Σελίδες

30/11/07

Τα Μυστικά της Αποτυχίας μου | Video Report

του Γιώργου Ηλιόπουλου


Ο
Γιώργος Ηλιόπουλος επανέρχεται στους γνωστούς του προβληματισμούς για την κρίση ηλικίας της γενιάς των τριάντα-παρά, τριάντα-και-κάτι που αφορά επαγγελματικά, αισθηματικά και άλλα τέτοια θέματα, μόνο που για πρώτη φορά επιλέγει την χιουμοριστική οδό για να τα εκφράσει. Μετά το Desperados, το Τέλος του Καλοκαιριού (που παίζεται στο Φούρνο) και άλλες συγγραφικές προσπάθειες ο Γιώργος Ηλιόπουλος έγραψε και πρωταγωνιστεί σε μια ανάλαφρη, μα, κάπως άνιση κωμωδία που ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά και προδίδει υπέρμετρη αγάπη στην τηλεοπτική αισθητική πλαισιωμένος πάντως από εξαιρετική ομάδα νέων ηθοποιών που δίνουν ζωή στην παράσταση.

Σκηνοθεσία: Πέμυ Ζούνη
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Ασημακόπουλος
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Παίζουν: Γιώργος Ηλιόπουλος, Έφη Καμπάνταη, Τάσος Φραγκιάς, Δήμητρα Γριζιώτη, Ασπασία Κοκώση, Ιωσήφ Ιωσηφίδης

Ήβη
Σαρρή 27, Ψυρρή, 210 3215127

27/11/07

Ποιος είναι ο κύριος Κέλερμαν και γιατί λέει όλα αυτά τα βρωμερά πράγματα για μένα;

του Φραντζ Κάφκα

Ο κύριος Κέλερμαν (τίτλος που προέρχεται από τα Ημερολόγια του συγγραφέα) αλλάζει πρωταγωνιστή. Ο Κ. τη ζωή και τον πόνο του οποίου παρακολουθεί ο Πύργος του Kafka, αυτός που δε διστάζει να τα βάλει με την ακατάληπτη γραφειοκρατία και το αποτέλεσμα των προσπαθειών του οποίου δε μαθαίνουμε ποτέ, αφού στο πρωτότυπο το έργο μένει ημιτελές (τελειώνει στη μέση μιας πρότασης με τον Κ. στο κρεβάτι του πόνου) αλλάζει όψη και ταυτότητα. Ο Ακύλλας Καραζήσης, που είναι ενδεχομένως για κάποιους ένας από τους λόγους να επισκεφθεί το θέατρο Θησείον, αφήνει την ομάδα να τραβήξει κουπί μόνη της. Στο εξής, η Θεοδώρα Τζήμου θα απευθύνει τη γλυκιά φωνή της στο Βασίλη Βασιλάκη και η παράσταση που παρακολούθησα δε θα είναι πια η ίδια. Η αντικατάσταση ενός μέλους του καστ δεν είναι μικρή υπόθεση. Μια ομάδα που έχει μάθει να δουλεύει μαζί, άτομα που έχουν δημιουργήσει τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας καλούνται να επαναπροσαρμόσουν τον τρόπο δουλειάς τους, να ενσωματώσουν κάποιον ξένο στην ομάδα τους. Οι ισορροπίες θα αλλάξουν, η παράσταση μπορεί να είναι καλύτερη ή χειρότερη, σίγουρα πάντως μια άλλη παράσταση.

Ο παραλληλισμός του καφκικού σύμπαντος με το σύμπαν της διαφήμισης, οι αναφορές στα διάφορα στάδια που πέρασε η μετάφραση-ανάλυση του έργου του Κάφκα (από τον υπερτονισμό της εβραϊκής του καταγωγής και την αναζήτηση του θεού μέχρι τη μεταμοντέρνα άποψη ότι το έργο αφορά ενδελεχώς το ίδιο το νόημα και την "μετάφραση" των καταστάσεων) και στο Ολοκαύτωμα κάνουν την παράσταση πολύ εγκεφαλική και δυσπρόσιτη, ένα ανέκδοτο σχεδόν (αφού some get it, some not), αλλά εξαιρετικά επιτυχημένο δεδομένου ότι αναδημιουργεί την καφκική ατμόσφαιρα στην εντέλεια. Είναι κι αυτή το ίδιο γριφώδης και ζητάει χείρα βοηθείας από εξωτερικές πηγές για να αποκρυπτογραφηθεί. Πράγμα που δε την κάνει λιγότερο must, όχι όμως την καλύτερη επιλογή για το απροετοίμαστο κοινό. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός φυσικά ποτέ δεν είναι η καλύτερη επιλογή του κοινού που ζητάει το εύκολο, αλλά εδώ υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες όπως ο λογοτεχνικός λόγος, οι σωματικές ασκήσεις και η ταύτιση των αφηγητών με τους χαρακτήρες, τα παιχνίδια με γνωστά brands (χωρίς αυτή να είναι αποτέλεσμα χορηγίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα) και η εγγενής δυσκολία της καφκικής αφήγησης που θα δυσκολέψουν κάποιους.

Η Μerenda, το Lurpak, το Johnnie Walker, οι χρωματιστές βαλίτσες και ο κυλιόμενος διάδρομος δίνουν παιχνιδιάρικο τόνο και προσθέτουν χίλια δυο συμπαραδηλούμενα, σε κάθε στιγμή ο θεατής αισθάνεται την παράσταση να του κλέινει το μάτι. Ακόμη πιο μακάβριο είναι το κλείσιμο ματιού σχετικά με το κατακόκκινο κραγιόν που φορούν οι πρωταγωνίστριες. (η εξήγηση βρίσκεται στο κείμενο που είναι κρεμασμένο στον τοίχο προς την έξοδο). Εκτός των άλλων, η αρχική σκηνή με την Σάσα Κρίτση ως ξενοδόχα που παίρνει το μπάνιο της ενώ κουβεντιάζει με τον Κ. είναι η πιο συναρπαστική της σαιζόν, ο τίτλος ο πιο ατέλειωτα αστείος και η ίδια η εμπειρία ένας καλός τρόπος πρώτης γνωριμίας με το κείμενο για όσους δε το είχαν ακόμη την τύχη να το απολαύσουν.

