Σελίδες

26/10/06

“Now the day is over”: Krapp’s Last Tape

του Samuel Beckett
θέατρο Royal Court, Λονδίνο
με τον Harold Pinter

Μια στο τόσο, είναι μερικά θεάματα που έστω και η σύλληψή τους φαίνεται ιδιοφυής. Προσπαθείς λοιπόν φανατικά να τα δεις, έστω και καθυστερημένα στη δεύτερη σαιζόν, κάνεις τα πάντα για ένα εισιτήριο, αλλά τίποτα. Παρόλο που οι sold out θεατρικές παραστάσεις είναι σχετικά σπάνιες, αυτή τη συγκεκριμένη, δε θα τη δω, γιατί άλλοι αποφάσισαν ότι θέλουν να τη δουν πριν από μένα. Εισιτήρια δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα, εκτός από κανα-δυο returns τη μέρα…

Το Krapp’s Last Tape είναι ένα σκοτεινό(ακόμη πιο πολύ απ’ ότι συνήθως) μονόπρακτο του Beckett για το τέλος. Το τέλος της ζωής, το τέλος της ματαιοδοξίας και του ναρκισσισμού ή για… την αρχή. Την αρχή της αλήθειας, της αυτογνωσίας και της ανικανότητας. Ο Krapp ακούγοντας τις παλιές του κασέτες γεμάτες με ιστορίες της νιότης του, συνειδητοποιεί πόσο μπάσταρδος ήταν όταν ήταν νέος. Κάλλιο αργά, παρά ποτέ.

Η συγκυρία είναι εξαιρετική, όχι μόνο γιατί ο Harold Pinter (που θεωρείται συνεχιστής του θεάτρου του Beckett) ερμηνεύει μοναδικά Beckett. Είναι εξαιρετική γιατί ο Pinter επιστρέφει στο θέατρο απ’ όπου ξεκίνησε κάπου πενήντα χρόνια πριν, τώρα που βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του—μετά από το Νόμπελ—κι όμως τόσο κοντά στη λήξη της—μετά τον καρκίνο και τη δήλωση ότι δε θα ξαναγράψει—και γιατί ίσως να ταυτίζεται με τον Krapp περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. Ίσως να ένιωσε τύψεις για κάποια περαστική παλιά του έπαρση. Το εννοεί άραγε, όταν αρθρώνει: No, I wouldn’t want them back--για τα χρόνια που πέρασαν;

Το σμίξιμο δυο γιγάντων, του Samuel Beckett και του Harold Pinder, συντελείται αυτές τις μέρες στο Royal Court, London SW1. Κρίμα που οι περισσότεροι δε θα είμαστε παρόντες.

Για απατηλή παρηγοριά...

Διάβασε το μονόπρακτο

Δες κλιπ

17/10/06

Μια βόλτα στο Λονδίνο: The Alchemist

Του Ben Jonson
Θέατρο: National Theatre, σκηνή Olivier
Σκηνοθεσία: Nicholas Hytner
Παίζουν: Alex Jennings, S. R. Beale, Lesley Manville κ.α.

Ο Ben Jonson(1572-1637) ήταν ποιητής και θεατρικός συγγραφέας σύγχρονος του Shakespeare. Ασχολήθηκε με το θέατρο και ως ηθοποιός στο θίασο Admiral’s Men στο θέατρο The Rose, το δυνατό του σημείο όμως ήταν αναμφισβήτητα η συγγραφή κωμωδιών . Μετά από τη μεγάλη επιτυχία των δημοφιλέστερων έργων του, Βολπόνε και Αλχημιστής, εργάστηκε στην αυλή γράφοντας αποκλειστικά «μάσκες», ένα δημοφιλές είδος που συνδύαζε χορό και θέατρο με τον πλούτο των σκηνικών και των κοστουμιών. Περιέργως δεν είναι τόσο δημοφιλής στις μέρες μας, όσο ο αντίπαλός του Shakespeare, όμως ο G. E. Bentley στο έργο του Shakespeare and Jonson: Their Reputations in the Seventeenth Century Compared υποστηρίζει ότι ο Jonson ήταν ο δραματουργός που έχαιρε μεγαλύτερης αναγνώρισης στη Ελισαβετιανή Αγγλία.

