Σελίδες

31/12/06

Δωδέκατη Νύχτα ή Ό,τι Θελήσετε

του Ουίλιαμ Σαίξπηρ



Και πάλι Θέατρο του Νέου Κόσμου, όχι δεν είμαι fan, απλώς τυχαίνει να ανεβάζει τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, πρεμιέρα της Δωδέκατης Νύχτας ή Ό, τι θελήσετε, από τις ελάχιστες ενδιαφέρουσες κωμωδίες του Shakespeare. Δέκα γυναίκες, η σκηνοθέτης Ελένη Γεωργοπούλου και τα καταπληκτικά κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ.

Επιτέλους μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική πρόταση για το ανέβασμα των κωμωδιών του Σαίξπηρ! Κάτι σαν ένα παιχνίδι! Πολύχρωμοι ήρωες, φορμαλιστικά καταπληκτικά κοστούμια που μετασχηματίζονταν πάνω στην σκηνή, διαλύονταν και ξανακολλιόνταν. Εικαστικά ήταν κάτι το μαγικό. Λίγο απλοϊκό όμως, το σκηνικό με τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια, νομίζω ότι κάτι έλειπε από το ολόλευκο πάτωμα, προκειμένου να δέσει το σουρεαλιστικό των κοστουμιών.

Η Γεωργοπούλου κατάφερε για ακόμη μια φορά να αποδείξει ότι της αξίζει ο τίτλος του σκηνοθέτη. Το αποτέλεσμα ήταν μια πολύ προσεγμένη δουλειά συνόλου, όπου η κάθε ηθοποιός πρόβαλε ως άτομο τον καλοδουλεμένο ρόλο μέσα στα πλαίσια όμως της ομάδας.

Πάρα πολύ καλές ερμηνείες από όλες τις ηθοποιούς, ξεχώρισα όμως την Μαρία Τσιμά στον ρόλο του Φέστε και την Στέλλα Ράπτη στον ρόλο του Σερ Άντριου Εϊγκιουτσικ. Μην με ρωτήσετε το γιατί μου έκαναν περισσότερη εντύπωση οι δύο συγκεκριμένες ηθοποιοί και όχι οι πιο πρωταγωνιστικοί ρόλοι - ηθοποιοί, αυθόρμητο και ανεξήγητο. Ίσως επειδή ήταν εκείνες που κατάφεραν να κρύψουν εντελώς το γυναικείο τους φύλο, υποδυόμενες ανδρικούς ρόλους. Γιατί το μόνο που μου κακοφάνηκε στην συγκεκριμένη παράσταση ήταν ότι δεν υπήρχε ούτε ένας άνδρας, σε ένα έργο που ήδη παίζει πολύ με την μεταμφίεση και την αλλαγή των φύλων. Πόσο μάλλον που είχε γραφτεί σε μια εποχή και για ένα θέατρο που έπαιζαν μόνο άνδρες και αγόρια (για τους γυναικείους ρόλους). Ίσως ο συγκεκριμένος πειραματισμός να μην πέτυχε. Μπορεί βέβαια κάποιος άλλος να διαφωνήσει μαζί μου.

Να πάτε λοιπόν κι εσείς για να μου πείτε την γνώμη σας… Θα περιμένω.

Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου–Παγκουρέλη
Σκηνοθεσία: Ελένη Γεωργοπούλου
Σκηνικά–Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ
Κίνηση: Ναταλία Παρθένου
Μουσική: Θανάσης Βλαβιανός
Φωτισμοί: Λίνος Μεϊτάνης
Παίζουν(μόνο γυναίκες): Μαρία Τσιμά, Ν. Τσεκούρα,Ε. Κουνάδη, Α. Κορτσαρίδου, Σ. Ράπτη, Ε. Γραμματικοπούλου, Ελένη Τζανετουλάκου, Έ. Λαρίου, Ι. Ασημακοπούλου

Θέατρο του Νέου Κόσμου- Θεατρική Εταιρεία Πόλις
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Φιξ, 210-9212900

Ενός πουλιού, μόνο, η φωνή…

του Γιάννη Παπαδόπουλου

Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Χατζηνικολάου
Σκηνικό – Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης
Μουσική: Χρήστος Θεοδώρου
Επιμέλεια Κίνησης: Σεσίλ Μικρούτσικου
Φωτισμοί: Χρήστος Τσαμπάς
Παίζουν: Δ. Ντάσκας, Ράνια Σχίζα, Κλέων Γρηγοριάδης, Μαρία Σκαφτούρα, Αγαπητός Μανδαλιός, Βασίλης Σιάφης κ.α.