Ιδέα, σύλληψη και σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Δραματουργική επεξεργασία: Μιχαήλ Μαρμαρινός, Μυρτώ Περβολαράκη
Σκηνογραφία - Κοστούμια: Ντόρα Λελούδα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Γιάννης Δρακουλαράκος
Επιμέλεια Κίνησης: Βάλια Παπαχρήστου
Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης (Βασίλης Βασιλάκης μετά τις 25 Νοεμβρίου), Κώστας Κορωναίος, Σάσα Κρίτση, Τατιάνα Πίττα, Θεοδώρα Τζήμου, Λάμπρος Φιλίππου

Θησείον
Τουρναβίτου 7, Ψυρρή, 210 3255444

26/11/07

Τρεις Αδελφές - Περεστρόϊκα

του Άντον Τσέχωφ

Υπάρχει μια θεώρηση σύμφωνα με την οποία η ιστορία επαναλαμβάνεται σε κύκλους. Στην ουσία νομίζω συμβαίνει το εξής: οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε ανάλογες συνθήκες. Γιατί οι άνθρωποι πάντα όπως και να τα ονομάζουν κάνουν τα ίδια όνειρα, τρέφουν τις ίδιες ελπίδες, αυταπατώνται, διαψεύδονται και λυγίζουν. Αυτό το σχήμα αφορά τόσο τις διεκδικήσεις της καθημερινής απλής ζωής όσο και τα μεγαθέματα της πολιτικής και της ιστορίας. Είμαστε - όσο κι αν δεν το συνειδητοποιούμε- οι ελλειπτικές της ιστορίας τροχιές και οι δράσεις μας, οι ενέργειες που φαντάζουν παθητικές κι ανενεργείς στα δικά μας μάτια μπορούν και έχουν την δύναμη τελικά να επηρεάζουν ένα ολόκληρο σύμπαν, ένα πολύ πιο διευρυμένο σύμπαν από αυτό που ορίζουμε για μικρόκοσμό μας. Στον Checkov νομίζω περισσότερο από κάθε άλλο θεατρικό συγγραφέα μπορεί να συναντήσει κανείς ξεκάθαρα το φαινόμενο με το βότσαλο που ταράζει τα ήρεμα(;) νερά της λίμνης και μέσα από αυτή την πτώση να διαπιστώσει μακροσκοπικά τις διαστάσεις μιας ατομικής έκρηξης σε ομόκεντρους κύκλους.

Πέρα από τη φιλοσοφία όμως, ο Τσέχωφ κατόρθωσε με τις Τρεις Αδελφές αλλά και τα υπόλοιπα έργα του να γράψει για τη σκηνή έργα - ορόσημα και να προτείνει ήρωες και δράσεις, θέατρο δηλαδή που δοκιμάζεται και αναμετριέται με την ίδια τη ζωή. Ανεβάζουμε παραστάσεις του Τσέχωφ ρομαντικές και γλυκανάλατες επειδή δεν έχουμε την δύναμη να αναμετρηθούμε με την ίδια τη ζωή, να αντικρύσουμε στην αλήθεια αυτό που φοβόμαστε. Κι αυτό δεν είναι κακό γιατί ζούμε. Για την παρατήρηση καλοί είναι οι συγγραφείς, όπως εν προκειμένω ο πιό αντιπροσωπευτικός συγγραφέας της ζωής.

Η Μαριάννα Κάλμπαρη στην σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης κατόρθωσε με μια εμπνευσμένη σκηνοθεσία να φωτίσει το αριστουργηματικό κείμενο του Ρώσου δραματουργού υπό το πρίσμα της Σοβιετικής Ένωσης της δεκαετίας του '80 και της Περεστρόικα του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Ακόμα - ακόμα και το γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς που υπάρχει στο έργο συσχετίζεται με τον πλέον υπαινικτικό και διακρητικό τρόπο με την έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ. Πέρα όμως και πάνω από αυτό, η επιτυχία της Κάλμπαρη έγγειται στο γεγονός ότι ξεπερνά και τη Ρωσία του 1901 και τη Ρωσία του 1980 και αφήνει να φανεί ξεκάθαρη, απλή και διαυγής η ουσία του ίδιου του έργου: η ελπίδα για έναν κόσμο καλύτερο τελικά καταρρέει πρώτα και πάνω από όλα μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.

Στη σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης έχει στηθεί ένας κόσμος διάτρητος και μεγαλειώδης. Η συνδρομή της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου σε αυτό είναι καίρια και μνημειώδης: νομίζω είναι η πρώτη φορά που το Θέατρο της Φρυνίχου υποδέχεται μια παράσταση χωρίς την πλάτη της σκηνής του, με τις κλίμακες του φουαγιέ σε πλήρη ανάπτυξη και background να γίνονται ώρες - ώρες σχόλιο για έναν κόσμο ματαιόδοξο που υψώνεται μόνο και μόνο για να καταβαραθρωθεί και η σκηνή επίκεντρο να μετράει τα όνειρα, τις δράσεις, τις ρωγμές και τις... στιγμές τους.

Πολύ καλές ερμηνείες έχει αποσπάσει η Κάλμπαρη και από τους ηθοποιούς της: προεξέχουσα η Ιρίνα της Φαίης Ξυλά, ένα πλάσμα χαρούμενο και εύθυμο, κυρίως νέο με όλη τη σημασία της νεότητας -αυτό το σχόλιο από τον ίδιο το συγγραφέα κι αν είναι τόσο μα τόσο καίριο- που απογοητεύεται τραγικά όταν διαπιστώνει πως ποτέ δεν θα φτάσει στη "Μόσχα" -δεν δικαιούται καν το ταξίδι για αυτήν την "Ιθάκη" η Ιρίνα. Η Μάσσα της Γωγώς Μπρέμπου μοιραία και νευρωτική μες τη τάση της να φύγει από έναν γάμο -και όχι μόνο- συμβατικό, η ψυχαναγκαστική Όλια της Ναταλίας Δραγούμη, η στρίγγλα κουτοπόνηρη Νατάσσα με τον τυχοδιωκτισμό εκείνων που προσαρμόζονται στις εποχές και τα οιαδήποτε καθεστώτα, ο αδιέξοδος κι αναποφάσιστος, περιορισμένος μονίμως Αντρέι, ο θυμόσοφος Τσιμπουτίκιν αποτελούν τα πιό έντονα χρώματα στην παλέτα των χαρακτήρων που αλληλεπιδρούν σε αυτό το πολυσύνθετο και βαθιά υπαρξιακό έργο.