Το θεατρικό διαπραγματεύεται την ιστορία τριών απατεώνων που συνεργούν για να κάνουν κομπόδεμα εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία μερικών. Με ορμητήριο το άδειο σπίτι, όπου ο ένας δουλεύει ως υπηρέτης, μαζεύουν όσους πιστεύουν σε μαγείες και τσαρλατανισμούς και τους πουλάνε από ξωτικά και νεράϊδες μέχρι...τη φιλοσοφική λίθο!

Ο Αλχημιστής πρωτοστατεί στην κοροϊδία, ο φίλος του μαζεύει όσους τσιμπάνε από τη γύρω περιοχή και η φίλη τους γοητεύει κατά περίσταση τους πελάτες. Ο Αλχημιστής αλλάζει ενδυμασία και τρόπους σύμφωνα με τον πελάτη του. Παίρνει την όψη γκουρού που ειδικεύεται σε ανατολικές θρησκείες, μοναχού, διανοούμενου και τα κοστούμια καταφέρνουν να βγάλουν γέλιο από όλες αυτές τις μεταμορφώσεις, όσο και ο ίδιος ο ηθοποιός. Γενικά, το πρωταγωνιστικό τρίο δίνει μια αρτιότατη και ζωντανή ερμηνεία. Ειδικά από τη Lesley Manville μάλιστα, δεν περίμενα τόσο μπρίο, δεδομένης και της ηλικίας της.

Το ανέβασμα του Αλχημιστή στο τοποθετείται βέβαια στην εποχή της πανούκλας, αλλά εκμοντερνίζεται έντονα στο χιούμορ και τις αναφορές. Ο σκηνοθέτης βρήκε πολλά κοινά με τη σημερινή εποχή και ανέπτυξε μια απροσδιόριστα σύγχρονη ατμόσφαιρα. Η Dol Common που βοηθάει στις απάτες ντύνεται όπως μια σημερινή γυναίκα και όταν θέλει να το παίξει κόρη βαρώνου, τότε...ντύνεται Holly από το Breakfast at Tiffany’s! Ο ίδιος ο Subtle, ο Αλχημιστής φοράει λευκό καλογερικό σχήμα με κουκούλα, και αργότερα σαγιονάρες με φλουριά να χτυπούν σε κάθε βήμα. Σπανίως ενθουσιάζομαι τόσο με την εξυπνάδα των ενδυματολογικών επιλογών, μπράβο στο Mark Thomson. Όλο το set παρότι σχετικά λιτό, ήταν λειτουργικό με τη μεγάλη σκάλα, τον τοίχο στο βάθος που θα χρησιμέυσει ως τρόπος διαφυγής στο τέλος και τον μηχανισμό περιστροφής που μας επιτρέπει να είμαστε άλλοτε μέσα και άλλοτε έξω από το σπίτι.

Οι ηθοποιοί είχαν όλοι καλό συγχρονισμό και φυσικό παίξιμο. (και ωραιότατη αγγλική προφορά:P. Δε θα καυχηθώ ότι δε μου ξέφυγε κανένα αστείο, πάντως). Ευχάριστη παράσταση με καλή σκηνοθεσία, το μόνο αρνητικό το ασύμφορο μήκος της. 2 ώρες και 45 λεπτά, παρακαλώ, με εικοσάλεπτο διάλειμμα για να φάτε παγωτάκι και να απολαύσετε τα μπαλκόνια που κοιτούν κατευθείαν στον Τάμεση.

13/10/06

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια και το Θέατρο του Παραλόγου

Του Ευγένιου Ιονέσκο
Θέατρο Βικτώρια
Μετάφραση: Γιώργος Πρωτοπαπάς
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κομνηνός
Παίζουν: Μ. Λαμπίρη, Π. Αποστολόπουλος, Αν. Πορφύρη, Γ. Κατινάς κ.α

—Τι απέγινε η Φαλακρή Τραγουδίστρια;
—Χτενίζει τα μαλλιά της με τον ίδιο πάντα τρόπο...
Αυτή η παράλογη στιχομυθία έδωσε εκ των υστέρων τον τίτλο με τον οποίο είναι πλέον γνωστό το μονόπρακτο που έγραψε ο Ιονέσκο το 1948 στην προσπάθειά του ‘να κάνει τους φίλους του να γελάσουν’.1 Το είδε ως έκφραση ελευθερίας και το ονόμασε ‘Αντιθέατρο’. Ο Ιονέσκο ζούσε τότε μόνιμα στη Γαλλία και είχε μόλις αρχίσει να μαθαίνει Αγγλικά. Αυτό το γεγονός, μαζί και η παροιμιώδης γαλλο-αγγλική κόντρα βρήκε έδαφος να εκφραστεί μέσα από το ακατάληπτο μονόπρακτο που εντάχθηκε αργότερα από το Μάρτιν Έσσλιν στο Θέατρο του Παραλόγου.

