Σελίδες

29/5/07

COWS

της Μαρίας Τρανού

Το ψυχολογικό δράμα της μικρής Κάντυ μέσα από ένα τραγικό – όχι και τόσο ιψενικό - τρίγωνο.

Μια υστερική μαμά (Τώνια Ράλλη) που καταπίνει καθημερινά μεγάλες ποσότητες ηρεμιστικών και καταπιέζει τις δύο κόρες μέχρι που η μεγαλύτερη δεν θα αντέξει και θα φύγει από το σπίτι, ενώ η μικρότερη θα το σκάσει κι εκείνη με την σειρά της, καταφεύγοντας στον χώρο της φαντασίας της.

Μια μεγάλη αδελφή (Μαρία Γεωργιάδου) που πέρα από την μητρική καταπίεση, αισθάνεται αδικημένη και θύμα διακρίσεως από την μητέρα της, η οποία δείχνει αδυναμία στην μικρότερη κόρη, μέχρι που από ζήλια θα φτάσει στο σημείο να πείσει την μικρή της αδελφή ότι δεν είναι γνήσιο παιδί της μαμάς. Αντίθετα από ότι νόμιζε εκείνη, την είχαν αγοράσει από ένα μαγαζί που πουλούσε παιδιά που έμοιαζαν με ζωάκια και στην πραγματικότητα ήταν ένα αγελαδάκι.

Η Κάντυ (Άρτεμις Φλέσσα) θα πιστέψει στα λόγια της αδελφής της ότι είναι αγελαδάκι, παρ’ όλες τις απέλπιδες προσπάθειες της μητέρας της να φάει κρέας, δεν θα δεχτεί να βάλει μπουκιά στο στόμα της, και θα καταφύγει στον χώρο της φαντασίας της, προκειμένου να βρει την δική της ταυτότητα. Χαμένη σε έναν άλλο κόσμο, θα κάνει αίτηση για να συμμετάσχει σε μια παρέλαση αγελάδων, θα βρεθεί κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο με δύο περίεργες φιγούρες από εκείνες που μόνο στα παραμύθια μπορείς να βρεις και ξάφνου θα… ξυπνήσει. Μέσα σε όλο αυτό το οικογενειακό δράμα, εμπλέκεται και η μορφή ενός άντρα (Γιώργος Σπάνιας), ο οποίος φλερτάροντας με την μητέρα, προσπαθεί να ανασυνθέσει το μυστηριώδες παρελθόν μέσα από τα δικά της μάτια.

Η πρωτοεμφανιζόμενη ομάδα Dead KANDINSKY αναμετρήθηκε με επιτυχία με ένα δυσνόητο κείμενο, που ενώ αρχικά υποσχόταν δράση κι ενδιαφέρον, τελικά μετά από λίγο έμενε στάσιμο, δίνοντας την εντύπωση της ανακύκλωσης της ίδιας βασική ιδέας, της καταπιεσμένη κοπέλας που ψάχνει να βρει μια ταυτότητα για τον εαυτό της. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Κατερίνας Σωτηρίου, πέρα από την ουρανοκατέβατη κούνια, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν απλοϊκά σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρει ο χώρος, την ‘‘παράσταση’’ όμως κλέβουν οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου, ο οποίος κατάφερε να μεταμορφώνει συνέχεια τον στατικό χώρο με ατμοσφαιρικούς χρωματικούς συνδυασμούς. Τέλος, κατά την γνώμη μου, η χρήση Video, όπως το ρολόι του Θανάση Τ. θα μπορούσε να επεκταθεί σε περισσότερες σκηνές, δίνοντας εντυπωσικά αποτελέσματα, εφόσον το έργο ευνοεί παρόμοιους πειραματισμούς με projections και γενικότερη χρήση visual media.Προσεγμένη η μουσική επιμέλεια του Δημήτρη Χατζημήτρου, δημιουργούσε την απαιτούμενη ατμόσφαιρα στις περισσότερες σκηνές ενώ έδεσε με τις χορογραφίες της Κατερίνας Σπυροπούλου.

Το τελικό αποτέλεσμα, σαν επίλογος, είναι μια χαριτωμένη παράσταση από νέους ανθρώπους με φρέσκιες ιδέες, που δημιουργούν ελπίδες για καινούργιες προτάσεις στο μέλλον.

Σκηνοθεσία: Dead KANDINSKY
Σκηνικά – Κοστούμια: Κατερίνα Σωτηρίου
Χορογραφία: Κατερίνα Σπυροπούλου
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος
Μουσική Επιμέλεια: Δημήτρης Χατζημήτρος
Video: Θανάσης Τ.
Παίζουν: Άρτεμις Φλέσσα, Τώνια Ράλλη, Μαρία Γεωργιάδου, Νεφέλη Ανανιάδη, Γιώργος Σπάνιας

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Φιξ, 210-9212900

28/5/07

Blasted

της Sarah Kane

Τέλειωσε την Κυριακή με υποσχέσεις επανάληψης σε νέο χώρο και με νέα διανομή (από τη νέα σαιζόν, πλέον) η παράσταση του πρωτόλειου της αυτόχειρος Sarah Kane (1971 –1999) Blasted. Το θεατρικό που μίσησαν οι άγγλοι κριτικοί άμα τη εμφανίσει του και το μετάνιωσαν οικτρά αργότερα --σε σημείο να ζητήσουν και συγγνώμη από το φάντασμα της Σάρα-- δεν κρύβει εύκολα τις ατέλειές του. Η βασική του δραματουργική αδυναμία εντοπίζεται κυρίως στην αγαθή του πρόθεση να καταπιαστεί με κάθε εύκαιρο είδος βίας: την οικιακή βία (εναντίον της γυναικείας/παιδικής/ατόμου με ειδικές ανάγκες πρωταγωνιστικής φιγούρας), τη βία του πολέμου --με προεκτάσεις από σοδομισμό μέχρι κανιβαλισμό-- τη λεκτική βία και τη βία των Media, όλα μπαίνουν ανάκατα στον καταπέλτη της Sarah και μας βομβαρδίζουν ανελέητα.