Προσαρμογή-Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Σκηνικά-κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Πορτόλου
Επιμέλεια μουσικού-οπτικού υλικού: Διαμαντής Καραναστάσης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μιχάλης Κωνσταντινίδης, Αγγελική Μαρίνου
Παίζουν: Ναταλία Δραγούμη, Γωγώ Μπρέμπου, Φαίη Ξυλά, Θόδωρος Γράμψας, Διαμαντής Καραναστάσης, Μιχάλης Σαράντης, Αννη Τοκ, Μάριος Κωνσταντίνου, Λεωνίδας Κακούρης, Κώστας Κάππας, Δημήτρης Μαύρος
Φρυνίχου 14, Πλάκα, 210-3222464

24/11/07

Ανάσα Ζωής

του David Hare

Ο David Hare έχει γράψει και για της Παναγιάς τα μάτια, με ιδιαίτερη προτίμηση στο πολιτικό θέατρο. Το Breath of Life που το 2002 όλο το Λονδίνο το καταχειροκρότησε στο Haymarket σίγουρα δεν έχει αξιώσεις ούτε να είναι από τα πιο ψαγμένα, ούτε και από τα καλύτερά του έργα. Για άλλο λόγο χειροκροτούσαν όλοι τότε, namely για τις δυο μεγάλες κυρίες που ερμήνευσαν έξοχα τους ρόλους τους, τη Judy Dench και τη Maggie Smith.Ήδη καταλαβαίνουμε ότι δεν υπήρχε κανείς ιδιαίτερος λόγος να επιλεγεί για ελληνικό ανέβασμα, παρά για τον εύλογο να δώσει ευκαιρία σε δυο μεγάλες ηθοποιούς σε ώριμη ηλικία να αναδείξουν το ταλέντο τους --δεδομένης βέβαια της εναργούς σκηνοθεσίας.Η σκηνοθεσία του Βουτσινά, ξεψυχισμένη και ξέπνοη (στερούμενη παντελώς από ανάσα ζωής) κάνει την εκ των πραγμάτων ανούσια και λίγοβαρετή ιστορία ακόμη περισσότερο αφόρητη. Έξυπνες ατάκες και καλογραμμένοι μονόλογοι χάνονται στην ακινησία και τουςαπίθανα ήρεμους τόνους των δυο γυναικών που παίζουν η μια σε απόσταση ασφαλείας από την άλλη, σα να φοβούνται να μην κλέψει η μια από την άλλη το παραμικρό ψήγμα λάμψης.

"Άντρας απατά μια γυναίκα επί ένα τέταρτο του αιώνα". Έτσι ξερά περιγράφει η Μαντλέν την ιστορία της Φράνσις, απατημένηςσυζύγου που έγινε συγγραφέας και φιλοδοξεί δήθεν να γράψει για την περιπέτεια του άντρα της όπως πραγματικά έγινε, γι' αυτόεμφανίζεται απρόσκλητη στο σπίτι της πρώην συνταξιούχας ερωμένης που καταλύει στο Isle of Wight και ζητάει να μάθει. Σε ένα αποπνικτικό χώρο μαθαίνουμε κι εμείς μαζί της τα καπρίτσια ενός "μεσόκοπου δικηγόρου που το έχει σκάσει με μιακαλλίγραμμη αμερικανίδα μπεμπέκα." Δηλαδή, δυο παρατημένες θυμούνται αυτόν που τώρα κοιμάται αλλού, how nice. Ούτε οιερμηνείες δε σώζουν δυστυχώς τα πράγματα. Ένα άνισο ζευγάρι η καλή Μαρία Σκούντζου και η επίπεδη με μόνο όπλο ψεύτικη πόζακαι χειρονομίες Αλεξάνδρα Λαδικού μας κρατάνε με το ζόρι στον αποπνικτικό χώρο, παρόλη την επαρκή μετάφραση του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ψεύτικο από τη Λαδικού να περιγράφει βόλτες της στο Covent Garden και τη Sicilian Avenue, πως να το κάνουμε. Ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση αισθάνεται κανείς αν θυμηθεί ένα αντίστοιχο κλειστοφοβικό αλλά έξοχο Strindberg που είχε ανέβει παλιότερα στην ίδια σκηνή με την εξαίσια Φιλαρέτη Κομνηνού. Διατηρώ κάποιες (ελάχιστες) επιφυλάξεις, πάντως, ότι η παράσταση θα βελτιωθεί κάπως στη συνέχεια (είχα την επιπλέον ατυχία να παραστώ-περιγράψω μόλις τη δεύτερη παράσταση).

Μετάφραση: Χρήστος Καρχαδάκης- Τάσος Μπαντής
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Βουτσινάς
Σκηνικά: Τίτη Κυριακίδου
Κοστούμια: Χρήστος Μπρούφας
Φωτισμοί: Διονύσης Κλειδέρης
Παίζουν: Αλεξάνδρα Λαδικού, Μαρία Σκούντζου

Κ.Θ.Β.Ε., Θέατρο Μονής Λαζαριστών, Μικρό Θέατρο
Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη, 2310 288000

23/11/07

Μια Κωμωδία

του Ιάκωβου Καμπανέλλη


Την κοινωνική πολιτική σάτιρα που έγραψε ο Καμπανέλλης το 1995 και ανέβασε το Ανοιχτό Θέατρο σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη επέλεξε ως το θεατρικό έργο που θα ανοίξει τη σαιζόν στη Μονή Λαζαριστών το Κ.Θ.Β.Ε. Δεν θα πω αν έκανε καλά ή κακά, παρόλοπου κατά τη γνώμη μου μια πόλη που δεν έχει δα και τόση πληθώρα σκηνών θα έπρεπε ίσως να είναι λίγο πιο εκλεκτικό στο ρεπερτόριό του (να δίνει μια γεύση στο κοινό για το τι γίνεται στις σύγχρονες διεθνείς σκηνές, εκτός των άλλων).

Τον Καμπανέλλη και τα εξαίρετα θεατρικά του τον γνωρίζουμε όλοι μας. Η μνημειώδης Αυλή των Θαυμάτων, Το Παραμύθι χωρίς Όνομα, Το Μεγάλο μας Τσίρκο και τόσα άλλα συνιστούν σημαντικά έργα της νεοελληνικής δραματουργίας (για διαφορετικούς το καθένα λόγους). Η γραφή του είναι πάντα γλαφυρή και έντονη σε συναισθήματα (Ο Δρόμος περνάει από Μέσα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως και το αυτοβιογραφικο Μαουτχάουζεν). Το συγκεκριμένο είδος της σάτιρας μετά ασμάτων είναι βέβαια ένα είδος στο οποίο δεν έχει μεγάλη θητεία, επ' ουδενί βέβαια δεν τα πηγαίνει άσχημα. Το έργο δεν έχει παλιώσει ιδιαίτερα. Νύξεις για αποξήρανση της (μολυσμένης!) Αχερουσίας λίμνης, για μίζες, για τους νεόπλουτουςπου κατακλύζουν τον Άδη και για οικιστική ανάπτυξη κάθε διαθέσιμης γωνιάς προκαλούν μειδίαμα. Σίγουρα πάντως όχι το γέλωτα που ίσως περιμέναμε.