Η αίσθηση του μεταφυσικού άγχους για το παράλογον της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο συνδετικός κρίκος των συγγραφέων του Θεάτρου του Παραλόγου. Οι Samuel Beckett, Eugene Ionesco, Arthur Antamov, Jean Genet προσπάθησαν να εξερευνήσουν αυτή ακριβώς τη ματαιότητα της ύπαρξης όχι όμως με φιλοσοφικά επιχειρήματα και διαυγής συλλογισμούς, στο στυλ του Camus ή του Sartre—των οποίων τους προβληματισμούς μοιράζονται—αλλά παρουσιάζοντας αυτό το παράλογο εν τω γίγνεσθαι.2 Ασύνδετες και γκροτέσκες εικόνες που τελικά εκλαμβάνονται ως γελοίες παρουσιάζονται στο κοινό ως αποτύπωση της καθημερινής άσκοπης ζωής του. Στόχος είναι να ‘κατεδαφιστεί η γλώσσα της κοινωνίας, που δεν είναι τίποτε άλλο από κλισέ, κούφιες συνταγές και κενά συνθήματα’.3

Τρομαχτικό τελικά, και όχι αστείο να παρακολουθεί κανείς μια τέτοια παράσταση, όχι ότι το χθεσινό κοινό εντρύφησε απαραιτήτως στα βαθιά νοήματα. Ίσως έτσι να κατάφερε να την απολαύσει καλύτερα. Το ίδιο το ανέβασμα της θεατρικής ομάδας 90ΟC τόνισε όσο μπορούσε το γκροτέσκο της υπόθεσης, χωρίς απαραίτητα να υπονοήσει το θλιβερό νόημά της. (δεν είμαι καν σίγουρη ότι γίνεται, βέβαια, κάτι τέτοιο) Η σκηνοθεσία ήταν κοντά σε αυτό που φαντάζομαι ότι έκανε και ο πρώτος διδάξας Νicolas Bataille, με μπουφόνικη διάθεση και αυτοσχεδιασμό. Αρκετή φαντασία και ευρηματικότητα και κάποιες προσθήκες που ταιριάζουν σε πρόσωπα και πράγματα των ημερών έκαναν την παράσταση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Βέβαια, όταν παρακολουθείς ένα παράλογο (ίσον πραγματικά κουλό) θέαμα δυσκολεύεσαι να απορροφηθείς ακριβώς.

Με λίγα λόγια: ο κύριος και η κυρία Σμιθ δέχονται επίσκεψη από τον κύριο και την κυρία Μάρτιν. Στη διαδικασία αυτή τους βοηθάει η καμαριέρα τους Μαίρη και αργότερα ένας πυροσβέστης που αποφάσισε κι αυτός να περάσει να πει ένα γεια...

Το υπόλευκο σκηνικό ήταν ευχάριστο στο μάτι και ταιριαστό background για τα ζωηρόχρωμα κοστούμια. Ένας εξίσου φλατ επαρκής λευκός φωτισμός πιστεύω, πάντως, ότι θα λειτουργούσε καλύτερα από τα κουραστικά μπλε, κόκκινα και ενίοτε (εσκεμμένα)υποφωτισμένα στιγμιότυπα. Πολύ καλή η τελική σκηνή, όπου ολόκληρο το κουτί του σκηνικού φωτίζεται απέξω τονίζοντας ακόμη περισσότερο τη σύμβαση του σκηνικού χώρου.