Με βαθύ χάσμα ανάμεσα στο ρεαλιστικό πρώτο μέρος και το ολότελα συμβολικό δεύτερο, με ωμή αναπαράσταση της ανθρώπινης αγριότητας (το σήμα κατατεθέν της συγγραφέως), αναφορές στον πόλεμο στη Σερβία, η μιας ώρας και είκοσι λεπτών διάρκειας παράσταση σίγουρα ζαλίζει, ενδεχομένως προβληματίζει. Μάλιστα, αυτό συμβαίνει παρόλη τη διακριτική σκηνοθετικά επιλογή της Μπρούσκου να μην φορτώσει με κόκκινο χρώμα στην παράσταση: το αίμα μόνο το φανταζόμαστε, ευτυχώς. Το σκηνικό του πάντα στιλάτου Σωκράτη Σωκράτους ανέδειξε επιτυχώς την αντιθετική ποιότητα της πολυτέλειας και της πολεμικής συμπλοκής και η συστηματική αφήγηση/εκτόξευση σκηνικών οδηγιών με τη φωνή της Μπρούσκου κάνει πιο αδρή τη χιουμοριστική πινελιά στο θεατρικό.

Βέβαια, η πρόταση γίνεται εδώ για να επικεντρωθείτε στις χάρες του κειμένου. Blasted, λοιπόν, αγαπητό θεατρόφιλο κοινό, όπου μια αθώα και επιληπτική αγγλιδούλα πέφτει θύμα βιασμού από αλκοολικό δημοσιογράφο φυλλάδας, ο οποίος πέφτει επίσης θύμα βιασμού brutal στρατιώτη που εμφανίζεται από το πουθενά, ο οποίος τελικά τα κάνει όλα λίμπα και αυτοπυροβολείται και αντιστρέφει την ισορροπία των σχέσεων θύτης-θύμα της έναρξης. Η μικρή Κειτ φροντίζει τον τυφλωμένο Ιαν σε ένα παράλογα ελπιδοφόρο φινάλε --κρίμα μάλιστα να μην μπορείτε να διαβάσετε τη μετάφραση του Θεάτρου Δωματίου με την εκφώνηση "τζιβιτζιλού" να αποδεικνύει ότι οι λέξεις της πιάτσας μπήκαν προ πολλού στα σαλόνια.

( Φωτο: flou-dion )

Μετάφραση: Θέατρο Δωματίου
Σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου
Σκηνικά - Κοστούμια: Σωκράτης Σωκράτους
Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Παρθενόπη Μπουζούρη , Γιώργος Φριντζήλας

Θέατρο του Νέου Κόσμου

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Φιξ, 210-9212900

22/5/07

To Θεσσαλικό μου Θέατρο

της Άννας Βαγενά

Η σημερινή εποχή είναι για τους νέους κάτι σαν λάκκος στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Έχουμε πέσει μέσα και δε ξέρουμε με ποιο τρόπο να βγούμε, άσε που δεν έχουμε και κανέναν απέξω να μας τραβήξει. Όραμα, στόχοι, ζέση και ενθουσιασμός είναι λέξεις λίγο-πολύ ξεχασμένες. Το ego μας έχει φουσκώσει, μάλλον μας το φούσκωσαν —πάντα πρέπει να ρίχνουμε, φυσικά, αλλού τις ευθύνες.

Η μεταπολεμική Ελλάδα φαίνεται πως ήταν κατά τι διαφορετική. Είχε κάποιους που όταν σου αφηγούνται τις προσπάθειές τους για το κοινό καλό, σε κάνουν (τουλάχιστον) να κοκκινίζεις από ντροπή. Κάτι τέτοιες σκέψεις με κατέκλυσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης το Θεσσαλικό μου Θέατρο, και δε με άφησαν για αρκετή ώρα μετά. Η Άννα Βαγενά, όμως, κάθε άλλο παρά παινεύεται, κάθε άλλο παρά κουνάει το δάχτυλο σε όλους εμάς τους ακαμάτηδες. Με αιώνια παιδικότητα, ζεστό χιούμορ και καλοσύνη που ξεχειλίζει αφηγείται τις μνήμες της που συναντιούνται με ένα μέρος της νεοελληνικής ιστορίας.

Η Άννα Βαγενά παρόλο που βρισκόταν στην αρχή μιας επιτυχημένης πορείας στην Αθήνα, δε φοβήθηκε
εν έτει 1975 να ταχθεί υπέρ --και όχι μόνο στη θεωρία-- της πολιτιστικής αποκέντρωσης. Μια δεκαετία σχεδόν πριν η Μελίνα κάνει θεσμό τα Δημόσια Περιφερειακά Θέατρα, όταν εκτός πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας δεν υπήρχε επαγγελματικό θέατρο ούτε για δείγμα, η Βαγενά ίδρυσε (με τη βοήθεια πολλών ακόμη ενθουσιωδών συγχρόνων της) το Θεσσαλικό Θέατρο. Οι απαρχές, τα εμπόδια, οι πρώτες επιτυχίες, οι έριδες και πολλά, μα, πάρα πολλά ανεκδοτολογικά στιγμιότυπα χώρεσαν στο ομώνυμο βιβλίο της Βαγενά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, απόκτημα για όσους έχουν λίγο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό (ή έστω κατάγονται από τη Θεσσαλία:).