Το μαγευτικό χαρακτηριστικό της παράστασης είναι σίγουρα η φαντασμαγορία της και το ταλέντο που ξεχειλίζει. Αμέτρητα νέα παιδιά που παίζουν και χορεύουν φορώντας τα έξυπνα και φανταχτερά κοστούμια της Μπρέισγουελ, που στροβιλίζονται ανάμεσα στα ποικίλα σκηνικά (γίνονται τουλάχιστον 3 αλλαγές) πάνω στις χαριτωμένες και όλο υπονοούμενα χορογραφίες του Μανταφούνη είναι χάρμα οφθαλμών. Η ζωντανή μουσική είναι ακόμη ένα στοιχείο που δίνει ζωντάνια, το σίγουρο είναι όμως ότι η έκταση της παράστασης δεν γίνεται αποδεκτή χωρίς κάποια κούραση. Ο ντεκαπαρισμένος Άγγελος Παπαδημητρίου είναι ένας Πλούτωνας που σχεδόν χάνει τα ηνία του Κάτω Κόσμου.Ύστερα από δική του εσφαλμμένη απόφασηγίνονται δεκτοί μόνο κάποιας οικονομικής ευχέρειας κάτοικοι, με χαρακτήρες όπως πρώην υπουργοί, εργολάβοι, λαϊκιστέςβουλευτές να κάνουν την εμφάνισή τους. Καζίνο, οίκοι ανοχής, βίλες και μπάνγκαλοους χτίζονται στην αποξηραμένη Αχερουσία λίμνη, ενώ ο Πλούτωνας κάνει διακοπές και ταραχές ξεσπούν. Ο Ερμής, η Περσεφόνη, ο Κέρβερος και άλλοι του Δωδεκάθεου βάζουν το χεράκι τους για να μπερδέψουν ή να ξεμπερδέψουν την κατάσταση. Το έργο έχει ενήλικη γλώσσα και σίγουρα δεν είναι για παιδάκια (υπήρχαν μερικά!), ούτε όμως και για θεατές που δεν κάνουν χωρίς ψυχολογικές εντάσεις και βάθος πλοκής. Είναι ένα πλούσιο ανάλαφρο θέαμα από αυτά που μόνο ένα κρατικό θέατρο μπορεί να υποστηρίξει --ρίξτε μόνο μια ματιά στην ατέλειωτη λίστα των συντελεστών της.

Σκηνοθεσία: Γιώργος Ρεμούνδος
Σκηνογραφία: Αντώνης Δαγκλίδης
Ενδυματολογία: Κλερ Μπρέισγουελ
Σύνθεση: Γιούρι Στούπελ
Χορογραφία: Χάρης Μανταφούνης
Φωτισμοί: Χρήστος Γιαλαβούζης
Μουσική Διδασκαλία: Νίκος Βουδούρης
Παίζουν: Αρετή Αγγέλου, Πάνος Αργυριάδης, Μίχάλης Γούναρης, Θόδωρος Γρηγοριάδης, Δημήτρης Διακοσάββας, Χρύσα Ζαφειριάδου, Θόδωρος Ιγνατιάδης, Νίκος Καπέλιος, Καραμήτρη Μαρία, Λακουμέντα Βάσια, Μανωλούδη Θηρεσία, Παλάντζα Λίλια, Παναγιωτίδης Νίκος, Πανδή Σταυριάνα, Παπαδημητρίου Άγγελος, Παπαδόπουλος Κυριάκος, Σεϊμένης Βασίλης, Σιαμσιάρης Γιάννης, Σιώνας Μιχάλης, Τσάτσαρης Γιάννης, Χαλκιάς Κώστας
Χορεύουν: Αντωνιάδου Κατερίνα, Βαλάσης Βαλεντίνο Βλάσιος, Γεωργιάδου Αφροδίτη, Κύρκου Κίρκη, Μάρτος Γιάννης, Πουλή Βενετία, Πούλιου Ουρανία, Χανδρουλίδης Χρήστος, Ψήφης Στέργιος
Μουσικοί: Ανδρέογλου Παναγιώτης, Κόιας Στέργιος, Λιόλιος Ιωάννης, Φίλκας Φοίβος

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μονή Λαζαριστών - Σκηνή Σωκράτης Καραντινός
Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη, 2310 288000

15/11/07

Κατερίνα Ισμαΐλοβα, η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ

του Νικολάι Λέσκοβ

Ο Νικολάι Λέσκοβ, δημοσιογράφος που μεταπήδησε στη λογοτεχνία, έγραψε διάφορα που ίσως δεν πασπάλισαν το όνομά του με πολλή άχνη, η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ όμως το έκανε και με το παραπάνω. Κυρίως όταν ο Σοστακόβιτς αποφάσισε να στηρίξει το λιμπρέτο της αιματοβαμμένης ομώνυμης όπεράς του στη νουβέλα του. Ακόμη περισσότερο , όταν το σταλινιστικό γούστο (λέγεται, μάλιστα, ότι ενδέχεται να ήταν ο ίδιος ο Στάλιν) επιτέθηκε στην επιτυχημένη μέχρι τότε όπερα από το βήμα της εφημερίδας Pravda για μουσική που προσπαθεί να εκφράσει την ερωτική πράξη στο έπακρο και άλλα αμαρτήματα, και είναι, συλλήβδην επικίνδυνη για το καθεστώς. Ο φτωχός Shostakovich είχε πάντως εντελώς άλλη πρόθεση, θέλοντας να δείξει ότι στην προεπαναστατική Ρωσία ο μόνος τρόπος αντίδρασης της γυναίκας ήταν ο φόνος, άρα εκ των πραγμάτων να επαινέσει τη μετεπαναστατική Ρωσία. Η όπερά του (που γνωρίζει συχνά σημαντικά ανεβάσματα, όπως αυτό του Royal Opera House, όπου ίσως να το πέτυχε και η δική μας σκηνοθέτις) κρύβει αρκετή συμπάθεια για την ηρωίδα, όπως κάνει και η ίδια η Φριντζήλα στη μεταφορά που βλέπουμε. Η Κατερίνα Ισμαϊλοβα (όπως μετονομάστηκε η δεύτερη εκδοχή του έργου στην οποία καταστάλαξε υπό εσωτερική πίεση ο συνθέτης, χωρίς όλοι οι υπόλοιποι να τον συμμεριστούν) δεν είναι παρά υποχείριο αντρών που προσπαθούν να την καπελώσουν και θύμα της απουσίας ευκαιριών να διακριθεί όντας γυναίκα και μάλιστα δίχως στον ήλιο μοίρα εκείνες τις βδελυρές εποχές.