Παρασκευή βράδυ κατεβαίνουμε στο υπόγειο του Νέου Ελληνικού Θεάτρου του Γιώργου Αρμένη. Η κουρτίνα ανοίξει και μπαίνουμε στον χώρο της παράστασης. Συρματοπλέγματα, παγκάκια, χώμα, πέτρινες κρυψώνες, λάμπες του δρόμου οι κατάμαυροι τοίχοι φωτίζονται γύρω γύρω με πράσινα φώτα που σου δημιουργούν την εντύπωση ότι βρίσκεσαι ανάμεσα σε θάμνους και δέντρα κι ένα φεγγάρι κάπου εκεί απέναντι.

Νύχτα, οι πόρτες του πάρκου έχουν κλείσει και μια υστερική τριαντάρα business woman, από αυτές που ουκ ολίγες φορές συναντούμε στο δρόμο ψάχνει απεγνωσμένα το σκυλάκι της, που είχε βγάλει βόλτα μα που κατάφερε και της ξέφυγε. Φωνάζει, καπνίζει μανιωδώς, βρίζεται τηλεφωνικά με τον φίλο της, σκηνές καθημερινής ελληνικής τρέλας. Και ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά της ένας άστεγος, ένα ονειροπόλο πουλί σαν φερμένο από έναν άλλον κόσμο, με μόνο του εφόδιο και μόνη του ιδιοκτησία το τριμμένο παλτό του χαμένου του πατέρα. Θα καταφέρουν να βρουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας? Η εμφάνιση του φύλακα του πάρκου και το σκυλί που θα βρουν μαζί ξεψυχισμένο από φόλα, θα τους ενώσει με έναν ακατάλυτο δεσμό - μυστικό.

Την ίδια ώρα ένα ζευγάρι, καθοδόν προς διάλυση παλεύει να σώσει τον γάμο του. Ίσως μια ρομαντική βόλτα στο πάρκο κάτω από το φεγγαρόφωτο, θα μπορούσε να τους ξαναφέρει πιο κοντά. Η ιδέα δεν πιάνει όμως, μέχρι την στιγμή που ένας βιαστής – ηδονοβλεψίας τους αναγκάζει να κάνουν, αυτό που τόσο καιρό δεν τους έβγαινε φυσικά.

Τέσσερις καθημερινοί άνθρωποι μέσα στο πάρκο, νύχτα και με τις πόρτες κλειδωμένες, τι μυστικά θα μπορούσαν να κρύβουν, πίσω από τη φωνή, μόνο, ενός πουλιού;

Καταπληκτικός ο Δημήτρης Ντάσκας, πολύ καλοί όλοι οι υπόλοιποι.

Μην πάρετε παιδιά μαζί σας, θεωρείται ακατάλληλο για ανηλίκους.

Φεύγουσα Κόρη


Δεν θα πω κάτι καινούργιο, τα τελευταία χρόνια ανεβαίνουν παραστάσεις – μαργαριτάρια στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Η συνταγή: νέα παιδιά και ομάδες με όρεξη για δουλειά χωρίς βεντετισμούς και τα απαραίτητα μόνο υλικά μέσα, αρκεί να τους ανοίξει κάποιος την πόρτα μιας σκηνής για μερικές διανυκτερεύσεις και η ΈΚφραση γεννιέται.

Μια ηθοποιός, μια καρέκλα και λίγο φως δημιουργούν τη μαγική ατμόσφαιρα του Παπαδιαμάντη (Μίρκα Γεμεντζάκη).

