Σελίδες

30/1/07

Ο Νίκος Κούρκουλος δε μένει πια εδώ

Σήμερα το πρωί ο Νίκος Κούρκουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου από το 1994, έφυγε από τη ζωή, μετά από πολύχρονη μάχη με την επάρατη νόσο. Ο Νίκος Κούρκουλος —από τις πιο γοητευτικές προσωπικότητες που πέρασαν από τις κινηματογραφικές οθόνες και τις θεατρικές ράμπες— γεννήθηκε το 1934 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη γειτονιά του Ζωγράφου και ασχολήθηκε αρχικά με τον αθλητισμό, ώσπου να ανακαλύψει το θέατρο. «Εγώ "συναντήθηκα" με το θέατρο διαβάζοντας κάποια βιβλία που έπεσαν τυχαία στα χέρια μου. Δεν είχα πάει ποτέ στο θέατρο ως παιδί. Ούτε οι γονείς μου είχαν πάει, γιατί δεν τους έμενε καιρός από τον αγώνα της επιβίωσης που λέγαμε πριν», είχε πει σε συνέντευξή του στο Θανάση Λάλα.

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο δίπλα στο Δημήτρης Χορν και την Ελλη Λαμπέτη στην Κυρία με τις καμέλιες. Στη συνέχεια, μια από αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες που νομίζουμε ότι τις βλέπουμε μόνο στις ταινίες τον έφερε στο προσκήνιο: ο πρωταγωνιστής της παράστασης αρρωσταίνει στο τέλος της πρώτης πράξης. Οι δυο Σαββατιάτικες παραστάσεις είναι αδύνατο να ακυρωθούν. Ο νεαρός Κούρκουλος—που κανονικά δεν είχε παρά μόνο μια ατάκα—είναι ο μόνος που ξέρει το ρόλο απέξω. Συμπτωματικά, ο Τερζάκης βρίσκεται ανάμεσα στο κοινό και γράφει την πρώτη εγκωμιαστική κριτική για το νέο ηθοποιό. Ύστερα ήρθε ο Φίνος και η Κοινωνία Ώρα Μηδέν και όλα μπήκαν στο σωστό δρόμο.

Έχει πρωταγωνιστήσει σε 40 περίπου κινηματογραφικές ταινίες, σε έργα αρχαίου, κλασικού και μοντέρνου ρεπερτορίου, αλλά τα τελευταία χρόνια είχε αφοσιωθεί στο όραμά του για το Εθνικό Θέατρο. Το άνοιγμα του Εθνικού προς το εξωτερικό, οι πολυάριθμες σκηνές του, η αναβάθμιση της Δραματικής Σχολής του, καθώς και η υπογραφή της σύμβασης για την κτιριακή αποκατάσταση του ιστορικού οικοδομήματος του Τσίλερ στην Αγίου Κωνσταντίνου οφείλονται σε δικές του δυναμικές κινήσεις.

29/1/07

Ο Πελεκάνος

Του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ

Σκηνοθεσία: Νίκου Μαστοράκη
Μετάφραση: Μαργαρίτας Μέλμπεργκ
Σκηνικά-κοστούμια: Εύας Μανιδάκη
Φωτισμοί: Κατερίνας Μαραγκουδάκη.
Παίζουν: Γιώργος Πυρπασόπουλος, Εύη Σαουλίδου, Αργύρης Ξάφης, Ελένη Κοκκίδου.

Θέατρο του Νότου/Αμόρε-Εξώστης

Ο Strindberg ως ολίγον διαταραγμένη προσωπικότητα και ελαφρά μισογύνης, εμπνεύστηκε συχνά από τον πόλεμο των φύλων--που ακόμη μαίνεται ολούθε γύρω μας. Ο Πελεκάνος/The Pelican(1907) έχει παρόμοιο feeling και ανήκει σε μια σειρά θεατρικών έργων δωματίου που έγραψε μέσα σε μια δίνη αισθημάτων μίσους και πάθους εκείνη την αποφράδα χρονιά του '07. Προσωπικά ξεχωρίζω κυρίως τη Σονάτα των Φαντασμάτων και την Καταιγίδα, αλλά όλα χαρακτηρίζονται από υποβόσκουσα και σταδιακά αυξανόμενη ένταση που καταλήγει σε ξέσπασμα.(Δείτε και μόνοι σας)

Η Φιλαρέτη Κομνηνού είναι μοναδική στο να υποδύεται ηρωίδες του Στρίντμπεργκ, αυτό τουλάχιστον το ξέρω, αλλά αν η Σαουλίδου είναι εξίσου καλή, δυστυχώς δε θα καταφέρω σύντομα να μάθω. Καθόλου σύντομα, αφού η τακτική του Αμόρε φαίνεται να είναι αρκούντως εχθρική στους ταπεινούς πλην τίμιους κατόχους ατέλειας—λες και έχει ανάγκη δλδ ειδικά τα δικά μας ευρώ για να πάει μπροστά. Ύστερα από χίλιες βόλτες με ταξί στους δρόμους της μεταμεσονύχτιας Αθήνας Παρασκευή βράδυ, κανένας από τους δύο απεσταλμένους μας( ένας εκ των οποίων εγώ) δεν κατάφερε να πείσει τη στραβωμένη ταμία να του δώσει το μαγικό χαρτάκι που θα του επέτρεπε να ανέβει τη βαριά δρύινη σκάλα για να δει την τόσο, μα τόσο πια sold-out παράσταση.

