντα, εκτός από τον πρωταγωνιστικό ομώνυμο ρόλο του τσαχπίνη και καλοκάγαθου κηπουρού, έχει επίσης επωμιστεί και αυτόν του σκηνοθέτη-θιασάρχη και δύσκολα διακρίνουμε που τα καταφέρνει καλύτερα.

19/4/07

Liebestod

της ομάδας ΟΠΕRA

Liebe στα γερμανικά σημαίνει έρωτας. Tod σημαίνει θάνατος. Με το θάνατο από έρωτα λοιπόν και όχι με μια ιστορία για την Ιουλιέτα και το Ρωμαίο ( τι αοριστία κι αυτή) ασχολείται η εν λόγω παράσταση. Που μας κάνει σίγουρα να διασκεδάσουμε με τα ανακυκλώσιμα υλικά της και να σκεφτούμε ότι το χαρτόκουτο –από δεκάδες τέτοια αποτελείται το μερικώς αποσπώμενο σκηνικό της— έχει τρελή πέραση φέτος όπως και το μουσικό θέατρο.

Η ομάδα ΟΠΕRΑ όμως ασχολήθηκε κατεξοχήν με το μουσικό θέατρο, προτού το αποτολμήσουν κάποιοι άλλοι. Η εξαιρετική πρώτη τους παράσταση, οι μολιερικές Σοφολογιότατες σε ένα θέατρο χαμένο κάπου στη Συγγρού (Ανάλια το λεγαν, θυμάμαι, και πληρώναμε τότε ακόμα με δραχμές) είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις. Την ίδια γραμμή στα κοστούμια με έντονη προσωπικότητα και στις παραμυθένιες μελωδίες ακολουθούν ακόμα, το έχουν όμως σαφώς ρίξει λίγο στο μεταμοντέρνο. Κάτι καθόλου κακό εκ πρώτης όψεως (το ίδιο κάνουν μιλιούνια θεατρικά σχήματα φέτος) αλλά η μαζικότητα ακριβώς του φαινομένου ακυρώνει εκ των πραγμάτων την πρωτοπορία του.

Μένουμε τελικά, με το δραματουργικά επεξεργασμένο με κωμική διάθεση Romeo+Juliet • με ευχάριστη κίνηση και χορογραφία, με αποσπασματική και εγκιβωτισμένη διήγηση και συναρπαστικές μελωδίες• επίσης, με διάφορα επιστημονικά πορίσματα περί ντοπαμίνης και άλλων χημικών ουσιών που εκκρίνονται στον οργανισμό όταν αυτός ερωτεύεται ή απορρίπτεται• το σημαντικότερο, με τα πολύ επαγγελματικά και με γοητευτικούς πρωταγωνιστές βίντεο του Στάθη Αθανασίου που στέκονται άνετα από μόνα τους (εδώ χάνονται κάπως μέσα στην αργοκίνητη ατμόσφαιρα).

Οι χιπ-χοπ επιρροές των κοστουμιών και η χρήση του υλικού συσκευασίας με blister (θαύμα είναι πως δεν πήδηξε κανείς ν’αρπάξει ένα κομμάτι για ν’ αρχίσει να σπάει φουσκίτσες) δεν κατάφεραν να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος. Και δεν τα λέω μόνο εγώ αυτά, τα λέει και το καλόγνωμο κοινό της χτεσινής πρεμιέρας —γιατί, όταν τρεις θεατές σε διαφορετική μεριά του θεάτρου βγάζουν ταυτόχρονα το κινητό τους για να ελέγξουν την ώρα, ε, τότε, σίγουρα, κάτι τρέχει.

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Αμπαζής
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής, Σταύρος Γασπαράτος, Αλέξανδρος Τσιλφίδης
Χορογραφία - Κίνηση: Μαριέλα Νέστορα
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Δραματολόγος: Έλσα Ανδριανού
Ταινία: Στάθης Αθανασίου
Παίζουν: Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Δανάη Σαριδάκη, Κωστής Κορωναίος, Νέστωρ Κοψιδάς

Δραματουργική σύνθεση της Ομάδας ΟΠΕRA

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας - Α' Σκηνή
Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, 210-8838727