Το διήγημα Μια Ψυχή του Παπαδιαμάντη, τα παραμύθια «Τον Φιερούντη τον τρώει η λάμια» και «Λιοτύρο», νανουρίσματα, μοιρολόγια και η έξοχη Ρηνιώ Κυριαζή με την συνοδεία του κλαρίνου, του πιο ανθρώπινου οργάνου, ανθρώπινου γιατί μπορεί να βγάλει τους πιο ανθρώπινους ήχους από έναν λυγμό μέχρι και ένα τρανταχτό γέλιο, (την Κυριακή παίζει ο Μανούσος Πλουμίδης, με εμπειρία στη θεατρική σκηνή).

Ρηνιώ Κυριαζή, μια νέα ηθοποιός που με σταθερά βήματα κατακτά την θεατρική τέχνη χωρίς συμβιβασμούς και παραχωρήσεις. Αξίζει να πάτε να δείτε τη παράσταση μόνο και μόνο για την ερμηνεία της, το πώς μεταμορφώνεται από γρια σε μικρή κοπέλα, πως θρηνεί μα και πως νανουρίζει.

Για το σκηνικό δεν έχω να πω τίποτε, από τα πιο minimal που έχω συναντήσει. Μαγεμένη από την ερμηνεία της Ρηνιώς Κυριαζή, ούτε που κατάλαβα την έλλειψη σκηνικού. Η άδεια μαύρη αίθουσα απέκτησε μια άλλη δυναμική καθώς κάθε φορά, μεταμορφωνόταν. Σε κάθε φράση, σε κάθε κίνηση της ηθοποιού, βρισκόσουν κάπου αλλού.

Να πάτε, να πάτε, να πάτε!

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Σκηνοθεσία: Μίρκα Γεμεντζάκη
Παίζει: Ρηνιώ Κυριαζή
Κλαρίνο: Θωμάς Λώλης / Μανούσος Πλουμίδης
Κοστούμι: Μανώλης Καρυωτάκης
Φωτισμοί: Φάνης Δίπλας

Συμπαραγωγή: Βιομηχανική – Θέατρο του Νέου Κόσμου

30/12/06

Σκοτώνουμε τη μαμά;

Της Charlotte Keatley

Θέατρο Αργώ

Απόδοση-Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Σκηνογραφία: Μαρία Βασιλάκη
Κοστούμια: Ιωάννα Τσιάμη
Μουσική επιμέλεια: Νέστωρ Κοψιδάς
Παίζουν: Τζένη Ρουσσέα, Αιμιλία Υψηλάντη, Γωγώ Μπρέμπου, Ιφιγένεια Αστεριάδη

«Δε θέλω να γίνω σαν τη μαμά μου, σαν τη μαμά της μαμάς μου,
πως να τις βγάλω από μέσα μου, το αίμα μου τις κουβαλάει.»

Το έργο της Charlotte Keatley My mother said I never should έκανε πρεμιέρα το 1987 στο Contact Theatre του Manchester και θεωρήθηκε υπόδειγμα θεατρικής γραφής της νέας γενιάς, με αποτέλεσμα να εκτοξεύσει τη συγγραφέα του, η οποία, sadly, δεν έγραψε ακόμη από τότε τίποτα της ίδιας δύναμης, σε ύψη πρόσκαιρης επιτυχίας.

Η Κάλμπαρη αποφάσισε να αποδώσει κάπως πιο αόριστα το θεατρικό και να το σκηνοθετήσει με την πάγια τακτική της: Δεν έχει σημασία η πλοκή, λέει, αλλά οι σχέσεις, τα συναισθήματα και κάτι το μεταφυσικό, το μαγικό που διαθέτει το έργο. Όπερ σημαίνει, το θεατρικό γίνεται κάπως φλατ και το κοινό γίνεται κυρίως αποδέκτης έντονων συναισθημάτων εις βάρος της όποιας πλοκής που περνάει στο ντούκου. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η παράσταση έχει κουράσει κάπως ήδη πριν από το διάλειμμα.