Έρχονται ενίοτε κάτι μαύρες μέρες, που ξαναθυμάμαι ότι η τέχνη σχετίζεται πιο άμεσα με το χρήμα απ’ όσο θέλω να πιστεύω. Και αυτό με πληγώνει αφάνταστα. Κρίμα που το Αμόρε πια θα με ξινίζει εξαιτίας της ανωτέρω συνειρμικής διαδικασίας.

27/1/07

Πως να κλέψετε τους κληρονόμους σας

Του Sir Alan Ayckbourn

Μετάφραση- Σκηνοθεσία: Βασίλης Τσιβιλίκας
Σκηνικά–Κοστούμια: Δέσποινα Βολίδη
Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης
Παίζουν: Βασίλης Τσιβιλίκας, Άριελ Κωνσταντινίδη, Κοσμάς Ζαχάρωφ, Ζωζώ Σάρπα, Τρύφων Καρατζάς, Οδυσσέας Σταμούλης κ.α.



Το θεατρικό Tons of Money μετράει αρκετά χρόνια ζωής, όσο κι αν εμείς το βλέπουμε για πρώτη φορά. Πρωτογράφτηκε το ΄20 και ο Ayckbourn στην ουσία απλώς το μετέφερε σε πιο σύγχρονη εποχή το 1985, στη μορφή περίπου που το παρουσιάζει ο Τσιβιλίκας στο Περοκέ. Και επειδή το Περοκέ είναι κλασική αξία στο χώρο του (παρακμιακού) θεάματος, κι επειδή κάθε άνθρωπος του θεάματος που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να ξέρει τι εστί (ανακαινισμένο) Περοκέ, βρεθήκαμε κι εμείς εκεί για να σας πούμε τι είδαμε.

Είδαμε καταρχήν να συρρέει κοινό Μπουρναζίου και περιχώρων—όχι ότι έχουμε κάτι με το λαουτζίκο, αλλά λίγο επίπεδο δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. Τον Τσιβιλίκα ορθώς τον τιμούν βέβαια, γιατί έχει ένα class, όχι σαν τη λέρα το Σεφερλή. Είδαμε επίσης ότι το θέατρο ήταν cosy και υπερβολικά ζεστό—επιτέλους και κάποιος που δεν τσιγκουνεύεται το πετρέλαιο.

Επί της ουσίας τώρα: το Πως να κλέψετε τους κληρονόμους σας είναι μια φάρσα που παρακολουθεί την προσπάθεια ενός σπάταλου ζευγαριού που ζει πνιγμένο στα χρέη να ξελασπώσει, κρατώντας όλο το ποσόν μιας απρόσμενης κληρονομιάς, χωρίς να δώσει τίποτα στους δανειστές του. Απίθανες μεταμφιέσεις, μπλεξίματα και ανατροπές πάνε χέρι-χέρι με σωματικά και λεκτικά γκαγκς, κυρίως από τον πρωταγωνιστή. Η Άριελ ως σύζυγος του κληρονόμου-Τσιβιλίκα ήταν άχρωμη και στεγνή, καθώς και οι πιο πολλοί από τους υπόλοιπους, λιγότερο ο Ζαχάρωφ. Πάντα συμβαίνει δίπλα σε κάποιον καλό ηθοποιό(έστω με μανιέρα, κάτι σύνηθες όμως στην κωμωδία), οι μέτριοι ή κακοί να φαίνονται κρύοι και κάκιστοι. Η παράσταση έκανε κοιλιά πάνω από μία φορά, αλλά έβγαζε σχετικό γέλιο όχι μόνο χάρη στην παρουσία του Τσιβιλίκα, αλλά και χάρη στο καλογραμμένο και καλομεταφρασμένο κείμενο. Η σκηνοθεσία ήταν formulaic, είχε όμως τρελές στιγμές γέλιου, που ταυτίζονταν κυρίως με τις ξαφνικές εισόδους του πρωταγωνιστή. Πρώτα ο Τσιβιλίκας να κρέμεται μπαρουτοκαπνισμένος από το ταβάνι, μετά πάλι ο Τσιβιλίκας να εισβάλει με σομπρέρο ως Μεξικάνος ξάδερφος και να τραγουδάει Baila morena, στη συνέχεια να εμφανίζεται ντυμένος με περικοκλάδες, επειδή έχασε τα ρούχα του στο ποτάμι, και ακόμη πιο μετά ντυμένος μοναχός που έχει κοιλιά από την πολλή νηστεία.

Όπερ ειπείν, αν δεν υπήρχε και ο Τσιβιλίκας να συνδιαλέγεται με άκρα φυσικότητα πετώντας γελοίες ατάκες τύπου: -Και πως ξεχωρίζουμε τα θηλυκά από τα αρσενικά λιοντάρια; -Τα θηλυκά...βάφουν τα νύχια τους, ούτε εμείς, ούτε κανείς άλλος θα πατούσε σ’ αυτή την παράσταση.

25/1/07

Ο Στράτος Τζώρτζογλου και ο Λευκός Πύργος


Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αποφάσισε να βγάλει από τη φορμόλη όλους τους παλιούς ζεν πρεμιέ και μάλιστα σε ρόλους-πρόκληση. Βέβαια, ίσως αυτό να ζητάει και το φιλότεχνο κοινό της συμπρωτεύουσας, που δεν ακολουθεί κατά πόδας τις ραγδαίες εξελίξεις στο χώρο. Μάλλον όμως φταίνε αυτοί που αφήνουν το κοινό εκεί πάνω σε τέτοια βαθιά σκοτάδια.