Η Μάρθα Φριντζήλα με προϋπηρεσία στους δρόμους του τραγουδιού μας δίνει μια παράσταση μουσική και ευφυώς ειρωνική στο στήσιμό της. Κρίμα βέβαια που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, όπου η όπερα ως είδος κινείται μέσα στο ασφυκτικό κρατικό μονοπώλιο της Λυρικής και του Μεγάρου και δε μας βρίσκει τόσο ενημερωμένους για το προχωρημένο της θέαμα. Ειρωνεία στους στίχους και την εκτέλεση των τραγουδιών, στο αποστασιοποιημένο παίξιμο των δυο πρωταγωνιστών κυρίως, στο λιτό σκηνικό. Το πάτωμα του στενόχωρου δωματίου είναι στρωμένο με ζωηρόχρωμη τοιχογραφία θρησκευτικού περιεχομένου, όταν η Κατερίνα καθαρίζει έναν λεκέ από αίμα από το πάτωμα, δε τρίβει παρά τη μούρη του Ιησού. Πλείστες άλλες αναφορές στη χαμένη χριστιανικότητα, μπλεγμένη με εγκλήματα δημιουργούν εντυπωσιακές αντιθέσεις και συναισθηματικές εντάσεις ανάμεσα στην απταίστου τεχνικής Μαρία Κεχαγιόγλου και τον πεθερό που την καταπιέζει, τον ανίκανο και αδιάφορο άντρα της (ο επιβλητικός Λαέρτης Μαλκότσης με περούκα που στέκεται κάπως περίεργα και στους δυο ρόλους), και τέλος τον εκμεταλλευτή και άστατο εραστή της.

Όπως συχνά συμβαίνει, παίρνει σε όλους λίγη ώρα για να ζεσταθούν, μέχρι να αποδώσουν στο έπακρο των δυνατοτήτων τους. Οι ίδιοι αφηγητές, χαρακτήρες και κριτές των χαρακτήρων που αναπαριστούν –και τραγουδιστές ή οργανοπαίχτες στα μουσικά ιντερλούδια— οι τέσσερις ηθοποιοί δημιουργούν μια ζοφερή ατμόσφαιρα με λιτά μέσα και μια πρώτης τάξεως μεταμοντέρνα αφήγηση (ή μη-αφήγηση;). Βλέπουμε, ομολογουμένως, με υπερβολική συμπάθεια την Κατερίνα Ισμαϊλοβα που βαριέται κλεισμένη στο σπίτι της, περιτριγυρισμένη από εκνευριστικούς άντρες. Οι επιλογές της είναι μετρημένες και η ίδια προσπαθεί να μείνει ήσυχη και μην πάρει καμιά πρωτοβουλία, όμως ο αχόρταγος Σεργκέι την αναγκάζει σχεδόν να τον ερωτευτεί, το βάναυσο ξυλοκόπημά του την αναγκάζει να ταΐσει δηλητήριο τον πεθερό της και απρόβλεπτες καταστάσεις την αναγκάζουν για πολλά περισσότερα στη συνέχεια. Βέβαια τόσα εγκλήματα δεν την εξυπηρετούν τελικά σε τίποτα, και τη λυπόμαστε ολόψυχα όταν περπατάει ξυπόλυτη στην παγωμένη Σιβηρία. Είναι, after all, η πιο δυνατή και ακέραια προσωπικότητα του θεατρικού, ζητάει μόνο αυτή τη σπίθα που θα κάνει το σώμα της να αισθανθεί ζωντανό, πέρα από κάθε υλικό αγαθό. Και ευχαριστούμε τη Μαρία Κεχαγιόγλου που την κάνει τόσο δικιά της, με αποτέλεσμα να την κάνουμε κι εμείς άλλο τόσο δικιά μας.

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μάρθα Φριντζήλα
Σκηνογραφία-μουσική: Βασίλης Μαντζούκης
Παιζουν: Μαρία Κεχαγιόγλου, Λαέρτης Μαλκότσης, Γιώργος Φριντζήλας, Δέσποινα Αναστάσογλου

Θέατρο του Νέου Κόσμου-Κάτω Χώρος
Αντισθένους 7 και Θαρύπου, Φιξ, 210 9212900

12/11/07

Το Σπιρτόκουτο

του Γιάννη Οικονομίδη

Ο κινηματογράφος είναι, σε γενικές γραμμές, πιο αληθινός απ’ το θέατρο. Εκεί υπάρχουν λιγότερες συμβάσεις και συνήθως περισσότερη ψευδαίσθηση. Αυτό είναι το πρώτο που έχουμε υπόψιν πριν παρακολουθήσουμε μια θεατρική παράσταση που έχει πιο πριν υπάρξει κινηματογραφική ταινία. Πόσο μάλλον όταν η ταινία αυτή είναι το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη, που notoriously φτάνει τη λεκτική βία στα άκρα –όπως δήλωσε ο ίδιος (μάλιστα ακόμη περισσότερο με τη νέα του ταινία Η Ψυχή στο Στόμα) θέλησε να εντρυφήσει στο γνωμικό η «γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει».

Των παραπάνω λεχθέντων, η θεατρική μεταφορά του Σπιρτόκουτου είναι μια ειλικρινής και καλή μεταφορά. Τα δευτερεύοντα πρόσωπα έχουν κοπεί χάριν απλούστευσης και εργονομίας, το σκηνικό είναι μεν ενιαίο αλλά έχει δυο επίπεδα και κάποιο απαραίτητο βάθος –είναι δηλαδή σχεδόν μια τομή ενός διώροφου σπιτιού—και τα σκηνικά αντικείμενα και κοστούμια έχουν αντιγράψει ελεύθερα αυτά της ταινίας. Συχνά και σωστά, η σκηνοθεσία προσθέτει βάθος στο χαρακτήρα, τον χτίζει με μικρές γνώριμες λεπτομέρειες. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι που κάνουν τους χαρακτήρες λίγο πιο αντιπαθητικούς στο θεατρικό, απ’ ότι στην ταινία. Η ταινία μας δίνει μικρά ενσταντανέ από κάθε χαρακτήρα μέχρι να ολοκληρωθεί το ψηφιδωτό της οικογένειας: ο πατέρας ωρύεται στο τηλέφωνο, μετά τα βάζει με το γαμπρό του, ύστερα βλέπουμε λίγο τη μητέρα που φορτωμένη ξεφυσάει στην κουζίνα, το γιο που κανονίζει παρτούζα με το φίλο του και την κόρη που τα χώνει χοντρά στην καλύτερή της φίλη.