Οι ηθοποιοί έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, αεικίνητοι και εκφραστικοί φώναξαν, τσίριξαν και αφήνιασαν για χάρη μας. Καλή κίνηση(Μεταξόπουλος γαρ) και διασκεδαστικότατα ηχητικά εφφέ και φωνητικά. Προσεγμένη παράσταση, αλλά ένα τέτοιο κείμενο, ειδικά με τον αργό ρυθμό που του έδωσε ο σκηνοθέτης, ενδεχομένως κουράζει ή αφήνει άναυδους όσους έχουν συνηθίσει το ρεαλιστικό θέατρο, όπως οι δύο συμπαθείς υπερήλικες κυρίες που καθόταν δίπλα μου.

1 Ε. Ιονέσκο, Η Πείνα και η Δίψα-Η Φαλακρή Τραγουδίστρια, μετ. Γ. Πρωτοπαπά(Αθήνα- Γιάννινα: Εκδόσεις Δωδώνη, 1987), σελ. 11
2 Μ. Έσσλιν, Το Θέατρο του Παραλόγου, μετ. Μ. Λυμπεροπούλου (Αθήνα-Γιάννινα: Εκδόσεις Δωδώνη, 1996) σελ. 20
3 Idem, σελ 175

12/10/06

Ιστορίες για Γαμοφοβικούς

Των Βασίλη Ραίση και Μαριάννας Κάλμπαρη

Ακόμη μια θεατρική παράσταση που επαναλαμβάνεται για λίγες μόνο παραστάσεις, ύστερα από απαίτηση του κοινού, υποθέτω...Εγώ, δυστυχώς, δεν είμαι από αυτούς που καταδιασκέδασαν κάθε λεπτό που περνούσε χθες βράδυ στο Υπόγειο.

Ίσως κάποιοι να πάνε παρακινούμενοι από την χαριτωμένη αφίσα με το κοριτσάκι-νυφούλα που διαφημίζει την παράσταση σε τζάμια στο κέντρο. Άλλοι λόγω του πρότερου έντιμου βίου της Κάλμπαρη στην Πειραματική. Αυτή τη φορά όμως η εύθυμη ονειροφαντασία δεν πέτυχε. Ο μάγος που μαγειρεύει τα όνειρα μιας μικρής (που αντί να κοιμηθεί για να ναι φρέσκια για το σχολείο την επομένη, επιμένει να μάθει τι εστί γάμος και τα σχετικά) το μόνο που κάνει καλά είναι να συνδυάζει φράκο με φούστα από τούλια. Τα κλισέ παραταγμένα όλα μαζί καμιά φορά βγάζουν γέλιο, πιο πολύ απλώς κουράζουν. Η ροή της παράστασης προβληματική ή ίσως και το ακατάστατο patchwork να ήταν ηθελημένο, πάλι όμως κακοσυνδυασμένο. Στη φίλη μου που ρώτησε «και γιατί ήρθαμε να το δούμε αυτό;» απάντησα με σιγουριά «γιατί υποστηρίζουμε το σύγχρονο ελληνικό θέατρο». Αλήθεια είναι. Το υποστηρίζουμε με πάθος, αλλά δε γίνεται να μας αφήνει πάντα ευχαριστημένους.

Η παράσταση είναι χαλαρά δομημένη σε διάφορα στάδια: δυο άνθρωποι γνωρίζονται και τα φτιάχνουν, παντρεύονται, γεννοβολούν, χωρίζουν, έχουν το παιδί από κοινού κτλ. Επειδή όμως ο γάμος αποδεικνύεται πεδίο μάχης, η σκηνή παίζει με παραλλαγές. Η μικρή της παράστασης θέλει οπωσδήποτε happy end, τελικά μαθαίνει το παραμύθι με το τσουκάλι, μια άλλη εκδοχής της Μήδειας ( —Που είναι το παιδί; —Στο φούρνο.) και μερικά ακόμη ξώφαλτσα, ώσπου να πέσει να κοιμηθεί χωρίς άλλα όνειρα, για να φύγουμε κι εμείς. Πριν βγούμε στη δροσερή νύχτα όμως, πήξαμε στα νυφικά και τους γαμπρούς και αναρωτηθήκαμε γιατί οι συγγραφείς δεν έβαζαν στο παιχνίδι και άλλα θέματα όπως τα γραφεία γνωριμιών ή τους γκέι γάμους ή ένα πραγματικά φλέγον ζήτημα, πέρα από τα τετριμμένα.