Σε δραματοποιημένη μορφή, με ενδιάμεσα μουσικά ιντερμέδια από αλλοτινές εποχές και τις τότε επιθεωρήσεις του Θεσσαλικού (όπως το Χαιρέτα μας τον Πλάτανο) η αφήγηση ρέει και κάνει τις γιαγιάδες τριγύρω να συγκινούνται. Κι εμάς το ίδιο, που όσο κι αν ακούμε για τον τότε ενθουσιασμό, πάλι δεν καταφέρνουμε να εμποτιστούμε με αυτόν. Η Βαγενά ακομπλεξάριστη και απλή, περιγράφει τα πάντα με αμεσότητα και ύστερα από τις πρώτες αράδες, πετάει το προσχέδιο και τα χαρτιά της και ακολουθεί τις μνήμες της, συνταγή πάντα επιτυχημένη. Η απαλλαγμένη από επιτήδευση και στήσιμο παράσταση έχει κάτι το εκπληκτικά μεταμοντέρνο: είναι στιγμές που νομίζεις ότι είσαι καλεσμένος στο σαλόνι της Άννας και σου λέει την ιστορία της ζωής της• ειδικά όταν μας ρωτάει αν θέλουμε να χαμηλώσει το air-condition. Κρίμα που διαρκεί μόνο για λίγες παραστάσεις, υπάγεται από μόνη της σε διαφορετική κατηγορία, θα αποτολμούσα το χαρακτηρισμό "εμπειρία ζωής", αλλά φοβάμαι μήπως κατηγορηθώ για υπερβολή. Όμως, όπως λένε, beauty is in the eye of the beholder.


Επιλογή κειμένων - Σκηνοθετική επιμέλεια : Άννα Βαγενά
Σκηνικό : Stefan Trifonov Ganev
Μουσική επιμέλεια : Λουκιανός Κηλαηδόνης
Φωτισμοί : Αποστόλης Στράντζαλης
Παίζει: Άννα Βαγενά

Θέατρο Μεταξουργείο
Ακαδήμου 14, Μεταξουργείο, 210 5234382, 210 5238475


21/5/07

The Black Eyed | Video Report

της Betty Shamieh



Για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Θέατρο Φούρνος από την Εταιρείας Δυτικά της Πόλης του Τάκη Τζαμαργιά ανεβαίνει θεατρικό έργο της Betty Shamieh και μάλιστα το The Black Eyed, από τα πιο δηκτικά/φεμινιστικά/προπαγανδιστικά της. Με αφορμή τις υπερβολές της Υπερδύναμης κατά της Τρομοκρατίας τη μετά 11η Σεπτεμβρίου εποχή, η Shamieh παρουσιάζει την άλλη πλευρά του νομίσματος. Πως είναι να είσαι Αραβικής καταγωγής και μάλιστα γυναίκα σε μια χώρα που το σκουρόχρωμο και μόνο δέρμα αντιμετωπίζεται εχθρικά; Είναι θεμιτό να πολεμάς τη βία με τη βία; Τελικά, καταλήγεις πουθενά ή το αδιέξοδο σε συνθλίβει;

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στο verbal για το εξαιρετικό montage του υλικού.

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς
Μετάφραση: Αθηνά Παραπονιάρη
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Σκηνικά-κοστούμια: Κωστής Δάβαρης
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Άννα Κουτσαφτίκη, Καλλιρόη Μυριαγκού, Ευδοκία Στατήρη, Στέβη Φόρτωμα

Ομάδα Δυτικά της Πόλης

Θέατρο Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, 210-6460748

19/5/07

Σύστημα Αθήνα 2007

Οι αντιπροσωπευτικότερες ελληνικές παραστάσεις όσον αφορά τα σύγχρονα trends και την αρτιότητα της παραγωγής, από πλευράς σκηνοθετικής ανάγνωσης και πρωτοτυπίας σκηνικής εκτέλεσης επελέγησαν προς θέασιν από ειδική κριτική επιτροπή τις τελευταίες 4 ημέρες, δράση που σκοπεύει σε διεθνείς συνεργασίες και μετακλήσεις. Το Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου που οργανώνει τη δράση, είχε, σαφώς, ορισμένους περιορισμούς: έλαβε υπόψιν μόνο παραστάσεις που παρουσιάστηκαν στον ελληνικό(αθηναϊκό, καλύτερα) χώρο μεταξύ 27/3 και 20/4/2007 και εφόσον έγινε εμπρόθεσμη αίτηση συμμετοχής στο Σύστημα Αθήνα / Athens System από τους ενδιαφερόμενους θιάσους ή ομάδες (κάτι σαν φέξε μου και γλίστρησα, δηλαδή).