17/4/07

Αντιγόνη

του Σοφοκλή

Ο μύθος της Αντιγόνης είναι γνωστός σε όλους. Μπλεγμένη ανάμεσα στο θεϊκό και τον ανθρώπινο νόμο, η ενάρετη κόρη προτίμησε τον πρώτο, που τελικά έφερε το θάνατό της. Μην ακολουθώντας τις υποδείξεις της φρόνιμης αδερφής της, αποφάσισε να θάψει τον αδερφό της, το κουφάρι του οποίου ο Κρέοντας είχε καταδικάσει να φαγωθεί από τα όρνια. Το κείμενο της Αντιγόνης είναι ιδιαίτερα αγαπητό, ιδιαίτερα σε όσους το διδάχτηκαν στίχο προς στίχο στα μαθητικά τους χρόνια. Για αυτούς τους γνώστες του αρχαίου κειμένου, η παράσταση αποτελεί δίχως υπερβολή μια αποκάλυψη, όσο και μοναδική εμπειρία για τους υπόλοιπους που εκτιμούν τον πειραματισμό και τη μουσικότητα του αρχαίου θεάτρου.

Η ερευνητική αυτή παράσταση βασίζεται στην αρχαία μετρική και την μουσική εκφορά του λόγου του Σοφοκλή και γεφυρώνει το τότε με το τώρα με την εμβόλιμη χρήση παραδοσιακών τραγουδιών. Φυσικά, για να μην χάνει κανείς τη ροή του μύθου, υπάρχουν κομμάτια μεταφρασμένα στην νεοελληνική, που συνοψίζουν τη δράση.

Σε μια απλή κόκκινη εξέδρα και μέσα στο πετρόχτιστο φουαγιέ του θεάτρου οι θεατές κρατούν την ανάσα τους παρακολουθώντας τον Άρη Μπινιάρη να υποδύεται όλους τους ρόλους του δράματος με τις ημι-στατικές πόζες του συχνά να παραπέμπουν σε ήρωες της πλαστικής γλυπτικής. Η αυτοπειθαρχία του ηθοποιού είναι μοναδική και τη σωματική ένταση μαρτυρούν όχι μόνο οι φουσκωμένοι μυς κάτω από το συμβολικά λευκό ένδυμα, αλλά και οι στάλες ιδρώτα που κάποια στιγμή ακούγονται κι όλας να πέφτουν στην εξέδρα. Με φωνή άλλοτε θαρραλέα, άλλοτε υποτακτική, δύσθυμη, αγέρωχη, γεροντική και με σώμα που καμπουριάζει, τεντώνεται, συστρέφεται, δίνει ζωή στην Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Κρέοντα, το Μάντη Τειρεσία, τον Αίμωνα. Η σύζευξη της μουσικής εκτέλεσης και της σωματικής απόδοσης των ρόλων είναι μοναδική. Η Σμαρώ Γρηγοριάδου παίζει τουμπελέκι, κιθάρα και άλλα περίεργα κρουστά και συμπράττει στα φωνητικά μέρη για ένα φορτισμένο αποτέλεσμα μέσα στον απόκοσμο φωτισμό που δίνει πίσω την ταυτότητα του δράματος ως μουσικό δρώμενο.

Ο Γιώργος Μπινιάρης δραστηριοποιείται χρόνια στον τομέα του Θεάτρου στην Εκπαίδευση, γι’ αυτό και η παράσταση προσφέρεται και για μαθητικές παραστάσεις στους νέους που τώρα διδάσκονται το κείμενο του Σοφοκλή. Το καλοκαίρι η παράσταση θα λάβει μέρος σε διεθνείς συναντήσεις για το αρχαίο δράμα και θα επανέλθει σε νέο θεατρικό χώρο από Σεπτέμβριο.

Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Μουσική έρευνα, σύνθεση, διδασκαλία: Σμαρώ Χ. Γρηγοριάδου
Θεατρική ανάπτυξη: Άρης Μπινιάρης
Φωτισμοί: Γιάννης Κανάκης
Εικαστική Επιμέλεια: Μαρία Χανιωτάκη
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιώργος Π. Μπινιάρης
Παίζουν: Άρης Μπινιάρης, Σμαρώ Χ. Γρηγοριάδου

Θεατρική Εταιρεία Αντίλαλοι

Θέατρο Χυτήριο
Ιερά Οδός 44, 210-3412313

16/4/07

Βρέχει Μωρά!