Οι ηθοποιοί έκαναν ό,τι μπορούσαν, κάπως υστερικά είναι αλήθεια, αλλά το υλικό δεν τραβούσε. Έτσι απλά. Άφηνε μια απορία παρά μια ευφορία.

Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Σκηνικά-κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Πορτόλου.
Βοηθός σκηνοθέτη: Βασίλης Μπράμης.
Παίζουν: Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πέτρος Αλατζάς, Τζένη Κόλλια, Μαριάννα Κάλμπαρη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Διαμαντής Κρασανάκης κ.α.

Θέατρο Τέχνης-Καρόλου Κουν-Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, τηλ.: 210-3228706

Θοδωρής ετών 33, μχ (ή...έχετε ακούσει ποτέ Μαζώ στη θεατρική σας εξόρμηση;)

Των Γιώργου Ζιρόπουλου-Θύμη Μπαλωμένου

Tώρα πια που το θέατρο του Νέου Κόσμου έχει πέντε σκηνές, δε λογίζεται να μην περάσετε έστω μια φορά. Βέβαια, όλες οι παραστάσεις αξίζουν, είναι γνωστή η καλλιτεχνική ευαισθησία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, όχι μόνο στις δικές του παραστάσεις, αλλά και σε όσες επιλέγει να στεγάσει.

Διάλεξα γι’ αρχή τη μετα-μοντέρνα κωμωδία δυο νέων συγγραφέων, το «Θοδωρής ετών 33, μχ», όπου μχ σημαίνει μηχανικός και όχι μετά Χριστόν. Ο Θοδωρής σηκώνει και αυτός το σταυρό του, είναι ένας νεαρός ‘κοινωνικά ελαττωματικός’. Δεν είναι ο ορισμός του cool και του hip, δε ρίχνει γκόμενες σωρό, αλλά τις κυνηγάει με το τουφέκι, δεν έχει γρήγορο αμάξι ή πολλά λεφτά και δεν είναι ψηλός με γραμμωμένους κοιλιακούς. Σκέτη αποτυχία δηλαδή, κυρίως για αυτόν τον ίδιο. Στην πορεία της παράστασης θα τα βρει με τον εαυτό του και θα ρίξει και την αγαπημένη του Κοραλία--απαραίτητο το happy end για μια κωμικο-σατιρική παράσταση.

Το πρώτο εξαιρετικά θετικό η ίδια η ύπαρξη της παράστασης, που επιβεβαιώνει ότι ούριος άνεμος πνέει για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Κείμενο με σπιρτάδα και χωμένο στην καθημερινή ζωή του Αθηναίου σε βαθμό που βάζει τον ήρωά του να ακούει τα καψουροτράγουδα του Μαζωνάκη όταν έχει ντέρτια και να στέλνει γράμματα στη στήλη Μίλα μου Βρώμικα της Μυρτώς Κοντοβά!(ειδικά αυτό το τελευταίο...)
Το δεύτερο είναι η λιτότητα μέσων. Μερικά σκηνικά αντικείμενα απαρτίζουν όλο το σκηνικό, απλά κοστούμια, κατάλληλοι φωτισμοί και ηχητικό χαλί και μόνο τρεις ηθοποιοί να βγάζουν την παράσταση χωρίς να πάρουν ανάσα. Πανεύκολο φαίνεται να κάνεις μια έξυπνη παράσταση, έτσι; Έλα που δεν είναι όμως πάντα έτσι...

Εδώ, εν πάσει περιπτώσει, όλα πάνε ρολόι. Το παιχνίδι ηθοποιών-θεατών καλά κρατεί, το κοινό ζεσταίνεται γρήγορα και συμμετέχει, ειδικά αφού από την αρχή τοποθετείται στις θέσεις από τον ίδιο το Θοδωρή και σε ρόλο ταξιθέτη! Ο χώρος, το Δώμα, είναι ό,τι πρέπει για τέτοιους πειραματισμούς. Οι άντρες της παράστασης έχουν καλή χημεία και ανταλλάσσουν τις ατάκες τους με κάθε φυσικότητα. Κάτι μονόλογοι-σεντόνια εδώ κι εκεί βέβαια κουράζουν, ειδικά αυτός της Κοραλίας, όπως και η υπερβολική τσαχπινιά της. Πρώτη προσπάθεια όμως κάνει η νεαρή ηθοποιός και σίγουρα φαίνεται ότι με λίγη δουλειά θα μας γοητεύσει, αφού έχει όλα τα υπόλοιπα προσόντα.