Κατά παράδοξο, όμως, τρόπο, το Θέατρο για Όλους φαίνεται ότι συμφωνεί αρκετά με τις επιλογές του ΔΙΘ. Τις παρακάτω παραστάσεις τις στηρίξαμε κι από δω παρουσιάζοντάς τες:

Βρεταννικός, Εταιρεία Θεάτρου ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Δάφνης και Χλόη: Ταξίδι αναψυχής, Εταιρεία Θεάτρου ΔΟΛΙΧΟΣ

Η Τέχνη του κυρίου Χάαρμαν, Θεατρική Αστική Εταιρεία ΠΡΑΞΗ

Καλιγούλας, Εθνικό Θέατρο

Μ’ ένα καράβι φορτηγό, Εταιρεία Θεάτρου ΠΑΣΠΑΡΤΟΥ

Νοσφεράτου Διδόντικους, Εταιρεία Θεάτρου EX ANIMO

Golfo 2.3 beta, Εταιρεία Θεάτρου ΧΩΡΟΣ

Other Side, Εταιρεία Θεάτρου 9 ΚΑΙ ΚΑΤΙ

Και για να κάνουμε όλοι μια σούμα επί του πολύπαθου θέματος του ελληνικού θεάτρου, αύριο στις 11.30 στο Αμφιθέατρο του Υπουργείου Πολιτισμού (Μπουμπουλίνας 20-22) μας/σας περιμένουν εκλεκτοί Έλληνες και ξένοι προσκεκλημένοι σε ένα Συμπόσιο/Στρογγυλή Τράπεζα με το βαρύγδουπο θέμα «Το σύγχρονο Ελληνικό θέατρο και η διεθνής σκηνή» . Για να μάθουμε που ακριβώς στεκόμαστε.

17/5/07

Δέκα Εντολές-περίοδος Ε'

Ου μοιχεύσεις

Οι δυο τελευταίες εντολές του Δεκαλόγου παρουσιάζονται αυτές τις μέρες στο πειραματικό καταφύγιο του Εθνικού. Το γόνιμο πείραμα τελείωσε και ευχάριστη ήταν η τροπή που πήρε κυρίως προς το τέλος, με παντελή σχεδόν απουσία θρησκευτικών αναφορών και δημιουργική πρωτοβουλία μέσω συνειρμικών διαδικασιών και αόριστων συνδέσεων. Τα τεχνικά τροπον τινά δεδομένα του project δε θα τα επαναλάβω, βρίσκονται σε προηγούμενη αναφορά μου.

Η Μάνια Παπαδημητρίου κλήθηκε να δημιουργήσει υπό το φως της εντολής Ου Μοιχεύσεις, μια εντολή ιδιαίτερα παρωχημένη χρόνια πια μετά την αποποινικοποίηση της μοιχείας. Γι' αυτό ίσως το λόγο, επέλεξε μια παιχνιδιάρικη προσέγγιση και με απόλυτα γυναικεία ματιά --που ευνοεί το λευκό της αγνότητας ακόμη και σκηνογραφικά-- έδωσε ένα χαλαρό αφηγηματικά και έντονο μουσικά ταξίδι στις σχέσεις του αρσενικού και του θηλυκού. Πότε και γιατί εισβάλλει το τρίτο πρόσωπο στη σχέση, και πως εκλαμβάνουν αυτή την εισβολή και οι δυο πλευρές.

Μαγικά τρισδιάστατη όψη στη σκηνή έδωσε το λευκό μεταξωτό κουκούλι που ακολουθούσε αέρινα τις κινήσεις των υποκριτών--πιθανότατα αποτελούνταν όντως από το μπαλόνι ενός αλεξίπτωτου ή έτσι έμοιαζε. Επαρκές χιούμορ, δροσερές παρουσίες, αλλά μεγαλύτερη από τη δέουσα διάρκεια ( το ίδιο ισχύει και για την επόμενη εντολή) .

Δραματουργική επεξεργασία: Μάνια Παπαδημητρίου, Νάνσυ Τρικαλίτη
Σκηνικά/ κοστούμια: Ολυμπία Σιδερίδου
Μουσική επιμέλεια: Τάσος Αντωνίου
Επιμέλεια κίνησης/ χορογραφίες: Γιάννης Γιαπλές
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Ηλίας Κουνέλας, Πάρις Λύκος, Λαμπρινή Αγγελίδου, Λένα Παπαληγούρα, Λευτέρης Ζαμπετάκης, Παναγιώτης Λάρκου

Ου κλέψεις

Ο Θοδωρής Αμπαζής είναι μακράν αγαπημένος σκηνοθέτης και δε μας απογοήτευσε ούτε στο δύσκολο έργο των Εντολών. Η δική του, είναι η μόνη εντολή που δεν αναφέρεται ούτε αναμασά στο ελάχιστο τον πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται: την κλεψιά σε μια συγκεκριμένη μορφή της: τη ληστεία. Ποιο είναι το πρώτα πράγμα που έρχεται στο νου μας όταν ακούμε για ληστείες, μοιάζει να σκέφτηκε ο Αμπαζής. Μα, φυσικά η Άγρια Δύση και τα western, o Λούκυ Λουκ και οι μονίμως επικυρηγμένοι αδελφοί Ντάλτον. Έχτισε λοιπόν μια far west πραγματικότητα μέσα στους τέσσερις τοίχους της σκηνής, με μεγάλη μάλιστα επιτυχία.