Στη σκηνή, όλοι τους συνυπάρχουν από την αρχή και έχουμε τη δυνατότητα να τους παρακολουθήσουμε πριν έρθει η σειρά τους να ξεσπάσουν. Ενώ στο σαλόνι οι γονείς λένε τα δικά τους, η κόρη επάνω καλλωπίζεται (βγάζει τα φρύδια της, βάφει τα νύχια της κτλ), ενώ ο γιος σερφάρει σε πορνοσάιτ. Περισσότερος ρεαλισμός εδώ, λιγότερος ίσως, όμως, όταν αποκτήσουν φωνή. Δεν είναι η τσαντίλα και ο τσαμπουκάς που βγάζουν μονάχα, το γεγονός ότι είναι όλοι τους εαυτούληδες τονίζεται πολύ περισσότερο στο θέατρο απ’ ότι στην ταινία. Και είναι λογικό, αφού είμαστε στο θέατρο. Οι χαρακτήρες δεν έχουν πλάνα ολόδικά τους, ακόμη και τις σκηνές τις μοιράζονται, γι’ αυτό και υπερβάλλουν κάπως για να κλέψουν την παράσταση. Μετά η σκηνή τους περνάει και τα πράγματα φαίνονται λίγο να χαλαρώνουν, όμως γενικά η θεατρική προσέγγιση του Σπιρτόκουτου παραμένει λιγότερο σοκαριστική από την πρωτότυπη εκδοχή της.

Άλλες λεπτομέρειες σε σκηνογραφικό επίπεδο, στις οποίες η κάμερα μπορεί να κάνει gros plan, δίνουν το προβάδισμα τραχιάς αληθοφάνειας στην ταινία. Οι γυαλούμπες του Λίτση, η χρυσή αλυσίδα, το χοντρό χρυσό δαχτυλίδι στο χέρι του, ο ανεμιστήρας, η παρατημένη ηλεκτρική σκούπα, δίπλα στα πολυκαιρισμένα έπιπλα του μικροαστικού σαλονιού λείπουν από το θεατρικό, αλλά και να υπήρχαν δε θα έκαναν την αντίστοιχη εντύπωση. Παρομοίως και στην εμμονή με τη γλώσσας του σώματος: οι γκριμάτσες και οι χειρονομίες είναι πιο δυνατές όταν γεμίζουν το πλάνο, παρά όταν κάποιος προσπαθεί να εστιάσει σε αυτά από την πλατεία. Διαφορετικά μέσα, διαφορετικές δυνατότητες and that’s it.

Ο Κώστας Μπάρας πάντως τα βγάζει πέρα παλικαρίσια με τον κινηματογραφικό του αντίπαλο Ερρίκο Λίτση. Είναι συγκινητικός στον εκνευρισμό του, την ακατέργαστη καλοσύνη του και την ήττα του. Όχι πως οι υπόλοιποι υστερούν σε ικανότητες. Λόγω της εγγενούς αλήθειας της, η παρατήρηση μιας οικογένειας με τεταμένες σχέσεις μια ημέρα καύσωνα στον Κορυδαλλό μας μαθαίνει ίσως πράγματα που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει για εμάς τους ίδιους. Η ανάγκη για δύναμη και αρχηγιλίκι είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη ανάγκη εδώ σε μας. Η επιβεβαίωση ότι «περνάει ο λόγος μας», είναι το μόνο φάρμακο για τα τεταμένα μας νεύρα.

Θεατρική διασκευή: Χαρά Τσιώλη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κομνηνός
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Μουσική &Video Art: Ανδρέας Τρούσσας
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Επιμέλεια Κίνησης: Πάνος Μεταξόπουλος
Παίζουν: Κώστας Μπάρας, Τζένη Σκαρλάτου, Μελέτης Γεωργιάδης , Μαριάννα Λαμπίρη, Γιώργος Κατινάς, Άρης Τσαμπαλίκας, Χριστίνα Δενδρινού

Θεατρική Ομάδα 90°C

Θέατρο Βικτώρια-Κεντρική Σκηνή
Μαγνησίας 5 & Γ' Σεπτεμβρίου 119, 210 8233125

7/11/07

Το όνομά μου είναι Rachel Corrie | Video Report

των Katharine Viner & Alan Rickman


Ένα all-american girl που τίποτα επάνω του δε μαρτυρούσε τις εσωτερικές της ανησυχίες πέταξε μέχρι τη λωρίδα της Γάζας για να προστατέψει εθελοντικά οικογένειες Παλαιστινίων από τις κατεδαφίσεις των Ισραηλινών και σκοτώθηκε, όταν μια μπουλντόζα που έκανε ανάχωμα ακριβώς μπροστά της την καταπλάκωσε. Τότε, το 2003, η είδηση έκανε το γύρω του κόσμου, οι εθελοντικές οργανώσεις εξεγέρθηκαν που η ειρηνική δράση ενέχει τέτοιους κινδύνους και η Katharine Viner με τον Alan Rickman αποφάσισαν να συνθέσουν ένα θεατρικό έργο από τα γραπτά της Rachel Corrie, που ήταν και το μόνο πράγμα που άφησε πίσω της. Το θεατρικό μετά το λονδρέζικο ανέβασμα γνώρισε επιτυχία σε πολλές ακόμη χώρες και μια εξ’ αυτών είναι φέτος και η δική μας, όπου μια πιο μεσογειακή εκδοχή της Rachel μας δίνει με ευαισθησία η Δέσποινα Σαραφίδου.

Σκηνοθεσία: Θοδωρής Τσαπακίδης
Μετάφραση: Μαρία Πασχαλίδου
Σκηνικά/Κοστούμια/Video-art: Κατερίνα Μπαραμπούτη
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Μουσική Επιμέλεια: Νίκος Ψαριανός
Παίζει: Δέσποινα Σαραφείδου