Ύστερα από την εκθαμβωτική παρουσία του Απόστολου Γκλέτσου ως Όμπερον στο Όνειρο Θερινής Νύχτας του Σαίξπηρ, έρχεται τώρα η σειρά του Στράτου Τζώρτζογλου να επιδείξει το στιβαρό υποκριτικό του ταλέντο στον Επιθεωρητή του Νικολάι Γκόγλολ, φυσικά στον ομώνυμο ρόλο. Αναμφισβήτητα ο Βασίλης Νικολαΐδης θα κάνει ό,τι μπορεί για το ευτυχές αποτέλεσμα, δεν είναι όμως και θεός, άρα το θαύμα δυστυχώς αποκλείεται εκ των προτέρων. Η πρώτη παράσταση θα δοθεί αισίως στις 8 Φεβρουαρίου στη Μονή Λαζαριστών, στην αίθουσα Σωκράτης Καραντινός και τουλάχιστον θα υπάρχει ο εξαιρετικός Κώστας Σαντάς για να ξελασπώσει. Που παρεπιπτόντως, ποιος ξέρει τι πίκρα θα αισθάνθηκε που βρίσκεται άπ’ τη μια σαιζόν στην άλλη από τα ανώγια στα κατώγια...

Εγώ θα ευχηθώ ό,τι καλύτερο στη νέα παράσταση και θα φροντίσω να την δω για να επιβεβαιώσω τα όποια ψυχανεμίσματα—και σε περίπτωση που κάνω λάθος θα σπεύσω να επανορθώσω, γιατί ο δογματισμός μου ανακατεύει τα σωθικά.

21/1/07

Μαυροπούλι

Του Ντέιβιντ Χάροουερ

Μετάφραση: Λευτέρης Γιοβανίδης
Σκηνοθεσία: Βίκυ Γεωργιάδου
Σκηνικά-κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη
Μουσική: Κώστας Ανδρέου
Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Μαρία Καλλιμάνη

Απλό Θέατρο/ Νέα Σκηνή

Το Blackbird του David Harrower ανέβηκε πέρυσι στο Albery Theatre σε σκηνοθεσία Peter Stein. Εκεί η πρωταγωνίστρια φορούσε ροζ φουστίτσα, που της έδινε έστω λίγη από τη χαμένη της παιδικότητα και το Lolita-like παρελθόν της. Εδώ η σκηνογράφος αποφάσισε να κοντράρει το μέσα με το έξω, βάζοντάς την να εισβάλει με γκαμπαρντίνα που μάλλον παραπέμπει σε δυναμική γυναίκα—ενώ εμείς τελικά την βλέπουμε εύθραυστη και ευάλωτη.

Ας αρχίσω όμως κανονικά• πρόκειται για μια ώριμη πια γυναίκα που βλέποντας κάπου τη φωτογραφία αυτού που την αποπλάνησε όταν ήταν δωδεκάχρονη, πηγαίνει να τον βρει και να ζητήσει εξηγήσεις. Να μάθει πως αισθανόταν εκείνος, γιατί αυτή ήταν τρελά ερωτευμένη, να δει πως συνεχίζει τώρα τη ζωή του, γιατί αυτή δυστυχώς παραπαίει μεταξύ συναισθηματικής και ψυχολογικής αστάθειας.

Ένα σφίξιμο στο στομάχι είναι αναπόφευκτο στην αρχή για το κοινό, καθώς σταδιακά κοφτές ερωταποκρίσεις αποκαλύπτουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από το ζευγάρι που με τεταμένα πνεύματα μπαίνει σε ένα δωματιάκι γεμάτο αποφάγια. Η γυναίκα είναι αυτή που πήρε την πρωτοβουλία. Τον πιέζει και ψάχνει πίσω από το ντύσιμο, το βλέμμα, τις κινήσεις του, ψάχνει να βρει την αλήθεια, αν υπάρχει. Αυτός αντιστέκεται, παρότι πάνω από είκοσι χρόνια μεγαλύτερος, δε θέλει να θυμηθεί, δε θέλει να νιώσει πάλι ένοχος, όχι τόσο απέναντι σ’ αυτήν, όσο απέναντι στον εαυτό του. Το πιο ιντριγκαδόρικο είναι πως τελικά, δεν μαθαίνουμε ποτέ με σιγουριά καμιά σαφή πληροφορία για τον στιγματισμένο παιδεραστή, αφού ο συγγραφέας επιλέγει να μην αποκαλύψει παρά ελάχιστα, όσα δηλαδή προκύπτουν από τους διάλογους και τις αναπολήσεις τους.

Ο Δημήτρης Καταλειφός είναι αναμφισβήτητα ο βασικός πόλος έλξης αυτής της παράστασης, όχι άδικα. Η ερμηνεία του με κάθε είδους ψυχολογικές αποχρώσεις --θυμό, ενοχές, τρυφερότητα, άρνηση, μοναχικότητα-- καταπλήσσει. Δε θα έλεγα τα ίδια ακριβώς για την Καλλιμάνη, η οποία άρχισε άνετα με συγκρατημένο μίσος, αλλά δεν άφησε το χαρακτήρα να εξελιχθεί ιδιαίτερα στη συνέχεια. Όπως και να έχει, η ενέργεια μεταξύ τους είχε εξαιρετική ισορροπία, κάτι δυσεύρετο σε έργα που υποστηρίζονται μόνο από ένα βασικό πρωταγωνιστικό ζεύγος. Το τέλεια χτισμένο κουτί-δωμάτιο διαλείμματος των υπαλλήλων της εταιρείας (που θυμίζει εκ πρώτης όψεως και βρωμερό φασφουντάδικο) με το ψυχρό φως είναι το απόλυτο μέρος για την ανατομία ενός παλιού εγκλήματος, όσο απρόσωπο και όσο βρώμικο χρειάζεται. Η μουσική υπόκρουση του Ανδρέου έδωσε και αυτή με τη σειρά της λίγο επιπλέον ενοχικό κλίμα στη βαριά ατμόσφαιρα των αξεδιάλυτων αισθημάτων των πρωταγωνιστών.