Μια απόλυτα feel good παράσταση, όχι για ‘ξενέρωτους θεατρόφιλους’, αλλά για όλους τους υπόλοιπους που νομίζουν ότι το θέατρο διαπραγματεύεται μόνο τα προβλήματα κάποιων ξεπεσμένων ευγενών στην μετα-επαναστατική Ρωσία. Με το φλώρο Θοδωρή να προσπαθεί να φλερτάρει με ατάκες του τύπου:
—Είσαι σα Θεά της Αρχαίας Ελλάδας. Αν σου έσπαγα τα χέρια θα ήσουν σαν την Αφροδίτη της Μήλου...

Σκηνοθεσία: Θύμης Μπαλωμένος
Παίζουν: Γιάννης Σαρακατσάνης, Γιώργος Ζιρόπουλος, Σοφία Λιάπη

Θέατρο του Νέου Κόσμου/ Νέα Σκηνή Τέχνης
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Φιξ, 210-9212900

9/10/06

Μάρτυς Κατηγορίας

Της Άγκαθα Κρίστι

Άνοιξα τη νέα σαιζόν και εγκαινίασα τη νέα μου ατέλεια με μια κλασική αξία: την Κάτια, που μετά και την επιτυχία της στο Βέρα στο Δεξί ξαναβρήκε σύσσωμο το πολυπληθές κοινό της. Δυο μέρες μετά την πρεμιέρα και το μισό θέατρο ήταν γεμάτο, μια πολύ καλή αρχή γι’ αυτή την εποχή, που καλά-καλά δεν ξέρουμε ποιες παραστάσεις παίζουν.

Η Ρόμελ, Γερμανίδα παντρεμένη με Άγγλο θα αναγκαστεί να προσέλθει ως μάρτυρας στη δίκη του άντρα της, που κατηγορείται για τη δολοφονία μιας γηραιάς κυρίας με μεγάλη περιουσία. Ένας γνωστός δικηγόρος, παρακάμπτει την πρόσφατη απόσυρσή του από τις δικαστικές διαμάχες για λόγους υγείας και αποφασίζει να τον υπερασπιστεί, πεπεισμένος για την αθωότητά του. Η εξέλιξη είναι απρόβλεπτη, με ένα ακόμη πιο απρόβλεπτο twist στο τελευταίο πεντάλεπτο, αντάξιο μιας Άγκαθα.

Το ανέβασμα είχε κάτι παράξενο: ήταν διανθισμένο με υπερβολικές χιουμοριστικές στιγμές, πράγμα που ουδέποτε φανταζόμουν ότι θα έδενε με το κλίμα μυστηρίου ενός αστυνομικού έργου. Ίσως είχα άδικο, αν κρίνω από τη θετική αντίδραση του κοινού. Από την άλλη, το χιούμορ έκλεινε τις τρύπες της σκηνοθεσίας: οι σχοινοτενείς ανακριτικές και δικαστικές σκηνές δεν κατάφερναν να αποκτήσουν ενδιαφέρον ούτε με την ενοχλητική χρήση της ηχούς, ούτε με τους εκκωφαντικούς θορύβους που τις συνόδευαν. Γενικά ο ήχος δεν ήταν το φόρτε της παράστασης. Ο φωτισμός ήταν αλλού καλαίσθητος, αλλού άγγιζε τα όρια του κιτς, όπως στη σκηνή με τη δικαστική έδρα να στολίζεται με απερίγραπτα λαμπιόνια. Έξυπνη πάντως η λύση να χρησιμοποιούνται μέλη του κοινού που έχουν εκ των προτέρων δηλώσει ενδιαφέρον ως ένορκοι κατά τη διάρκεια της δίκης.