Brokenchair Theatre Company

Θέατρο Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, 210 6460748

6/11/07

Απόπειρες

του Martin Crimp

"Ένας μέσος πολίτης βομβαρδίζεται από μεγάλη ποσότητα γνώσης βίας, που του είναι δύσκολο να επεξεργαστεί", λέει ο Martin Crimp για τη βία του έργου του, που μένει, για καλή μας τύχη, μόνο στα λόγια, χωρίς να ζητάει να παρασταθεί. Ένα από τα πιο ξακουστά δείγματα μεταμοντέρνου θεάτρου, ένα θεατρικό που στην ουσία αποτελείται από "17 σενάρια για το θέατρο", όπως δηλώνει ο υπότιτλός του, το Attempts on Her Life συμπλήρωσε αισίως μια δεκαετία ζωής (και παραστάθηκε πέρυσι εορταστικά και με μοναδική σύμπραξη ψηφιακής εικόνας και θεατρικών μέσων στο National Theatre του Λονδίνου). Αυτό το κατεξοχήν ανοιχτό κείμενο που σπάει όλες τις συμβάσεις ενός συνηθισμένου θεατρικού, εφόσον στερείται όχι μόνο πλοκής, γραμμικής αφήγησης, αλλά και χαρακτήρων, είναι μάννα εξ ουρανού για ένα μπουχτισμένο σκηνοθέτη ή για μια ομάδα μπουχτισμένων ηθοποιών. Είναι από τα θεατρικά που, αντί να αποδιώχνουν, αποζητούν το στιβαρό σκηνοθετικό χέρι να τα πλάσει όπως η φαντασία του επιθυμεί και αναγκάζουν στους ηθοποιούς να δώσουν τη δική τους εμπειρία/ εκδοχή/ ευαισθησία στις ατάκες τους. Άρα, η επιλογή του έργου είναι εκ των πραγμάτων ριψοκίνδυνη και απαιτεί τουλάχιστον πολύχρονη εμπειρία σε τέτοιου είδους εγχειρήματα.

Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου (που θα δούμε σύντομα να σκηνοθετεί την Άλμα Μάλερ στην Αθηναΐδα) διαθέτει σίγουρα την εμπειρία αυτή. Τα έντεκα φυντάνια σχεδόν του Θεάτρου Τέχνης μας πείθουν ότι και χωρίς αρκετή εμπειρία, αν το ‘χεις, φαίνεται. Το 2004 παρουσίασαν στην αποφοίτησή τους το ίδιο έργο και αυτό το δέσιμο, ο συγχρονισμός και ο ομαδικός αυτοσχεδιασμός που γέμιζε τότε την τάξη της σχολής ποτίζει συναρπαστικά και αυτό το ανέβασμα. Μπορεί το έργο να είναι δύσκολο για όσους δε ζουν χωρίς ιστορίες με αρχή-μέση-τέλος και το ποιόν της Άννας, του βασικού χαρακτήρα στον οποίο οι αφηγητές αναφέρονται, να μας διαφεύγει συνεχώς. Μπορεί οι ποπ ρυθμοί, η διάχυτη ειρωνεία και το παιχνίδι με τη θεατρική πράξη –κατά πόσο μπορεί ο ηθοποιός να χειριστεί και να αποδώσει ένα τόσο αφηρημένο υλικό—να μην είναι ακριβώς του γούστου όλων. Δε νομίζω όμως ότι οι παραπάνω ενστάσεις είναι δυνατόν να αποτρέψουν οποιοδήποτε θεατή να απολαύσει ένα τόσο ολοκληρωμένο δείγμα δουλειάς συνόλου.

Τα σκηνικά μέσα είναι λιτά και η ενδυματολογική εμμονή σε κόκκινες και λευκές τουτού κλασικού μπαλέτου φορεμένες πάνω από στρατιωτικές παραλλαγές δε θα μπορούσε να αποδειχτεί περισσότερο εύστοχη. Απόλυτα δεμένη με την ειρωνεία του έργου, όσο και η αντιστικτική επί το πλείστον επιλογή της μουσικής, έκανε τους θεατές να ξεκαρδίζονται κατά κόρον. Το μοίρασμα μικρών, αλλά σημαντικών δράσεων εδώ κι εκεί, σε περισσότερα από ένα μέρη της σκηνής βοήθησε να φτάσει η παρωδία σε κρεσέντο, με κορυφαία τη στιγμή της προτροπής για αποστολή sms που θα απαντάει στην ερώτηση πόσες Άννες πέρασαν από τη σκηνή.

Η Άννα που ίσως είναι καλλιτέχνιδα, τρομοκράτης, μετανάστρια, πορνοστάρ, πεθαμένο παιδί ή αυτοκίνητο σύμφωνα με το έργο, θα αποκτήσει σώμα μιας γυναικείας φιγούρας που βουβή θα παρακολουθεί τα όσα οι μιντιακές κυρίως εικόνες μαρτυρούν γι’ αυτή. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει πια, ακόμη κι αν δεν υπήρξε ποτέ, οι επιφάνειες των τηλεοράσεων αποπειράθηκαν να την αντικατοπτρίσουν και να την χαρακτηρίσουν. Κατάφεραν μόνο όσα καταφέρνει να αποτυπώσει ο απατηλός κόσμος των μίντια για την πραγματικότητα μας.

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Σκηνική Επιμέλεια: Ελένη Μανωλοπούλου
Κοστούμια: Πηνελόπη Αναστασοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική Διδασκαλία: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Επιμέλεια Κίνησης: Aleksander Qjevanj
Παίζουν: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Πηνελόπη Αναστασοπούλου, Λορίνα Κατσιώτη, Ιζαμπέλλα Κογεβίνα, Έφη Λιάλιου, Πάρις Λύκος, Δημήτρης Μπογδάνος, Δημήτρης Παπαγεωργίου, Εύα Σιμάτου, Φίλιππος Φιλόγλου, Μιλτιάδης Φιορέντζης

MySpace Απόπειρες


Θέατρο Ιλίσια-Ντενίση
Παπαδιαμαντοπούλου 4, 210-7210045

2/11/07

Ο Έμπορος του Λας Βέγκας

του Μαρκ Φον Χέννινγκ

Το Μαρκ Φον Χέννινγκ τον γνωρίζουμε ήδη από το Αμόρε και την Κουζίνα του Κυανοπώγωνα. Την ολίγον αποστασιοποιημένη και μοντερνίζουσα σκηνοθεσία που επικρατεί εκεί, στο διαφορετικό και πλέον εμπορικό Θέατρο του Νότου, την έχουμε κάνει κτήμα μας πια τόσα χρόνια. Κινηματογραφική αμεσότητα με κάμερα στο χέρι που προσφέρει αφειδώς gros plan των ηρώων στη σκηνή, χρήση βίντεο-προβολής, μικρόφωνα για live εκτέλεση τραγουδιών στη σκηνή, τοποθέτηση καταστάσεων περασμένων αιώνων στο σήμερα. Σκηνοθετικά ευρήματα που ταράζουν, ή τουλάχιστον τάραζαν τα νερά, αφού θεωρούνταν πρωτοποριακά, έφτασαν όμως στη συνέχεια να γίνονται μόνο για να δηλώσουν το διαφορετικό, χωρίς να έχουν σθεναρό λόγο ύπαρξης.