Ένα δέρμα ζώου, μια κουνιστή καρέκλα, η πρόσοψη ταμείου τράπεζας (και μια όμορφη ταμίας), πουγκιά με χρυσό, γυναικεία κοστούμια που φορούσαν όσες σύχναζαν στα σαλούν, χρηματοκιβώτια και όπλα: απλά και διόλου δυσεύρετα σκηνικά μέσα μεταμόρφωσαν το χώρο προς τέρψιν και με μια υποψία ηθικού διλήμματος. Στην καθαρή έννοια της ληστείας αντιπαραβάλλονται μορφές ληστών που έκλεβαν από τους πλούσιους για να δίνουν στους φτωχούς. Είναι ο Ρομπέν των Δασών καλός ή κακός, τελικά;

Το τελευταίο σκετσάκι μας έσωσε πάντως από αναπαραστάσεις παπάδων και ευθείες αναφορές στις βιβλικές του ρίζες, κάτι ιδιαίτερα δροσιστικό. Όμως η αποπνικιτική αίθουσα, γιατί το παλιού τύπου air condition ήταν θορυβώδες για να του επιτραπεί η λειτουργία, και η χαρά των ηθοποιών που δεν έλεγε να τελειώσει, έφερε τελικά μια δυσφορία, που ελπίζω ότι δε θα συνοδεύει την ανάμνηση όλου του project των Εντολών.

Και του χρόνου.

Σκηνοθεσία/ Μουσική Επιμέλεια: Θοδωρής Αμπαζής
Δραματουργική επεξεργασία: Θοδωρής Αμπαζής, Έλσα Ανδριανού
Σκηνικά/ κοστούμια: Ολυμπία Σιδερίδου
Επιμέλεια κίνησης: Σεσίλ Μικρούτσικου
Σύνθεση ήχων: Σταύρος Γασπαράτος
Video: Στάθης Αθανασίου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης.
Παίζουν: Λευτέρης Ζαμπετάκης, Σοφιάννα Θεοφάνους, Παναγιώτης Λάρκου, Μαρία Παρασύρη, Ναταλία Στυλιανού, Σωτήρης Τσακομίδης

Εθνικό Θέατρο- Πειραματική Σκηνή- Από Μηχανής Θέατρο
Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, 210-5231131

12/5/07

Joy Division

της ομάδας blitz

Το Motherland που παίχτηκε την προηγούμενη σαιζόν στο Bios σήμανε την έναρξη της συνεργασίας ομάδας και χώρου. Η ομάδα blitz βολεύτηκε στον εναλλακτικό χώρο του Bios με το ανυπόμονο κοινό και ανεβάζει τη δεύτερη δουλειά της μέσα σε ένα χρόνο (!) το Joy Division ξανά εκεί.

Ενώ το πρώτο αφορούσε αναμνήσεις, αναζητήσεις και τη γεωγραφία της πόλης, το δεύτερο αφορά τα αισθήματα έχθρας που αναπτύσσονται ανάμεσα στα δυο που ήταν κάποτε ένα, όπως και την περίεργη σχέση θύματος-θύτη η οποία συχνά εμβολίζει τις σχέσεις με τη βιαιότητα, την ευρηματικότητα και την ποικιλία της.

Η ομάδα blitz (που ουσιαστικά αποτελείται από παλιούς μαθητές του Μιχαήλ Μαρμαρινού) επαναλαμβάνει το τολμηρό πείραμά της με τη νέα αυτή performance, ένα θεατρικό πείραμα οι όροι του οποίου έχουν αντιστραφεί. Οι blitz είναι κατά της σκηνοθετικής τυραννίας (sic) και επιθυμούν να έχουν αυτοί τα ηνία και τη διαχείριση των σωματικών τους μέσων. Με τη βοήθεια δύο δραματολόγων πασχίζουν συνήθως να συγκροτήσουν τα θεάματά τους, που στηρίζονται σε έξυπνες και εκμεταλλεύσιμες ιδέες μεν, δεν χαίρουν σωστής ανάδειξής δε —στην περίπτωση πάντα της διάσπασης της χαράς. Και αναμφισβήτητα δεν είναι διόλου κακός ο απογαλακτισμός από το δάσκαλο, και η πρωτοβουλία και ο αυτοσχεδιασμός μόνο επαινετέος μπορεί να θεωρηθεί, η παρουσία όμως του σκηνοθέτη χρόνια τώρα κρίνεται αναγκαία ώστε να λειτουργεί ως αντίβαρο στις προσωπικές τάσεις των υπόλοιπων συντελεστών και να τις εξισορροπεί.

Το setting της performance σαν μια ψυχοβγαλτική ψυχοθεραπεία ή ένα ακραίο και άκαρδο reality είναι πολλά υποσχόμενο. Φυσιογνωμικά οι ηθοποιοί έχουν κάτι το ιδιαίτερο και φυσική κατάσταση την οποία ζηλεύεις ασκαρδαμυκτί. Ενώπιον κοινού και αμείλικτης κριτικής επιτροπής (ένα από τα δυο ζευγάρια εναλλάξ) κάθε είδους επιστολές και σημειώματα διαβάζονται φωναχτά, για να ξεδιπλώσουν πτυχές της πεθαμένης πια σχέσης των δυο ζευγαριών, για να βρεθεί —τι κλασικό και αληθινό—ποιος φταίει. Ή ποιος φταίει πιο πολύ.

Τα μουσικά μέρη, βαρύ πυροβολικό οι γλυκερές μπαλάντες των 80s τύπου Every breath you take σε μορφή καραόκε, μας διασκεδάζουν με τις χορογραφίες και το μαύρο χιούμορ τους, το παραλληλόγραμμο της σκηνής και οι παλιοί τοίχοι/ πάτωμα ταιριάζουν με το μοτίβο της παρακμής των σχέσεων, και θα μπορούσα να συνεχίσω με άπειρα κολακευτικά σχόλια για το concept, που μάλιστα είναι όλα πέρα για πέρα αληθινά.