Η Τζένη Ρουσσέα είναι η γιαγιά, η Αιμιλία Υψηλάντη η μαμά, η Γωγώ Μπρέμπου η κόρη και η Ιφιγένεια Αστεριάδη η εγγονή, όμως οι σχέσεις είναι πιο μπερδεμένες απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Όλες, εν πάση περιπτώσει, είναι μαμάδες και κόρες, και όλες, όσο κι αν παλεύουν δεν αφήνουν πίσω τα κουσούρια των μαμάδων τους. Η δράση αρχίζει με σκηνές από την παιδική ηλικία της Υψηλάντη, που κόβεται στη μέση και συνεχίζεται ως σκηνή από την παιδική ηλικία της Μπρέμπου. Γενικά υπάρχει μια ασαφής ταύτιση χαρακτήρων—κάτι που συνέβαινε εξαρχής στο κείμενο μόνο στις σκηνές του παιχνιδιού, αλλά σ’ αυτή την παράσταση γενικεύεται—που προκαλεί μερική επαναληπτικότητα. Η παράσταση όμως διαπραγματεύεται κυρίως συναισθήματα, και αυτό τουλάχιστον το κάνει επιτυχώς.

Η spooky ατμόσφαιρα είναι στα συν της παράστασης. Μπαίνοντας στο θέατρο, η αίσθηση του παλιού και ονειρικού που δίνει το σκηνικό υποβοηθούμενο και από ντουμάνι καπνό που αιωρούνταν σε όλη την αίθουσα, ανέβασε τις προσδοκίες μου στο έπακρο. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η Κάλμπαρη ανοίγει όλα τα χαρτιά της από την αρχή και ύστερα η ανία παραμονεύει στη γωνία. Το σκηνικό είναι αυτοτελές, και η χάρη του εξαντλείται κάπως σύντομα. Καμιά νέα προσθήκη ή αλλαγή δεν βοηθάει τη συναισθηματική εξέλιξη, κάτι που τουλάχιστον στα κοστούμια έγινε προσπάθεια να αποφευχθεί (οι χαρακτήρες προσθεταφαιρούν μόνοι τους σε ανύποπτη στιγμή διάφορα αξεσουάρ που τονίζουν την αλλαγή τόπου και χρόνου, brilliant!) Ευτυχώς υπάρχουν οι απίθανοι φωτισμοί του Σωτηρόπουλου που μεταλλάσσουν όσο μπορούν το στατικό σκηνικό, αναδεικνύοντας κάθε τόσο τις μυστικές γωνιές του: τρυπώνουμε μαζί με τις πρωταγωνίστριες κάτω από το (φανταστικό) πιάνο, μέσα στο ψυγείο, σε μια κρύα σοφίτα, στην αυλή με την κούνια.

Στη διδασκαλία των ηθοποιών η Κάλμπαρη δεν τα πήγε άσχημα. Βέβαια, και οι τέσσερις έχουν ήδη όλα τα εφόδια για να δώσουν μια ερμηνεία με νεύρο, πόσο μάλλον σε ρόλο που άπτεται των σχέσεων μάνας και κόρης, που όλες γνωρίζουν καλά.( Άρα, φαντάζομαι θα ήταν εξαιρετικές και αυτοσκηνοθετούμενες). Κατά τη διάρκεια της παράστασης αλλάζουν μπροστά στα μάτια μας, ο συναισθηματικός τους κόσμος διευρύνεται και η εμπειρία τις αλλάζει (πράγμα μεγαλειώδες δεδομένης της σκηνικής και ενδυματολογικής στατικότητας). Θα κάνω ειδική μνεία στην Ιφιγένεια Αστεριάδη, που όσο κι αν περνούν τα χρόνια (τη θυμάμαι ως μικρή αδερφή της Καραμπέτη στη Μνήμη του Νερού), η φυσιογνωμία της δεν την προδίδει και της επιτρέπει να συνεχίζει να είναι η μπέμπα της υπόθεσης.