Λογικό και επόμενο, η τοποθέτηση του Γιάννη Χουβαρδά στους διευθυντικούς θώκους του Εθνικού να σημάνει τη μερική «αμορ-ο-ποίησή» του, αφού όλες οι ενέργειές του στο Αμόρε στέφθηκαν από επιτυχία. Όχι μόνο σε θέματα ρεπερτορίου, αλλά και με τη θέσπιση της «Κάρτας Φίλων του Εθνικού», το άνοιγμα στο κοινό με τις συζητήσεις που γίνονται κατά τις προπαραστάσεις με τους συντελεστές της παράστασης και εικαστικές παρεμβάσεις στους θεατρικούς χώρους. Τα αποτελέσματα μιας εκ των παραπάνω τακτικών προκάλεσαν στην προ-παράσταση της νέας παραγωγής του Εθνικού ο Έμπορος του Λας Βέγκας, πλείστους γέλωτες.

Μιλάω βέβαια για τη συζήτηση με το κοινό, όταν, δυστυχώς, ως κοινό, ανακαλύπτουμε μαζί οι συντελεστές και εμείς τεθλιμμένοι ότι, λογιέται το γνωστό κοινό παπουδο-γιαγιάδων του Εθνικού με τις κλασικές απαιτήσεις τους. Κοστούμι με φραμπαλά, happy end, κλασική δραματουργία και πάει λέγοντας. Τόση δε είναι η λαχτάρα τους γι’ αυτά, που αρκετοί δεν έλεγαν να εννοήσουν ότι ο Μαρκ Φον Χέννινγκ έγραψε εκ νέου ένα έργο που ομοιάζει μεν και βασίζεται αμυδρά στο Έμπορο της Βενετίας του σεπτού Σαίξπηρ, αλλά ξεφεύγει αισθητά από αυτόν και αποτελεί κάτι εντελώς καινούργιο. Το θλιβερό συμπέρασμα της συζήτησης είναι η ανωριμότητα του κοινού. Οι μεν κάποιας ηλικίας αναλώνονταν σε συγκρίσεις με τον Έμπορο του Σαίξπηρ, οι δε νέοι έσπευσαν να χαιρετίσουν την ανύπαρκτη πρωτοπορία της σκηνοθεσίας (αφού όπως είπαμε αυτά βλέπουμε τουλάχιστον εδώ και μια πενταετία). Ούτε πρωτοπορία, ούτε ιεροσυλία, λοιπόν. Απλώς μια τολμηρή επιλογή για τη Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ που συνήθως φιλοξενεί πιο λαϊκότροπο και εύκολο ρεπερτόριο, αφήνοντας έξω βέβαια τον μοναδικό περσινό Μαυρίκιο.

Τι ακριβώς είναι τελικά ο Έμπορος του Λας Βέγκας και γιατί τους έπιασε όλους εξ απίνης; Η πλοκή τοποθετείται ανάμεσα στη χλιδή και τον τζόγο των καζίνων, με ήρωες τιποτένιους λάτρεις του εύκολου χρήματος, δηλαδή τζογαδόρους, τοκογλύφους τραπεζίτες, έμπορους ναρκωτικών και τις ενοχλητικές ελαφρόμυαλες κόρες τους. Χαρακτήρες λίγο-πολύ αντιπαθητικοί στο σύνολό τους, όπως ήταν και η ρητή θέληση του συγγραφέα-σκηνοθέτη. Μέχρι εδώ τα κατάφερε περίφημα, αλλά αυτή η παντελής έλλειψη ταύτισης με τα καθάρματά του, οδήγησε στο άλλο άκρο: μας έκανε να χάσουμε το ενδιαφέρον από πολύ νωρίς. Βοήθησε σ’ αυτό και η υποκριτική προσέγγιση που ήταν στο σύνολό της αρκετά επίπεδη. Υπήρξαν στιγμές που έμοιαζε οι ηθοποιοί απλώς να εκφωνούν το ρόλο μασκαρεμένοι με αποκριάτικα ρούχα. Υπήρξε, ευτυχώς, ελάχιστο αληθινό αίσθημα, κυρίως προς το τέλος και κυρίως από τον Λιγνάδη και τη Σκουλά, αλλά σχεδόν χάθηκε στα ατέλειωτα πηγαινέλα των χαρακτήρων που πάσχιζαν να γεμίζουν την πελώρια σκηνή με την παρουσία τους (γιατί, τέτοια μετα-μοντέρνα παιχνιδάκια ταιριάζουν στη πιο μαζεμένη σκηνή του Αμόρε, όχι όμως σε τόσο κλασικής διαρρύθμισης σκηνή όπως αυτή του Κοτοπούλη-Ρεξ).

Το λευκό σκηνικό με τις πολλές αντικριστές πόρτες που φιλοξένησε όλη τη δράση μου θύμισε τουαλέτες γκλαμουράτου club και ήταν πολύ εύστοχο δεδομένης της σαπίλας που το όλο θεατρικό προσπαθούσε να υποδηλώσει. Η live εκτέλεση τραγουδιών, όπως και η χρήση της κάμερας ήταν επιεικώς αχρείαστη και αδικαιολόγητη, και υπήρχε πιο πολύ για να δηλώσει το διαφορετικό, παρά για οποιοδήποτε οργανική ανάγκη του ανεβάσματος. Γενικά ο σκηνοθέτης δεν έχαιρε άκρας εμπιστοσύνης εκ μέρους των υποκριτών, και εκεί εντοπίζεται η έκδηλη αμηχανία τους (έντονη στο Μυλωνά-Σάυλωκ, κατ' εμέ, που φορτώθηκε την πιο δύσκολη σκηνή, αυτή του τέλους, όπου ντυμένος με χιτλερική περιβολή επιζητά να προκαλέσει το δικό του μικρό ολοκαύτωμα, μήπως και αισθανθεί λίγο από το δέος του παλιού του διώκτη). Όπως και να 'χει, το τελικό συμπέρασμα δε μπορεί να είναι παρά διττό: υπάρχουν κάποιοι που θα ξαφνιαστούν ευχάριστα ή δυσάρεστα με όλα αυτά--όσοι δεν είναι ακριβώς ενήμεροι για τις τελευταίες θεατρικές εξελίξεις και πρακτικές, υπάρχουν και μερικοί που δε θα τους κάνει ιδιαίτερη αίσθηση.

Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου, Δημήτρης Φιλιππουπολίτης
Σκηνοθεσία: Μαρκ φον Χέννινγκ
Σκηνικά-κοστούμια: Χέρμπερτ Μουράουερ
Μουσική: Νίκος Πλάτανος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Δημήτρης Λιγνάδης, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μαρία Σκουλά, Γιάννος Περλέγκας, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Βαγγέλης Χατζηνικολάου, Γιώργος Γλάστρας, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γεννάδιος Πάτσης, Σταύρος Καλλιγάς, Γιώργος Οικονόμου

Εθνικό Θέατρο -Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ
Πανεπιστημίου 48, 210-3305074