Όμως, από τη μια το συμπαγές του θεάματος που εξωτερικό μάτι δεν υπήρξε για να ορίσει, από την άλλη μια διάθεση για φλυαρία—σύνηθες λάθος σε καλοπροαίρετες και όλο ζέση νέες ομάδες το χάσιμο του μέτρου— κάνουν την παράσταση τελικά να ανακυκλώνεται και να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Πόσο πιο συναρπαστική θα ήταν αν διαρκούσε λίγο λιγότερο...

Σκηνοθεσία : ομάδα blitz
Δραματουργική επεξεργασία: blitz, Νίκος Φλέσσας και Μαριαλένα Μαμαρέλη
Σκηνικά – Κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί:Τάσος Παλαιορούτας
Βοηθός σκηνοθεσίας/media assistant:Μιχάλης Μαθουδιάκης
Παίζουν: Γιώργος Βαλαής, Κλαυδία Ζαραφωνίτου, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής

Bios
Πειραιώς 84 , 210-3425335

11/5/07

Είμαι άσχημη

Των Σέρχι Μπελμπέλ και Ζόρντι Σάντσες

Μια κακάσχημη νεαρή που επιπλέον μυρίζει η ανάσα της δυσκολεύεται να ενταχθεί ομαλά στον αγγελικά πλασμένο κόσμο μας. Ένας πανέμορφος σταρ που χρωστάει την επιτυχία του στην εξωτερική του εμφάνιση κάνει πλαστική για να αποκτήσει την τέλεια μύτη. Μια σεξομανής bimbo και ένας δημοσιογράφος συμπληρώνουν το καρέ των βασικών ρόλων σε αυτή τη μουσική κωμωδία.

Δε ξέρω τι είχε στο νου του ο καταλανός Sergi Belbel όταν έγραφε το Soy fea, ούτε αν το πέτυχε στη δεδομένη στιγμή της συγγραφής και αναπαράστασης(εν έτει 1997 στην Ισπανία). Το πόνημά του είχε τότε μεγάλο σουξέ, γιατί οι Ισπανοί είναι λάτρεις του ανάλαφρου και του τηλεοπτικού (τα βραζιλιάνικα σήριαλ έχουν εκεί ακόμη μεγαλύτερη πέραση). Οι προθέσεις του συγγραφέα, βέβαια, είναι γνωστές και σεβαστές: εμπνεύστηκε από το μύθο της Ωραίας και του Τέρατος, όμως σε δική του ευφάνταστη αντιστροφή ρόλων. Θέλησε να χτυπήσει την τυραννία της αισθητικής, να σατιρίσει τα σύγχρονα πρότυπα μόδας, τον τρόμο των σωματικών ελαττωμάτων και την αγάπη για τις πλαστικές. Στην Ισπανία έχουν χαρακτηρίσει το θεατρικό του από ‘tragicomedia’ μέχρι αντιμιούζικαλ, αλλά εμείς εδώ δεν έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε το κείμενο στο πρωτότυπο, άρα δεν μπορούμε να βγάλουμε τελειωτικά συμπεράσματα.

Η δική μας παράσταση του Soy Fea γέρνει περισσότερο προς το μείον. Το μαύρο χιούμορ δεν είναι τόσο μαύρο, απλώς κρύο, η ειρωνεία εμφανής μεν, αλλά όχι αρκετά τονισμένη και οι στίχοι των τραγουδιών βαρετοί. Αυτό το μεγαλειώδες, απελευθερωτικό και ανυψωτικό, αυτή ακόμη η ηδονή από τη διανοητική ενεργητικότητα που υποτίθεται ότι φέρνει στον άνθρωπο του χιούμορ σύμφωνα με το Freud, δε μας αγγίζει ούτε στιγμή. Το τηλεοπτικό παίξιμο βρίσκεται σε μια μεσοβέζικη ζώνη αστείου-σοβαρού, χωρίς όμως να πλευρίζει την παρωδία. (Η Μαριάννα Λουκάκη στο ρόλο της χαζής ξανθιάς τα καταφέρνει πάντως μια χαρά). Η σκηνοθεσία είναι σχεδόν αφανής, πάλι καλά που οι παραφουσκωμένες μαύρες σακκούλες σκουπιδιών και το όλο glitter σκηνικό δίνουν μια οπτική ευφορία. Υπάρχει ούτως η άλλως εγγενώς στο κείμενο μια τάση προς κιτς υπερβολή και εκλεκτική συγγένεια με το έργο του Almodovar, ήδη από την εποχή της Πέπης, της Λούσυς και της Μπωμ, αλλά χωρίς τη δική του σπιρτάδα και ποιότητα.

Το θεατρικό παρουσιάζεται σε πανελλήνια πρώτη από το θεατρικό οργανισμό Στιγμή, που έχει και άλλα παρόμοια credits προς τιμήν του —ανέβασε μέχρι και το πρωτόλειο θεατρικό του Fassbinder (στο οποίο βασίστηκε και η ταινία του Francois Ozon Gouttes d’eau sur pierres bouillantes). Και είναι θεμιτό και ευκταίο να παρουσιάζεις νέα και απρόβλητα κείμενα στο διψασμένο θεατρόφιλο κοινό, καλύτερο όμως ακόμη να τα υποστηρίζεις κατά τρόπο ώστε να μην αφήνουν αυτό το κοινό εντέλει απογοητευμένο από την ανεπαρκή παρουσίασή τους.