28/12/06

Τσινετσιτά

των Μιχάλη Ρέππα, Θανάση Παπαθανασίου

Η μνήμη είναι ύπουλο πράγμα. Η συναισθηματική μνήμη δε, είναι ακόμα πιο επικίνδυνος αντίπαλος. Όταν κάποιος στοχεύει στη συγκίνηση σου απροκάλυπτα, αναπτύσσεις άμυνες, αν όμως αυτός ο κάποιος (κι αυτό είναι υπέρ του) καταφέρει και σε πετύχει τότε ξεχνάς τα πάντα και παραδίνεσαι (έστω και για λίγο λόγω αιφνιδιασμού). Γιατί για μια συγκίνηση ζούμε και τι νόημα έχει να αντιστέκεσαι βρε αδερφέ. Αρκετά γκρινιάζουμε με τα κακοφτιαγμένα και μίζερα που μας περιβάλλουν. Λίγη χρυσόσκονη στην αναζήτηση της ουσίας δεν είναι και για θάνατο.

Επιφυλακτικός πήγα στο «Αλίκη», όχι γιατί έχω κάτι εναντία στο λαϊκό-μαζικό θέαμα (η νούμερο ένα κατηγορία των σκληροπυρηνικών), ούτε γιατί μου φέρνουν αλλεργία οι υπερπαραγωγές. Ίσα ίσα είμαι απ’ αυτούς που πέφτουν επιλεκτικά στη γοητεία τους. Η βασική μου επιφύλαξη ήταν αν θα είχε κανένα νόημα όλη αυτή η σπατάλη και το μέγεθος ή θα ήταν απλά πολύ κακό για το τίποτα . Μέχρι το τέλος της παράστασης δεν ήξερα που να καταλήξω. Στο τέλος ήμουν ακόμα πιο μπερδεμένος.

Ο Μιχάλης Ρέππας κι ο Θανάσης Παπαθανασίου έχουν φτιάξει ένα «τιμής ένεκεν». Απενοχοποιημένο και γεμάτο ευγνωμοσύνη. Σε όλα αυτά που σημάδεψαν τα νιάτα τους και την αισθητική τους. Που εντελώς συμπτωματικά συναντιούνται με αυτά που σημάδεψαν μια ολόκληρη Ελλάδα. Ναι, μη σας εκπλήσσει αυτό. Μπορεί η Τσινετσιτά να βρίσκεται στην Ιταλία και να αποτελεί πολιτιστικό προϊόν της γείτονος, ο τρόπος που παρουσιάζεται όμως στην ανακαινισμένη σκηνή του «Αλίκη» είναι εντελώς και απόλυτα ελληνικός. Το μελό γιορτάζουν αυτοί οι δύο τύποι εκεί πέρα. Το δικό μας, το απλό και ταπεινό του 60. Αυτό που κληροδοτήθηκε στα γονίδια μας από τους γονείς μας και τη Κυριακομεσημεριατικη τηλεόραση των παιδικών μας χρόνων. Και το γιορτάζουν χωρίς ίχνος περιφρόνησης ή σαρκασμού. Το γιορτάζουν με απόλυτο σεβασμό κι εκτίμηση. Δε θα δείτε ένα σκηνικό δοκίμιο για το νεορεαλισμό, ούτε μια ιστορία του κινηματογράφου των χρυσών δεκαετιών 50-60, αλλά ένα μαγικό πεδίο μνήμης και νοσταλγίας, από δυο ανθρώπους που έχουν καταβροχθίσει στην κυριολεξία χιλιόμετρα σελιλόιντ κι έχουν προβάρει κατ’ εξακολούθηση «κλεμμένα λόγια» τόσο στη ζωή τους όσο και στη δουλειά τους.