19/1/07

Εφτά λογικές απαντήσεις



Του Λεωνίδα Προυσαλίδη

Σκηνοθεσία: Αντώνης Αντύπας
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Ταμίλλα Κουλίεβα, Άρης Λεμπεσόπουλος, Εύα Κοταμανίδου, Ράνια Οικονομίδου, Γ. Μωρόγιαννης, Γ. Τσορτέκης, Κ. Βασαρδάνης

Καλλιτεχνικός Οργανισμός Φάσμα
Απλό Θέατρο/ Κεντρική σκηνή

Το θεατρικό Εφτά λογικές απαντήσεις γεννήθηκε στο μυαλό του Προυσαλίδη αυτόνομα, δίχως να πάρει την άδειά του. «Έχεις ξαφνικά την ανάγκη να πεις κάτι», έτσι εξηγεί αυτό που του συνέβη το 2001 και οδήγησε σε αυτό το έργο που κέρδισε στο διαγωνισμό συγγραφής του Κ.Θ.Β.Ε., όπου ανέβηκε για πρώτη φορά το 2004.

Φέτος οι Απαντήσεις, ένα έργο που αποτελείται αποκλειστικά από ατέρμονους μονόλογους που πέφτουν σχεδόν στο κενό, τράβηξαν ως δια μαγείας τον Αντύπα, που γενικά δεν το χει και συνήθειο να ανεβάζει ελληνικά έργα. Η προσέγγισή του μινιμαλιστική και ο στόχος του—όπως και ο στόχος του έργου—να αφήσει τους ηθοποιούς να δώσουν εκ περιτροπής το one-man ή one-woman show τους. Εκ των πραγμάτων, η επιτυχία τέτοιων παραστάσεων στηρίζεται στις στιβαρές παρουσίες των ερμηνευτών, και τα ονόματα αυτής της παράστασης δίνουν πολλές υποσχέσεις, που τελικά όμως δεν κρατούν απαραιτήτως.

Δεν ξέρω αν σε τέτοιες περιπτώσεις είθισται να ξεχωρίζεις κάποιον, αλλά εγώ δε μπόρεσα να μην ξεχωρίσω τον Άρη Λεμπεσόπουλο. Κατάφερε με αστείρευτη εσωτερική φωτιά να ερμηνεύσει τόσο πειστικά ένα ρόλο που δεν μπορώ να σκεφτώ ότι είναι πρακτικά καθόλου κοντά του. Η τέλεια μετουσίωση προηγούμενων εμπειριών σε υλικό για ρόλο, για το ρόλο του Νίκου που μεγάλωσε με μια γεροντοκόρη θεία του, παρατημένος απ’ τους γονείς του και παντρεύτηκε μια γυναίκα που ούτε το σκέφτηκε να του δώσει λίγη από την τρυφερότητα που του είχε λείψει. Όμως, δεν είναι αυτή η υποχρέωση της γυναίκας. Και η Χαρά, πνίγεται στη δική της θάλασσα, μια ζωή να γυαλίζει τα πατώματα και κανείς να μην τη σέβεται. Η Ταμίλλα Κουλίεβα ως Χαρά νομίζω ότι εξέλαβε το ρόλο με περισσότερη παιδικότητα απ’ όση χρειαζόταν. Η εξωτερική εμφάνισή της, που απορρέει από την είσοδό της στη σκηνή και την αναφορά στον πρώτο της νεανικό έρωτα, δεν συμβαδίζει με την γενικότερη ψυχοσύνθεσή της. Νοικοκυρά και ανικανοποίητη μεν, αλλά με πορτοκαλί μαλλιά αφέλειες, μαύρα «άγριο νιάτο» μποτίνια και αέρινο μαύρο φορεματάκι; Ίσως ο Πάτσας να έχει μερίδιο ευθύνης εδώ βέβαια...

Εφτά πρόσωπα που συνδέονται με δεσμούς αίματος ή όχι απευθύνονται στον αμείλικτο θεατή που σκαλίζει τις βρωμιές του, ίσως στο ψυχολόγο ή τον κοινωνικό λειτουργό, και του λένε όσα θα θελαν να πουν κατάμουτρα σε άλλους, αλλά διστάζουν. Μια μάνα θυμάται την πεθαμένη από την πρέζα κόρη της, μια άλλη τον έρωτα που από πείσμα άφησε να φύγει, ένας πατέρας μιλάει για την αξία της σιωπής και την επιθυμία του να βρεθεί στην Αλάσκα με κόκκινο μπουφάν και σκούφο, ένας «καθαρός εδώ κι ένα χρόνο» μιλάει για το εσωτερικό του αβάσταχτο κενό και ούτω καθεξής. Οι μονόλογοι ενίοτε συναντιούνται, αλληλεπιδρούν βουβά και αόριστα, χωρίς όμως να αλλάξουν τίποτα, η αποξένωση είναι εκεί μέχρι το τέλος, η παντελής αδυναμία επικοινωνίας είναι το γενικό χαρακτηριστικό και των εφτά απελπισμένων προσώπων.