Κάτι τελευταίο: με mood ανατροπής ο
Belbel προσθέτει μια σαρωτική λεπτομέρεια που μας φέρνει πίσω εκεί που ξεκινήσαμε και ακυρώνει την προσπάθεια του να διασκεδάσει τη σύγχρονη εμμονή με την καλαισθησία: στο τέλος, η άσχημη γεννάει το πιο όμορφο μωρό του κόσμου. Είτε το θεατρικό αφορά εν γένει τη διαφορετικότητα, είτε ειδικά τη λατρεία της γυαλιστερής επιφάνειας η λύση που δίνει είναι μία: η τάξη των πραγμάτων αποκαθίσταται μόνο όταν το other γίνει/γεννήσει το same. Τι κάναμε λοιπόν; Μια τρύπα στο νερό.

Μετάφραση : Κατερίνα Χριστοδούλου
Σκηνοθεσία : Γιάννης Αναστασάκης
Σκηνικά – Κοστούμια : Κέλλυ Βρεττού
Μουσική : Σταύρος Παπασταύρου
Χορογραφίες : Αγγελική Στελλάτου
Φωτισμοί : Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Παίζουν: Μαρία Τσιμά, Μάξιμος Μουμούρης, Χριστόδουλος Στυλιανού, Ζαχαρούλα Οικονόμου, Μαριάννα Λουκάκη, Ανατολή Αθανασιάδου, Νίκος Πυροκάκος

Θεατρικός Οργανισμός Στιγμή

Θέατρο Άλμα,
Αγ. Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17, 210 5220100

7/5/07

The Black Eyed

της Betty Shamieh

Η Betty Shamieh, αμερικανίδα παλαιστινιακής καταγωγής, έχει στα 32 της μεγάλη ευχέρεια με τη δραματουργία. Η αποφοίτησή της από το Yale την προσανατόλισε εκτός από τη συγγραφή και στη διδασκαλία (κατά ευτυχή σύμπτωση το τωρινό θεατρικό της το σκηνοθετεί άλλος ένας δάσκαλος, ο Τάκης Τζαμαργιάς). Την κατατάσσουν σε μια νέα ομάδα δραματουργών, τους New Arab Playwrights που αρέσκονται σε εξερεύνηση σύγχρονων θεμάτων όπως η δύναμη και η διαφορετικότητα, κυρίως όταν αυτή απορρέει από το γένος ή τη φυλή.

Το νέο θεατρικό της Black Eyed—ο τίτλος αναφέρεται ουσιαστικά στα ουρί του παραδείσου, με την ελπίδα των οποίων πεθαίνουν οι μάρτυρες που προτάσσουν τα στήθη τους υπέρ του Ιερού Πολέμου—ασχολείται όχι μόνο με τη διαφορετικότητα εθνικότητας και τη δυσκολία του να έχεις αραβική καταγωγή στην άρρωστη από ρατσισμό ύστερα από την 11η Σεπτεμβρίου Αμερική, αλλά συγκεκριμένα με τη δυσκολία του να είσαι γυναίκα και να πρέπει να υποτιμάς τη γυναικεία φύση σου έναντι της εθνικότητάς σου.

Τέσσερις γυναίκες κάνουν παιχνίδι: η βιβλική Δαλιδά που θυσίασε την κώμη του Σαμψών στο βωμό της σωτηρίας του λαού των Φιλισταίων, η Ταμάμ που υπέμεινε βιασμό από τον εχθρό αγόγγυστα μπροστά στα μάτια του αδερφού της, η Αίσα, γυναίκα βομβίστρια που έγινε μάρτυρας επειδή εποφθαλμιούσε τα αρσενικά ουρί του παραδείσου των μουσουλμάνων και, τέλος, η Αρχιτεκτόνισσα που ήταν μέσα σε ένα από τα αεροπλάνα που έπεσαν πάνω στους Δίδυμους Πύργους με κατεύθυνση τον άντρα που θα της έπαιρνε την παρθενιά, μετά από 35 χρόνια αναμονής.

Σκληρά προφίλ τεσσάρων γυναικών σε διαφορετικές εποχές που συναντιούνται στον προθάλαμο του Παραδείσου όπου χρόνια περιπλανιούνται με έναν σκοπό: να βρουν τον άντρα που καθόρισε τη ζωή τους, εραστή, αδερφό, δολοφόνο...Μιλάνε με πάθος, με μίσος, με πόνο για τη ζωή που δεν τους έφτασε, για όσα στερήθηκαν, για όσα υπέμειναν. Δυνατοί μονόλογοι με έντονα φεμινιστική διάθεση, ειδικά στην περίπτωση της Αρχιτεκτόνισσας που μπορεί να εκληφθεί και ως alter ego της Shamieh. Ενίοτε ο λόγος χαλαρώνει —δύσκολο να κρατήσει κανείς την ίδια ένταση σε τόσο εκτεταμένους μονόλογους— σίγουρα πάντως είναι ποτισμένος με την πικρία όλων των υποταγμένων (sic) γυναικών ανά τους αιώνες.