Γι’ αυτό μπορεί να ξενίζει κάποιον αρχικά η «ξεπατικωσούρα» ολόκληρων σεκάνς περίφημων σκηνών-ογκόλιθων του ιταλικού σινεμά(αλλά και των μετέπειτα διασκευών του). Η μια από τις δυο βασικές ηρωίδες, η Μπιάνκα, είναι η Καμπίρια, ο λαμπερός σταρ του σινεμά, Αμεντέο Ναβάρο δεν είναι άλλος από τον Αλμπερτο Λαζάρι της ίδιας ταινίας, ο φιλόδοξος τεχνικός του κινηματογράφου, Φάουστο, που ονειρεύεται καριέρα στο Hollywood είναι ο μικρός Μπρούνο του Κλέφτη ποδηλάτων του Ντε Σίκα, ενώ η φίλη τους που άφησε το πεζοδρόμιο για να γίνει μανάβισσα στις αγορές έγινε γνωστή στα σοκάκια της Βία Βένετο ως Μάμα Ρόμα (του Παζολίνι). Και φυσικά ο λιγομίλητος Τούλιο που κινείται ανάμεσα τους καταγράφοντας τις ιστορίες τους δε θέλει μυαλό να συμπεράνεις ότι είναι ο σεναριογράφος της Καμπίρια, Τούλιο Πινέλι. Και ανάμεσα σε όλα αυτά παρουσιάζονται αυτούσιες διάσημες σκηνές του νεορεαλισμού από την (άτυχη κατ’ εμέ) σκηνή του συντριβανιού της «Ντόλτσε Βίτα» με την οποία κλείνει το πρώτο μέρος, ως την έξοχα σκηνοθετημένη από τον Bob Fosse σκηνή του Night Club (από την αλά Broadway εκδοχή της Καμπίρια, Sweet Charity).

Και ανάμεσα σε όλο αυτό τον καταιγισμό «δανεισμένων» πληροφοριών οι ηθοποιοί κάνουν αγώνα δρόμου να προλάβουν τις αλλαγές σκηνικών και κοστουμιών, που ομολογουμένως είναι φαντασμαγορικές. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής της παράστασης όμως είναι η μουσική της Αφροδίτης Μάνου. Τόσο όμορφα δεμένη με την εποχή και τη θεματική της, άλλοτε αγκαλιάζει κι άλλοτε χαράζει με άμεσες αλλά ευγενικές αναφορές σε ιταλικά θέματα αλλά και στα score του Ρότα και του Πιοβάνι. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο (Μαρία Καβογιάννη και Τζέση Παπουτσή) είναι ιδανική επιλογή, καθώς φέρουν από το σπίτι τους (αλλά και την τηλεόραση) τη λαϊκότητα (και οικειότητα) που απαιτεί το έργο. Χωρίς βέβαια να προχωρούν παραπέρα αυτό που κλήθηκαν να κάνουν. Στα γνωστά τους κινήθηκαν και η υπόλοιποι ηθοποιοί. Με ευχάριστες εκπλήξεις από κάποιους νεότερους.

Η Τσινετσιτά είναι ένα ιδιόμορφο έργο. Δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με μια πρωτότυπη δραματουργική ιδέα, αλλά μάλλον με μια έξυπνη επιθεώρηση που αντί να αντλεί από την επικαιρότητα, δομείται από τα υλικά της μνήμης. Μεγεθύνει, σατιρίζει, ξαναγράφει και αφηγείται από την αρχή καρτουνίστικα την αλήθεια, όπως τη συμφέρει για να πει κάτι. Και χρειάζεται να αλλάξουν δεκάδες σκηνικά κι εκατοντάδες κοστούμια για να διατυπωθεί στο τέλος κάτι τόσο απλό και αυτονόητο που όμως το έχουμε ξεχάσει. Κι εκεί ακριβώς, στο τέλος είναι που σε αιφνιδιάζει αυτό το κατά τ’ άλλα ανώδυνο κι εύπεπτο εργάκι. Εκεί που ότι έχει αρχίσει το μάτι σου και συνηθίζει στη χλιδή και αναρωτιέσαι ποιο είναι το τελικό νόημα, εκεί έρχεται το φινάλε και κλέβει την παράσταση: Αυτό ακριβώς είναι το νόημα μικρέ θεατή του πανιού, της σκηνής κι εν τέλει της ζωής σου. Ένα μικρό –στα μέτρα τα δικά σου και του διπλανού σου – υπερμεγεθυμένο τίποτα που προβάλλεται μπροστά σου με την απόλυτη συγκατάθεση σου. Είναι πραγματικά παράδοξο ότι από ένα έργο δυόμιση ωρών που περνούν από τα μάτια σου ολόκληρες γειτονιές, σπίτια, αρένες, δρόμοι, μονομάχοι και καλόγριες, λιοντάρια και ελέφαντες, αυτό που σου μένει είναι δυο γυναίκες να προσπαθούν καθισμένες σε ένα παγκάκι να συλλάβουν την ουσία της Τέχνης. Προς τι λοιπόν τόσα έξοδα;