Το σκηνικό με τα παλιά παπούτσια, το χώμα του δαπέδου και το κοινό, τον αόρατο κριτή, να βλέπει το είδωλό του να αντανακλάται στον καθρέφτη που καλύπτει όλο το πίσω μέρος της σκηνής ήταν αρκετά επιβλητικό. Αν έλειπαν δε και οι τηλεοράσεις—που δεν είχαν οργανικό λόγο ύπαρξης, εκτός του να δώσουν έναν επιφανειακά μοντέρνο τόνο—θα ήταν πολύ καλύτερα.

Οι ηθοποιοί ως σύνολο ήταν καλοί, αλλά ο Γιάννης Τσορτέκης και ο πρωην ναρκομανής του θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτεροι. Γενικά είδα μεγαλύτερη προσπάθεια από τους άντρες ηθοποιούς, καθώς και μια τάση να χαλαρώνει το κοινό εξαιτίας της ήρεμης σκηνοθεσίας, που έριξε στον ώμο των ηθοποιών όλο το βάρος του ρυθμού της παράστασης.

Θεατρικό Αναλόγιο 2007 ή ζήτω η σύγχρονη ελληνική θεατρική γραφή!

Για δεύτερη χρονιά ένα Φεστιβάλ που έλειπε από την ελληνική πραγματικότητα ξαναγυρίζει δριμύτερο, ακόμη πιο πλούσιο και έτοιμο να τραβήξει όχι μόνο τους φοιτητές της θεατρικής τέχνης—πρακτικής ή θεωρίας—αλλά και το ευρύ κοινό που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και ποθεί να δει πως αυτή αντικατοπτρίζεται μέσω του θεατρικού λόγου. Γιατί, καλός ο Τσέχωφ και ο Ο’ Νηλ, αλλά καιρός δεν είναι να ξεκολλήσουμε, βρε, και να δούμε και κάτι που μας αφορά πιο άμεσα;

Το Θεατρικό Αναλόγιο θα παρουσιάσει νέα θεατρικά έργα Ελλήνων συγγραφέων, με συντελεστές παλαίμαχους και νεοφώτιστους. Επειδή ξέρω πόσο σας αρέσουν τα τρανταχτά ονόματα θα αναφέρω μερικά: το έργο των αδερφών Κούφαλη Μη σκαλίζεις την άμμο, η Ναπολεοντία του Ανδρέα Στάϊκου, το Summer Τimes της Ειρήνης Καλαντζή και Δέσποινας Γραμματικού και άλλα πολλά θα σκηνοθετηθούν από την Όλγα Ποζέλη, την Άσπα Τομπούλη κ.α. με την υποκριτική υποστήριξη μεταξύ άλλων της Μυρτώς Αλικάκη, του Χρίστου Λούλη, της Μαρίας Ζορμπά, του Λεωνίδα Κακούρη. Για την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ υπεύθυνη είναι η Σίσσυ Παπαθανασίου που είναι υπέρ του πλουραλισμού και κατά της βαρεμάρας, όπως φαίνεται από το πρόγραμμα.

Έτσι, το θέατρο ως ερευνητική πράξη εξερευνείται εξίσου αυτές τις πέντε μέρες, μέσα από πλήθος συζητήσεων, σεμιναρίων και round tables. Από τα πιο ενδιαφέροντα είναι το σεμινάριο της Έλενας Πέγκα για τη θεατρική γραφή, η συζήτηση με θέμα Νεοελληνικό θέατρο: Νέες τάσεις και προοπτικές στο διεθνή χώρο (με συμμετοχή και του Μιχαήλ Μαρμαρινού που ξανααναφέρθηκε στην έγνοια του για το αυτό ζήτημα και στο πάρτυ του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου στο Booze) καθώς και το αφιέρωμα στο μεγάλο Δημήτρη Κεχαΐδη που κλείνει ένα χρόνο μακριά μας.

Όλα αυτά γίνονται στο Θέατρο Άλεκτον, που βρίσκεται Σφακτηρίας 23 & Πλαταιών στον Κεραμεικό και για να επικοινωνήσετε και μην σκάσετε μύτη χύμα και δε βρείτε ούτε μια θέση τηλεφωνήστε εδώ: 6973-376886. Κρατήστε τις μέρες από 20 έως 24 Ιανουαρίου κενές στο ημερολόγιό σας και δε θα απογοητευτείτε

16/1/07

Other Side

του Dejan Dukovski

Μετάφραση: G. Rossitch
Σκηνοθεσία:
Λυδία Φωτοπούλου, Μαρία Κατσιαδάκη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος
Παίζουν: Λυδία Φωτοπούλου, Μαρία Κατσιαδάκη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος

Από το Θέατρο 9 και κάτι


Ας ξεκινήσουμε από τα συγχαρητήρια που αξίζουν στη Λυδία Φωτοπούλου, το Λάζαρο Γεωργακόπουλο και τη Μαρία Κατσιαδάκη για την ίδρυση του θίασου «9 και κάτι». Δεν είναι πια σύνηθες φαινόμενο πρωταγωνιστές τέτοιου μεγέθους να ενώνουν δυνάμεις με κοινή πορεία και κοινό όραμα. Μια τέτοια επιλογή όμως μπορεί να κρύβει και παγίδες, η προφανέστερη από τις οποίες είναι η επιλογή έργου. Όταν το βασικό κριτήριο (αναγκαστικά) είναι ένα έργο στο οποίο τρεις ρόλοι πρέπει να είναι διαθέσιμοι και ισάξιοι είναι φυσικό να δούμε και έργα λιγότερα σημαντικά. Νομίζω αυτό έχει συμβεί και στην περίπτωση του “Other Side” του Dejan Dukovski, ο οποίος ακολουθεί μεν μια συνηθισμένη σύγχρονη δραματουργική μέθοδο του κατακερματισμένου (κινηματογραφικού) λόγου –απόρροια μιας διαλυμένης με τη σειρά της κοινωνίας. Οκ. Καλά ως εδώ. Έχουμε ένα έργο πολιτικό, επώδυνο στα βήματα του In-yer-Face Theatre, που δε σε αφήνει να χαλαρώσεις και να επαναπαυτείς. Σου επισημαίνει και ότι ζούμε σε δύσκολες εποχές με χώρες που χάνουν όχι μόνο την ταυτότητα τους αλλά και τις βασικότερες ελευθερίες τους. Σοβαρό θέμα. Επεξεργασμένο όμως από το συγγραφέα του τόσο μπερδεμένα που πραγματικά όταν ξεπεράσεις το αρχικό σοκ της οργής του, δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις την πλοκή. Δεν υπάρχει πλοκή. Απ’ τη στιγμή που διαπιστώνεις ότι οι ήρωες του είναι διαλυμένα όντα σε αναζήτηση παρόντος και μέλλοντος έχεις πάρει το ζουμί του εγχειρήματος και μέχρι το ομολογουμένως εντυπωσιακό φινάλε με το Λάζαρο Γεωργακόπουλο να πασχίζει μάταια να γράψει Happy End κάτω από μια βροχή που σβήνει συνεχώς τη φράση, έχεις απομυζήσει όλη την ουσία.

Κι όμως υπήρχε ένας παράγοντας στη συγκεκριμένη παράσταση που δε θα μπορούσαμε με τίποτα να παραβλέψουμε. Τις εκπληκτικές ερμηνείες. Τον μετρημένο Λάζαρο Γεωργακόπουλο στο ρόλο του σαρκαστικού κουκλοπαίκτη. Τη συγκλονιστική Μαρία Κατσιαδάκη (πόσο σπουδαία ηθοποιος) να παίζει τόσο αφοπλιστικά πρόστυχα και κυνικά τον κόντρα ρόλο της μεσόκοπης πόρνης και κυρίως την Λυδία Φωτοπούλου στο γνώριμο πεδίο της εκπεσούσης έφηβης. Όσες φορές κι αν παίξει σ’ αυτή την ηλικιακή γκάμα αυτή η γυναίκα πάντα θα βρίσκει κάτι καινούργιο να αναδείξει. Λες και όσο μεγαλώνει αφομοιώνει τους κώδικες των κοριτσιών στο δρόμο. Μαθήματα υποκριτικής από τρεις σπουδαίους δασκάλους. Και μαζί τους η πραγματική αποκάλυψη (γιατί απ’ τους τρεις δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο) ο νέος ηθοποιός Λευτέρης Βασιλάκης, τοποθέτημένος επί ίσοις όροις απέναντί τους ως το τέταρτο πρόσωπο του εφιαλτικού κουαρτέτου να στέκεται όχι μόνο στο ύψος τους αλλά και να κλέβει σε σημεία την παράσταση.

Το Other Side δυστυχώς κατέβηκε. Όσοι δεν το προλάβατε όμως, υποσχεθείτε στον εαυτό σας να παρακολουθήσετε μια από τις επόμενες δουλειές των «9 και Κάτι». Αν αγαπάτε το θέατρο του το χρωστάτε.

9/1/07

M' ένα καράβι φορτηγό




Σκηνοθεσία: Μάνια Παπαδημητρίου

Σκηνικά-κοστούμια: Ερωφίλη Πολιτοπούλου

Φωτισμοί : Αλέκος Γιάνναρος

Οπτικό υλικό: Βαγγέλης Ευθυμίου-Κωνσταντίνος Ρούσσος


Παίζουν: Τάσος Αντωνίου, Φρόσω Ζαγοραίου, Μαρία Κόμη - Παπαγιαννάκη, Θεμιστοκλής Καρποδίνης, Σαμψών Φύτρος

Στο πιάνο ο Αναστάσης Σαρακατσάνος
"Με τη φουρτούνα και το σιρόκο ήρθε μια σκούνα απ' το Μαρόκο
με την Ελλάδα καραβοκύρη πάει μια φρεγάτα για το Μισίρι
Άγιε - Νικόλα, παρακαλώ σε
στα πέλαγα όλα λουλούδια στρώσε"
Είμαι από εκείνους, τους ελάχιστους μάλλον, που για την θάλασσα δηλώνουν αγνωστικιστές. Δεν την καταλαβαίνω, μα την φοβάμαι, δεν την πιστεύω, μα την λυπάμαι. Κι ούτε ταξίδια επάνω στα νερά της θέλω. Μονάχα θέλω καλοτάξιδες τις επιθυμίες μου και στους φόβους μου και στις λύπες μου νηνεμία... Μια θάλασσα ροδοπέταλα κι ίσως μονάχα τότε την λατρέψω, γι' αυτό και τους Αγίους της παρακαλώ για έλλειψη φουρτούνας. Αδιέξοδο σας λέω...Στις προσευχές κατέληξα ο αγνωστικιστής...
Η καινούργια μουσική παράσταση που σκηνοθέτησε με μεράκι η Μάνια Παπαδημητρίου στο Ανοιχτό Θέατρο του Μιχαηλίδη διαχειρίζεται ένα πρωτογενές υλικό επιστολογραφικής λογοτεχνίας σε σχέση με τους ναυτικούς τόσο τους ταξιδευτές όσο κι εκείνους που μένουν πίσω να περιμένουν κι ωστόσο να ταξιδεύουν κι αυτοί. Γιατί αυτό συμβαίνει πάντα με τις στεριές...Ταξιδεύουν μές σε θάλασσες....
Μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς των εξαιρετικά προικισμένων τεχνικά και υποκριτικά ηθοποιών της έπλασε στην σκηνή του Ανοιχτού Θεάτρου μέσα σε ένα ευφάνταστο και εύπλαστο σκηνικό κόσμους συναισθημάτων, τόπους ξενιτιάς και νοσταλγίας, τοπία πολύχρωμης θυμηδίας και σπαραχτικής μελαγχολίας των ναυτικών και των ανθρώπων που συναντούν ή αφήνουν πίσω, σκηνές ενός ταλαντούχου και οιστρήλατου θιάσου που για μιάμιση ώρα περίπου μας χαρίζει στιγμές μοναδικές για τα ταξίδια της ψυχής μας...
Γιατί... Ναυτικοί, θεατρίνοι και πουτάνες έχουμε κάτι κοινό. Δύσκολα αλλάζουμε δουλειά. Έτσι λέει ο Καββαδίας... Άλλος με τις βάρκες του;;;