Του Χάρη Γεωργιάδη

Μια κωμωδία σημερινού παραλογισμού ονομάζει ο νέος συγγραφέας το κάπως αδύναμο θεατρικό του. Και ενώ η συνάντηση δυο ζευγαριών που μεταξύ τύρου και αχλαδίου βγάζουν τα άπλυτά τους στη φόρα ( μια σκηνή από το μπεργκμανικό Σκηνές από ένα Γάμο) ως θέμα αποτελεί στέρεη βάση για περαιτέρω εκμετάλλευση, ο Γεωργιάδης επιλέγει να στραφεί προς μια τηλεοπτική και κάπως επιθεωρησιακή προσέγγιση του υλικού του. Οι χιουμοριστικές ατάκες είναι ατάκτως εριμμένες και δεν προκαλούν όλες το γέλωτα, ενώ οι ηθοποιοί, των οποίων το παίξιμο θα ανέβαζε σίγουρα την παράσταση, δεν βοηθούν ιδιαίτερα. Ενώ ο ρεαλισμός ήταν ο σκοπός, η εξωστρεφής και σχηματική υποκριτική επιλογή δίνει το αντίθετο αποτέλεσμα, αφού η μικρή σκηνή καταλήγει να μας θυμίζει τρελοκομείο, αδικαιολόγητο ξέσπασμα χωρίς βάθος και αλήθεια.

Η Μαρία Βρεττού ξεχώρισε, προσπαθώντας να δώσει πραγματική υπόσταση στο ρόλο της αφοσιωμένης μητέρας, όπως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης-συγγραφέας που ήταν ένας εκ των πρωταγωνιστών. Λογικό να χαθεί λιγάκι μέσα στον ασύμφορο όγκο των υποχρεώσεων της παράστασης. Αυτό που σίγουρα κατάφερε η παράσταση είναι να είναι όντως ακατάλληλη κάτω των 13 (μοιράζουν και προφυλακτικά στην είσοδο) και να έχει ένα από τα πιο διασκεδαστικά twists που έχω δει ποτέ στο τέλος. Ανταμειφθήκαμε τουλάχιστον ένα λεπτό πριν πέσει η αυλαία, όπως φυσικά και μόλις αντικρίσαμε το καφετί σκηνικό φτιαγμένο από χαρτόκουτα (αγαπημένο υλικό) και μια κούκλα-μανεκέν να κάθεται σε μια παρδαλά βαμμένη καρέκλα.

(Να σημειώσω ότι η είσοδος είναι ελεύθερη και η παράσταση θα παίζεται λίγες μόνο μέρες ακόμα)

Σκηνοθεσία: Χάρης Γεωργιάδης
Σκηνικά - Κοστούμια: Ρούλα Γιορδαμνή
Μουσική Επιμέλεια: Χάρης Γεωργιάδης
Χορογραφία: Βένια Ανδρέου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ηρώ Καρρά
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Φραντζέσκα Δημητριάδου, Κων/νος Ραβνιωτόπουλος, Μαρία Βρεττού, Χάρης Γεωργιάδης, Βένια Ανδρέου, Ηρώ Καρρά

Από τη Θεατρική ομάδα Διά-θεσις

Θέατρο Έναστρον
Μπουμπουλίνας και Δεληγιάννη 19, Εξάρχεια, 210 - 8254333

13/4/07

Εν θερμώ

Των Λευτέρη Παπαδόπουλου και Ράιας Μουζενίδου


«Η Μαρία Χ. Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια κάθειρξη για φόνο εκ προ μελέτης». Ένα στεγνό δεδομένο όπως αυτό, στον αντίποδα μιας συγκινησιακής παράστασης, είναι η κατακλείδα και η άδικη καταδικαστική απόφαση ενός αντρικού, αναμφίβολα, δικαστηρίου που καθ’ όλη του τη διάρκεια το έντονα φεμινιστικό θεατρικό μάχεται να ανατρέψει. Η δολοφονική πράξη δεν ήταν αποτέλεσμα σχεδίου, υποστηρίζει, αλλά ένα ξέσπασμα της γυναικείας συγκατάβασης και υπομονής στην αντρική παντοδυναμία και υπεροψία, κρίνοντας τουλάχιστον από όσα η κατηγορούμενη διηγήθηκε στους συγγραφείς, τα οποία και παρακολουθούμε δραματοποιημένα.