Σκηνοθεσία: Μιχάλης Ρέππας, Θανάσης Παπαθανασίου
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Έβελυν Σιούπη
Μουσική: Αφροδίτη Μάνου
Χορογραφίες: Φωκάς Ευαγγελινός
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Τζέσυ Παπουτσή, Κώστας Κόκλας, Μαρία Καβογιάννη, Χρήστος Μάντακας, Ελένη Γεροδήμου κ.α.

Θέατρο Αλίκη
Αμερικής 4, 210-3244146

26/12/06

Οι Δύο Όψεις του Νομίσματος: 2

Του Δημήτρη Παπαϊωάννου

Θέατρο Παλλάς

Μουσική: Κωνσταντίνος Βήτα
Σκηνικά: Λιλή Πεζανού
Αrt-direction-κοστούμια: Αγγελος Μέντης και Μαρία Ηλία
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Συμμετέχουν(=παίζουν και χορεύουν): Άρης Σερβετάλης+22 άντρες

Ποτέ ξανά το κοινό ενός θεάματος δεν ήταν τόσο αντιφατικό στη σύστασή του. Η καλοντυμένη μάζα που συνωστίζεται στο Παλλάς δεν έχει ομοιογενή υφή, όπως θα περίμενε κανείς από μια παράσταση τόσο εξειδικευμένη, όσο αυτή του (εξ’ορισμού μοντέρνου) χοροθεάτρου. Νέοι, μεσήλικες και άτομα τρίτης ηλικίας, καλλιεργημένοι και επιφανειακοί, πλούσιοι και φτωχοί, όλοι έτρεξαν να μεταλάβουν σύσσωμοι το αντίδωρο του σύγχρονου εθνικού μας ευεργέτη Δημήτρη Παπαϊωάννου, του μέγα Τελετάρχη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Εκεί ακριβώς έγκειται και η αντιφατική αντίδραση του κοινού, η αδυναμία να εκλάβει κάτι συγκεκριμένο από την παράσταση και να το λατρέψει ή να το μισήσει μαζικά. Η τόσο διαφορετική ιδιοσυστασία των θεατών της παράστασης κάνει την αδυναμία ενιαίας γνώμης αναπόφευκτη.

Χωρίς να αναφερθώ στους καλόκαρδους και επιεικείς, σκοπεύω να σκιαγραφήσω τις δυο άλλες βασικές κατηγορίες θεατών, που χωρίζονται αδρά στους γνωρίζοντες και στους μη γνωρίζοντες.

Γνωρίζοντες: Αυτοί είναι σχετικά νέοι με καλλιτεχνικές τάσεις και ανησυχίες. Συμπορεύτηκαν με το έργο του Παπαϊωάννου ήδη από τον καιρό της Ομάδας Εδάφους, έχουν δει τη Μήδεια, το Δράκουλα, την Καταιγίδα, την Ανθρώπινη Δίψα και ποιος ξέρει τι άλλο, ή έστω έχουν διαβάσει και συζητήσει εκτεταμένα γι’ αυτά. Γνωρίζουν ότι ο καλλιτέχνης ξεκίνησε ως μαθητής του Τσαρούχη, πέρασε από τη Σχολή Καλών Τεχνών, ασχολήθηκε με τα κόμιξ πριν καταλήξει στην Ολυμπιάδα. Όπου, ομολογουμένως, κατάφερε να λειάνει το σύγχρονο αισθητικό προφίλ του προς χάριν μιας αναγκαίας ελληνικότητας. Αν πάλι δεν έχουν στενή σχέση με το έργο του καλλιτέχνη, ξέρουν τουλάχιστον τι σημαίνει χοροθέατρο και τι μπορούν να περιμένουν απ’ αυτό.