Η ευαίσθητη σκηνοθετική ματιά του Τζαμαργιά, που επέλεξε να κρατήσει μια απόσταση και μια ουδετερότητα από αυτό το ανεκπλήρωτο των τεσσάρων πρωταγωνιστριών του, αφαίρεσε την πνιγηρή συναισθηματική φόρτιση, και απόδωσε πιο σχηματικά τους ρόλους τους. Συγκρατημένη κίνηση και ένταση φωνής, συχνές χορογραφημένες σιωπές, εναλλαγή δύναμης και αδυναμίας, σιγουριάς και αβεβαιότητας και η έμμετρη κατά σημεία μετάφραση του κειμένου δίνουν στην παράσταση βαριά ατμόσφαιρα και συχνά ακυρώνουν το χιούμορ του πρωτότυπου κειμένου. Οι σκηνικές επιλογές, ειδικά η σιδερένια κατασκευή που εικονοποιεί εύγλωττα την καταπίεση, είναι εξαιρετικές και η παράσταση στο σύνολό της πυροδοτεί προβληματισμούς, αν επεξεργαστείς λίγο παραπάνω τα δεδομένα που προσφέρει.

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς
Μετάφραση: Αθηνά Παραπονιάρη
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Σκηνικά-κοστούμια: Κωστής Δάβαρης
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Παίζουν: Άννα Κουτσαφτίκη, Καλλιρόη Μυριαγκού, Ευδοκία Στατήρη, Στέβη Φόρτωμα

Ομάδα Δυτικά της Πόλης

Θέατρο Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, 210-6460748

2/5/07

H Ερωτευμένη Νεκρή

του Théofile Gautier

Η σκηνική παρουσίαση μη θεατρικών κειμένων είναι της μόδας. Δεν εξηγείται πλέον τέτοια εμμονή παλιών και νέων σκηνοθετών να μεταφέρουν στη σκηνή κάθε είδους λογοτεχνικά έργα, γνωστά και άγνωστα. Κι αν στην περίπτωση των παλιών, ο λόγος που καταφεύγουν σε κάτι τέτοιο είναι επειδή βαρέθηκαν τα υπάρχοντα θεατρικά κείμενα, οι νεότεροι μάλλον εκεί βρίσκουν ασφάλεια, καθώς δεν υπάρχουν σημεία αναφοράς του παρελθόντος για να αναμετρηθούν.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου (κόρη του Σπύρου και της Λήδας Τασοπούλου), στη δεύτερη σκηνοθετική της απόπειρα (προηγήθηκε μια από τις Δέκα Εντολές της Πειραματικής), μεταφέρει στη σκηνή τη ρομαντική νουβέλα του Θεόφιλου Γκωτιέ, η Ερωτευμένη Νεκρή, ένα σκοτεινό έργο, gothic αισθητικής και βαμπιρικών αναφορών. Στην ουσία έχουμε την ιστορία μιας εταίρας βαμπίρ που γνωρίζει τον αγνό έρωτα λίγο πριν πεθάνει από εξάντληση σε ένα 8ήμερο όργιο (sic), οπότε επιστρέφει για να τον διεκδικήσει. Αντί όμως να την αλλάξει ο έρωτας, είναι αυτή που διαφθείρει το αντικείμενο του πόθου της: ένα νεοφώτιστο ιερέα. Μια απλή ερωτική ιστορία δηλαδή…

Ενδιαφέρον το θέμα, κι ακόμα πιο ενδιαφέρων ο τρόπος που το χειρίζεται η Ευαγγελάτου. Απομονώνοντας ένα μέρος της γνωστής σκηνής του Αμφιθεάτρου δημιουργεί την δική της «Είσοδο κινδύνου», η οποία με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη μετατρέπεται σε ένα υποβλητικό (βάλτε κι ανατριχιαστικό) περιβάλλον, φτιαγμένο από λογής – λογής ρούχα κι αντικείμενα, κάτι ανάμεσα σε παραβιασμένο μαυσωλείο και στοιχειωμένη αντικερί. Κι εκεί παρουσιάζει ένα ζωηρό και καλόγουστο αλά Tim Burton cabaret, διατηρώντας την αφηγηματική δομή του κειμένου, αλλά μοιράζοντας την εκφορά του -ιδιαίτερα έξυπνα- στους τέσσερις νεότατους ηθοποιούς.

Ο Νικόλας Παπαγιάννης (στις πλάτες του οποίου έχει πέσει και το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης) ως ο αποπλανημένος ιερέας είναι λίγο μονότονος και κάπως στομφώδης σε σημεία. Η ταλαντούχα Στεφανία Γουλιώτη, λίγο πριν γίνει το πρόσωπο της χρονιάς (μιας και είναι η περιλάλητη Ηλέκτρα του Peter Stein), περιφέρεται ερωτική και πανέμορφη με αέρα έτοιμης πρωταγωνίστριας. Πολύ καλός και ο εκφραστικός Τάσος Δαρδαγάνης, όπως κι ο Χρήστος Μαλάκης. Και οι τέσσερις (μαζί με τη σκηνοθέτη τους) «αχνίζουν» από το νεανικό τους ενθουσιασμό και τη φόρα τους.

Η Ευαγγελάτου έχει εμφανέστατα ταλέντο και αισθητική. Και φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Με το που μπαίνεις στο αμφιθέατρο καταλαβαίνεις ότι κάτι νέο γίνεται. Αν μάλιστα η παράσταση γίνει αντιληπτή απ’ όσους ο ρομαντικός τρόμος κι η γοτθική αισθητική είναι του στιλ τους (και δεν είναι λίγοι), ίσως μιλάμε για τη μικρή έκπληξη της άνοιξης.

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Σκηνικά-κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Παίζουν: Στεφανία Γουλιώτη, Τάσος Δαρδαγάνης, Χρήστος Μαλάκης, Νικόλας Παπαγιάννης

Αμφί- Θέατρο – Είσοδος Κινδύνου
Αδριανού 111, Πλάκα, 210-3233644