5/1/07

Δωδέκατη Νύχτα

Του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

Θέατρο ΤόΠΟΣ ΑΛΛΟύ

Μεταφραση-δραματουργική επεξεργασία: Νίκος Καμτσής - Mike Elwood
Σκηνοθεσία: Νίκος Καμτσής
Σκηνικά-κοστούμια: Μίκα Πανάγου, Μεη Καραμανίδου
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Παίζουν: Ειρήνη Μπαλτά, Υρώ Λούπη, Κατερίνα Τσάβαλου, Μαίρη Σταυρακέλη, Λεωνίδας Κακούρης κ.α.

Καταρχήν, οι κωμωδίες του Σαίξπηρ γενικά μου φαίνονται ξεπερασμένες, ειδικά αν δεν εντάσσονται σε κανένα πρωτότυπο concept(βλ. 12η Νύχτα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου αποκλειστικά με γυναίκες ηθοποιούς, ως πλήρη αντιστροφή της παραδοσιακής συνήθειας). Νάτο αμέσως αμέσως το πρώτο tricky thing.

Το συγκεκριμένο ανέβασμα, βέβαια, πόνταρε κυρίως στο υπερ-αναγνωρίσιμο καστ της, κορίτσια με γλυκιά παρουσία, στυλ ή τηλεοπτικές εμφανίσεις έγιναν Βιόλα, Φέστε, Ολίβια, Μαρία. Η Μπαλτά (που από τον Οργασμό της Αγελάδας και μετά, φαίνεται να έχασε το εναλλακτικό προφίλ της), η Τσάβαλου (που ύστερα από wow εμφανίσεις σε Τίνα Μπράντον Τίνα και Hardcore αποφασίζει να ερμηνεύσει Φέστε βαμμένη α λα Clockwork Orange) και οι άλλες νεαρές ίσως δεν προσπάθησαν αρκετά ή δεν κατάφεραν λόγω (ασύμβατης) χημείας να δημιουργήσουν την κατάλληλα συνεκτική ατμόσφαιρα που θα μας έβαζε μέσα στο θεατρικό σύμπαν τους. Δεν παίρνω όρκο ότι μπήκαν οι ίδιες, βέβαια.

Και επειδή, τελικά, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος, οι άντρες της παράστασης φάνηκαν αισθητά καλύτεροι, είχαν τουλάχιστον την απαραίτητη συν-εργασία επί σκηνής και δεν κατεύθυνε ο καθένας τις ατάκες του στο κενό, αντί στο συμπρωταγωνιστή του.

Το σκηνικούλι ήταν λιτά γλυκό και η μουσική ευχάριστη, η σκηνή αναγνώρισης μου φάνηκε (μόνο σε εμένα) χαριτωμένη, και το Γεωργουσόπουλο ντράπηκα να τον ρωτήσω αν τα είδε κάπως πιο θετικά τα πράγματα από την πρώτη σειρά όπου καθόταν. Όπως και να χει, είπαμε, τόσο πολυφορεμένα κείμενα με πομπώδεις ανθρώπους να ερωτεύονται όποιον αντικρίζουν κάπου στην Ιλλυρία είναι από μόνα τους τζιζ φωτιά.

Πάντως, η δραματουργική επεξεργασία είναι εμπνευσμένη και πολλές ατάκες παραπέμπουν σε σύγχρονες καταστάσεις, δίνοντας στο θεατή στιγμιαίες ανάσες δροσιάς. Σε περίπτωση μάλιστα που τρέξεις στα καμαρίνια να δεις τη Μπαλτά να ετοιμάζεται για βραδινή έξοδο, θα θεωρήσεις και τη δική σου έξοδο άκρως επιτυχημένη.

3/1/07

Πέντε Σιωπές

Της Σήλα Στήβενσον

Θέατρο Χώρα / Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία: Άσπα Τομπούλη
Σκηνικά: Μαρία Κονόμη
Κοστούμια: Κλαίρ Μπρείσγουελ
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης,
Φωτισμοί: Ηλίας Κωνσταντακόπουλος
Video Art: Γιώργος Κτενίδης
Παίζουν: Γιώργος Κέντρος, Κάτια Γέρου, Μαρία Ζορμπά, Κερασία Σαμαρά, Τζένη Σκαρλάτου, Κώστας Τσάχρας, Αντώνης Μπαμπόυνης κ.α.