Η λαϊκή καταγωγή της Μαρίας, η απουσία μόρφωσης, η αδυναμία να τα βγάλει πέρα στη ζωή δίχως το (φαινομενικά μόνο) στήριγμα ενός άντρα υπερτονίζεται και δίνει ένα γυναικείο χαρακτήρα δύσκολο να αποσπαστεί από την εποχή του. Από την άλλη, είναι δυνατόν να ιδωθεί από μια πιο α- ή και δια-χρονική σκοπιά, εφόσον η γυναίκα σε αρκετές κοινωνίες δεν χαίρει καλύτερου status από αυτό που περιγράφει το θεατρικό. Εδώ, η πρωταγωνίστρια γίνεται καταρχήν αντικείμενο αγοραπωλησίας όπως ακριβώς ένα θρεφτάρι, στη συνέχεια ανακαλύπτει πως η χρησιμότητά της περιορίζεται στο να αποτελεί μηχανή σεξ και μηχανή που γεννοβολάει, αλλά και πάλι δε βάζει μυαλό. Συνεχίζει να ασχολείται με τους άντρες, μέχρι που να τη φτάσουν στα όριά της και να ξεκάνει τον τελευταίο τυχερό, την ώρα που διάβαινε το κατώφλι με σκοπό να την εγκαταλείψει.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος προσέγγισε το λόγο κατά τέτοιο τρόπο συνδυάζοντας στοιχεία που αποκαλύπτουν τη ζωή στη Θεσσαλονίκη και στα πέριξ, όπως τον τρόπο ομιλίας των χαρακτήρων, τη χρήση παραδοσιακών τραγουδιών δίνοντας έτσι ζωντάνια και φρεσκάδα στο έργο. Μια πιο σύντομη εκδοχή ίσως να λειτουργούσε καλύτερα, όπως και να έχει όμως τα πολύχρωμα κοστούμια, η εξαιρετική κίνηση και οι καλές ερμηνείες των νεότατων ηθοποιών δίνουν ένα άρτιο και φορτισμένο ψυχολογικά θέαμα.

Η λαϊκή θυμοσοφία πάλι, έχει βαλθεί να εξηγήσει (στη ζωή και στο θεατρικό) την αιτία της αρσενικής εξουσίας: «Τον άντρα να τον τρέμετε, γιατί έχει κάτι που κρέμεται» είναι ο καλύτερος όσο και άκομψος αστεϊσμός που άκουσα. Ο φαλλός ως αρχικό σύμβολο γονιμότητας έχει γίνει πια παντοτινό σύμβολο αλόγιστης εξουσίας και είναι τελικά το μόνο που οι γυναίκες δε θα καταφέρουν ποτέ να έχουν. Πάντως, σίγουρα η μόρφωση μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά, όπως και η ίδια η πρωταγωνίστρια επαναλαμβάνει συνεχώς: αν κατείχε ένα επάγγελμα, «δε θα είχε ανάγκη από κανένα κερατά». Ίσως αυτά να φαίνονται κάπως γραφικά στη μοντέρνα γυναίκα, πάντως η Ράια Μουζενίδου επέλεξε το θέμα κατ' εμέ εύστοχα, έστω και ως φόρος τιμής στις γιαγιάδες και προγιαγιάδες μας που καταπιέστηκαν χωρίς ποτέ να έχουν τη χαρά να πάρουν το αίμα τους πίσω.

Είναι αναζωογονητικό, εντέλει, να παρακολουθεί κανείς έναν κόσμο που έχει παρέλθει προ πολλού (οι σημερινές γυναίκες έχουν τουλάχιστον κάποια παραπάνω προνόμια), πόσo μάλλον σε έναν ατέλειωτο σκηνικό χώρο με εξαιρετική οροφή και σε ένα κτίριο που καυχιέται πως κάποτε ήταν βιοτεχνία μακαρονιών. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε δένουν σφιχτά στα δίχτυα τους.

Σκηνοθεσία: Ράια Μουζενίδου
Μουσική: Γιώργου Τσαγκάρη
Παίζουν: Όθων Καλαβρυτινός, Νατάσα Κρητικού, Ράια Μουζενίδου, Χρήστος Συρμακέζης, Τζούλη Τσόλκα

Θέατρο Δίπυλον

Καλογήρου Σαμουήλ και Διπύλου, Ψυρρή, 210-3229771