Παρόλο το μέτριο στήσιμο, η υποκριτική είχε εδώ την τιμητική της. Πρώτη η είσοδος της Μουτούση ως αυστηρή/ μπριόζα νοσοκόμα ανεβάζει το θεατή, έπεται ο Κατρανίδης να προσπαθεί με σκανταλιές να της τη σκάσει. Ο νεαρός συνάδελφος του Κατρανίδη ήταν κάπως άτονος, το ίδιο και ο Σπυρόπουλος, τουλάχιστον στην παράσταση που είδα. Συχνά, παράσταση με παράσταση έχει μεγάλη διαφορά ως προς το ενεργειακό πεδίο και τη διαδραστικότητα ηθοποιού-θεατή. Η αγωνία για την είσοδο της femme fatale της παράστασης κορυφώνεται, μέχρι που η είσοδος της Δανδουλάκη δικαιώνει την αναμονή. Κομψά σύνολα υψηλής ραπτικής από τη Λουκία και τσάντες-φάκελοι συνδυάζονται με κατάξανθη κόμη, που δυστυχώς ήθελε κάποια τροποποίηση για να κολακεύει περισσότερο της γωνίες της πρωταγωνίστριας. Άψογα η φιγούρα και το παίξιμο αναδύουν την αύρα μυστηρίου που περικλείει τη γερμανίδα Ρόμελ, το ίδιο και οι γερμανικοί στίχοι. Κάπως αμήχανη η προσπάθεια αναδημιουργίας του image της Marlene μέσω της Κάτιας, αλλά δίχως τη σύγκριση, το αποτέλεσμα είναι καλό.

Γενικά μια προσεγμένη παράσταση στο κλασικό στυλ που μας συνηθίζουν οι Πλωρίτης-Δανδουλάκη. Μην περιμένετε βέβαια ότι θα δείτε πολλή Κάτια. Μάλλον ο Κατρανίδης έχει τις περισσότερες σκηνές...

Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία: Αντώνης Καλογρίδης
Παίζουν: Κάτια Δανδουλάκη, Δάνης Κατρανίδης, Κώστας Σπυρόπουλος, Αριέττα Μουτούση κ.α.

Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη

7/10/06

Η χώρα του δράματος* ή θέατρο και ξερό ψωμί

*όπου με τη λέξη δράμα, αναφέρομαι πρωταρχικά στο αρχαίο είδος που διαχωρίζεται σε κωμωδία και τραγωδία—όχι βέβαια ότι δεν υπήρξαν και ευφυής αναμίξεις, έχε κατά νου τον Ευριπίδη και τους πειραματισμούς του.

Αντίθετα με την παραγωγή ταινιών, ο θεατρικός τομέας ανθεί στην Ελλάδα. Χωρίς η ποσότητα να υπερέχει αισθητά της ποιότητας, το λίκνο του δράματος τα πάει ομολογουμένως και τη σήμερον ημέρα not bad at all. Μπορεί θεατρικά έργα να μη γράφονται με τη σέσουλα, αλλά ευχόμαστε ότι προς αυτή την κατεύθυνση πνέει ο άνεμος. Η ζήτηση όμως είναι βασικός παράγων της εμμονής σε κλασικούς τίτλους και φόρμες, οπότε το θεατρικό κοινό πρέπει να αλλάξει άρδην, ώστε να αλλάξει και το ρεπερτόριο. (πως θα γίνει αυτό, θα το αφήσω για να ‘χω να γράφω κι αργότερα τίποτα)

Όπως και να χει, κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση παρατηρείται τα τελευταία χρόνια—κάτι που δε συνέβαινε παλιότερα. Αρκεί να θυμηθούμε ενδεικτικά τίτλους όπως «Μια Μέλισσα τον Αύγουστο» του Θοδωρή Αθερίδη (σύντομα θα δούμε και την κινηματογραφική της μεταφορά), τη σταθερή παρουσία των Ρέππα-Παπαθανασίου με νέο τίτλο κάθε τόσο και την διάσημη πια «Κατσαρίδα» του Μαυρογεωργίου που σπάει τα ταμεία. Γράφονται λοιπόν νέα θεατρικά έργα που κάνουν τον κόσμο να τρέχει στα θέατρα, κυρίως κωμικά και δεν αναρωτιόμαστε καθόλου γιατί.

Όχι ότι όλα τα θέατρα γεμίζουν, αλλά οι σοφές επιλογές είναι δουλειά των θεατρικών παραγωγών και του σωστού μάρκετινγκ. Αφού όμως κονταρομαχίες γνωστών κλασικών έργων είναι δυνατή και βρίσκει θεατές (βλ. διπλός «Γλάρος») και αφού το «Σεσουάρ για Δολοφόνους» κοντεύει να κλείσει δεκαετία, ε, δε μπορεί, έχουμε θεατρόφιλο κοινό, όπου και να κρύβεται αυτό.