Η παλιότερη Μνήμη του Νερού της ίδιας δραματουργού, περιστρεφόταν πάλι από τα αισθήματα και τα γεγονότα που προκαλούνται από ένα θάνατο. Και εδώ στο Five Kinds of Silence ένας θάνατος είναι το καταλυτικό γεγονός για να ξετυλιχτεί η θλιβερή κουβαρίστρα της δυστυχισμένης και μυστικοπαθούς ζωής μιας τετραμελούς οικογένειας.

Ο κατ’ ευφημισμόν θάνατος του τύραννου του σπιτιού όμως δεν καταφέρνει να ξεπλύνει το φόβο που έχουν ποτίσει τις δυο κόρες και τη μάνα οι ακατονόμαστες πράξεις του. Η ενδοοικογενειακή βία που Πέντε Σιωπές δεν την άφηναν τόσα χρόνια να εκδηλωθεί, τέσσερις σιωπές αυτές των μελών της οικογένειας και πέμπτη και χειρότερη αυτή του κόσμου, που έβλεπε, ψυλλιαζόταν, μα, έκανε πως δεν τρέχει τίποτα, βγαίνει τελικά στο φως υπό την πίεση των δικηγόρων της υπεράσπισης, των κοινωνικών λειτουργών, των ψυχολόγων. Όμως οι δυσκολίες που θα περάσουν οι κακοποιημένες αδελφές στη φυλακή και τα ιδρύματα τους φαίνονται σχεδόν παράδεισος. Τόση ήταν η πρότινη κόλασή τους. Τώρα, τα όνειρα και η θύμηση του δυνάστη τους είναι ανάλογη κόλασή και μόνο με προσωπική δύναμη θα καταφέρουν να τη διώξουν.

Εύστοχο σκηνικό, σα να μας καταριέται και να βροντοφωνάζει κατηγορίες εναντίων μας. Δεκάδες μικρά παραθυράκια πολυκατοικιών, τόσο μικρά που δεν επιτρέπουν να δούμε τι έγκλημα ίσως διαπράττεται δίπλα, τόσο μικρά και τόσα πολλά που μας κάνουν να μην ενδιαφερόμαστε για αυτούς που κατοικούν από πίσω τους. Αυτή ακριβώς τη διάσταση τονίζει η Shelagh Stephenson, του γύρω κόσμου που μένει αμέτοχος και δε βοηθάει όσους περιέρχονται μέσα στην αρρωστημένη κατάσταση να βγουν απ’ αυτή και σωστά το σκηνικό έδωσε έμφαση με τη σειρά του στην αποξένωση που υποθάλπει φρικτά μυστικά.

Η Μαρία Ζορμπά απείρως καλύτερη απ’ ότι στο Σώσε με, όχι βέβαια τόσο καλή όσο η Κερασία Σαμαρά. Η Σαμαρά με την ίδια ευκολία και αλήθεια έπαιζε κάποτε στην Καραμπόλα με το Σπύρου Παπαδόπουλου (που τη θυμήθηκα τώρα...), αργότερα τη Τζένυ στη Όπερα της Πεντάρας στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου και τώρα κρατάει αποφασιστικά την καραμπίνα και πυροβολεί. Τα εκφραστικά της μέσα μας τοποθετούν στο αρρωστημένο σύμπαν της, παρόλο που η ελλιπής κινητικότητα—την περισσότερη ώρα παρακολουθούμε μονολόγους ή διάλογους στη ράμπα—ενδεχομένως κουράζει. Το ίδιο το θέμα, άλλωστε, είναι τόσο βαρύ που ίσως χρειαζόταν περισσότερη ένταση για να μη χαλαρώσει ο ρυθμός της παράστασης και φέρει δυσφορία. Ο Κέντρος ήταν εξαιρετικός—ξεφύτρωνε με το ματωμένο πουκάμισο φορεμένο κατάσαρκα από καταπακτές και κλειστές πόρτες, μας τρόμαζε, αλλά δόμησε το ρόλο έτσι ώστε ειλικρινά να μην μπορούμε να του δώσουμε κανένα ελαφρυντικό. Η δύσκολη παιδική ηλικία που τον έκανε μισογύνη και μισάνθρωπο ζωγραφίζεται γλαφυρά μπροστά μας δίχως να μας αγγίζει. Η Γέρου κατάφερε να ερμηνεύσει τη σαστισμένη και άβουλη μάνα, ένα ρόλο που πληγώνει βαθειά κάθε φεμινιστική αντιμετώπιση ακατάλληλων συζύγων. Η ιστορία, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, δείχνει ότι όντως συχνά ο φόβος παραλύει κάθε λογική και αντίδραση.

Το θεατρικό είναι καλογραμμένο και η μετάφραση αρκετά καλή. Το set το ίδιο, με τα απειλητικά ράφια που παραπέμπουν στις μπάρες φυλακής που ποτέ δε βλέπουμε και τα αμέτρητα παραθυράκια πολυκατοικιών. Όμως, η λύση δε έδωσε την εντύπωση της κάθαρσης. Η μάνα και οι κόρες δεν ξεφεύγουν από το φαύλο κύκλο και συζητούν πως θα ζήσουν στο νέο τους σπίτι ασυναίσθητα με τους ίδιους παρανοϊκούς κανόνες που τους επέβαλλε ο πεθαμένος. Ύστερα από το μαρτύριο τους, αυτό είναι το τελειωτικό χτύπημα για το κοινό. «Έχουμε πέντε κρεβατοκάμαρες στο νέο μας διαμέρισμα, λένε. Μία για την καθεμιά μας και μια για αποθήκη. Παραγγείλαμε ήδη τα ράφια...»