Το σίγουρο είναι ότι η Αθήνα δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Λονδίνο επί των θεατρικών—εκτός από λίγη όπερα και λίγο μιούζικαλ—και είναι οικτρά προκατειλημμένοι όσοι δηλώνουν το αντίθετο. Ένα χρόνο εκεί βαρέθηκα να ψάχνω τα fringe plays και να μην τα βρίσκω. Πιο πολύ καινοτομία έχω δει στην Αθήνα indeed, και σε αυτό συμφωνεί και η φίλη μου η Αλίκη, νέα σκηνογράφος, που μαζί αναρωτιόμασταν τι τόσο πια εξαιρετικό είχε κάνει ο Minghella πέρυσι και πήρε βραβείο Ολίβιε για τη Madame Butterfly του.

Συγκεντρωτικά, άπειρες παραστάσεις ανεβαίνουν στην Ελλάδα, πλουσιοπάροχες ή μινιμαλιστικές, καινοτόμες ή κλασικές με πρωτοεμφανιζόμενους ή μεγάλες ντίβες του θεάτρου. Κάθε μέρα της εβδομάδας το θεατρόφιλο κοινό μπορεί να δει θέατρο, δεν εξαιρείται πια ούτε η Δευτέρα και η Τρίτη—κάθε θέατρο που σέβεται τον εαυτό του έχει εξτρά παράσταση για να καλύπτει αυτές τις μέρες που παραδοσιακά το θέατρο «αργεί.»

Το μόνο βασικό πρόβλημα του ελληνικού θεάτρου για μένα είναι η απαγορευτική τιμή του εισιτηρίου. Δικαίως τα παράπονα, κι εγώ θεωρώ πανάκριβο το εισιτήριο των 35 και φοιτητικό 20 ευρώ, τη στιγμή που μπορεί κανείς να βρει στο Λονδίνο stand-by για τους Producers με 12 λίρες. Γιατί δεν καθιερώνεται κι εδώ η λογική του stand-by; Όλοι θα κέρδιζαν, κοινό και επιχειρηματίες. Στόχος άλλωστε είναι τα θέατρα να γεμίζουν, και όχι μόνο στη Λαϊκή Απογευματινή.

5/10/06

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ως αποχαιρετισμό των καλοκαιρινών παραστάσεων και καλωσόρισμα της νέας θεατρικής σαιζόν, επιλέγω να παραθέσω όχι μια κριτική, όχι έναν απολογισμό ούτε τελοσπάντων οτιδήποτε πομπώδες και πληκτικό. Ένα ποίημα, λοιπόν, γι’ αρχή, για όσους είδαν και όσους έχασαν την παράσταση εμπνευσμένη από τη ζωή και την ποίηση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στο πατρικό του σπίτι στα Εξάρχεια με τίτλο “Καρδιά με Κόκκαλα”. Με την ολόψυχη ελπίδα ότι δεν είναι το πρώτο ποίημα του Λαπαθιώτη που διαβάζουν. Γιατί, το θέατρο δεν είναι μία ακόμη έξοδος του Σαββατοκύριακου. Προϋποθέτει έναν δημιουργό και ένα κείμενο και ίσως θέλει λίγο παραπάνω ψάξιμο για να το απολαύσει κανείς στην ολότητά του.

ΒΑΟ, ΓΑΟ, ΔΑΟ

Ζινώντας αποβίδονο σαβίνι
και απονιβώντας ερομιδαλιό,
κουμάνισα το βίρο του λαβίνι
με σάβαλο γιδένι του θαλιό.

Κι ανέδοντας έν’ άκονο λαβίνι
που ραδαγοπαλούσε τον αλιό
σινέρωσα τον άβο του ραβίνι,
σ’ έν άφαρο δαμένικο ραλιό.

Σουβέροδα στ’ αλίκοπα σουνέκια,
μεσ’ στ’ άλινα που δεν εσιβονεί
βαρίλωσα σ’ ακίμορα κουνέκια.

Και λαμπαδοσαλώντας την ονή,
καράμπωσα το βούλινο διράνι,
σαν άλιφο τουνέσι που κιράνει...