Μη γνωρίζοντες: Έχουν αρκετά ανεβασμένο δείκτη ηλικίας και ίσως είδαν την παράσταση καθισμένοι στις ακριβότερες θέσεις. Δεν είχαν ξαναδεί χοροθέατρο, ενδεχομένως δε γνώριζαν καν τον όρο, και αυτό που προσδοκούσαν ματαίως ήταν η νοσταλγία και η ελληνικότητα των Τελετών Λήξης και Έναρξης. Η θεατρική τους κουλτούρα ήταν συνώνυμη συντηρητικών επιλογών αρχαίου δράματος ή παραστάσεων της (παλιάς έκδοσης της) Λυρικής Σκηνής και του Μεγάρου Μουσικής.

Ο Δημήτρη Παπαϊωάννου ήξερε ακριβώς τι τον περίμενε. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων το βάραθρο που χώριζε τις δυο κατηγορίες, θέλησε παρόλο το άτοπον του εγχειρήματος, να το γεφυρώσει. Ονειρεύτηκε να κάνει μια παράσταση για όλους, όχι τόσο πρωτοποριακή ώστε να ξενίσει το εκ των Τελετών κοινό του(το μεγαλύτερο), ούτε τόσο συντηρητική ώστε να κουράσει το πιστό στο καλλιτεχνικό του όνειρο κοινό. Δυστυχώς η χρυσή τομή δε βρέθηκε, και η απόπειρα να ευχαριστήσει σύσσωμα τα πλήθη δεν ευοδώθηκε. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Το κοινό των Τελετών θεώρησε την παράσταση του Δύο πολύ προχωρημένη, αντάξια παραστάσεων του εξωτερικού σοκαριστική, γκει, σεξιστική κτλ. Το παλιότερο κοινό του καλλιτέχνη τη θεώρησε άτολμη, επαναληπτική, χαλαρά δομημένη και καθόλου καινοτόμα. (Όλοι, τουλάχιστον, παραδέχτηκαν την εικαστική της αρτιότητα, τη χορευτική της δεξιοτεχνία και την επιτυχημένη επιλογή του ανακαινισμένου Παλλάς ως χώρο ανεβάσματός της.)

Η αλήθεια δεν υπάρχει. Το Δύο είναι όλα όσα του προσήψαν και όλα όσα θα του προσάψουν, είναι όλα για όσα το θαύμασαν και θα το θαυμάσουν. Όμως, δυο καρπούζια σε μια μασχάλη δε χωράνε. Και ο Παπαϊωάννου, αν τελικά κρίνω από τη συνέντευξή του στο χθεσινό Κυριακάτικο Βήμα, δεν είχε βλέψεις να ευχαριστήσει όλους εμάς, αλλά να εκπαιδεύσει όλους εκείνους που δεν είχαν ξαναδεί επί σκηνής ουρητήρια σε σχήμα οπισθίων και άντρες να επιζητούν ικανοποίηση σ'αυτά. Ή οτιδήποτε τόσο straightforward ή οτιδήποτε λίγο gay. Αυτούς τουλάχιστον τους έμαθε να βλέπουν διάφορα και να μην αποχωρούν στη μέση της παράστασης. Ίσως να τους έδειξε και κάτι που δεν είχαν σκεφτεί ότι υπήρχε. Για εμάς που περιμέναμε κάτι παραπάνω από contemporary concept και fancy στήσιμο, ελπίζω να είναι η επόμενή του παράσταση.

Νύχτα Ραδιο - Φόνων

Του Νίκι Σίλβερ

Τετάρτη βράδυ και το θέατρο γεμάτο από φοιτητές, το κλασικό κοινό του διδύμου Ράντου - Χαραλαμπόπουλος.

Το λακωνίζειν εστίν φιλοσοφείν. Δύο λόγοι για να πάτε:

Το θεατρικό έργο: Κάπου πήρε το μάτι μου μου ότι πρόκειται περί της πρώτης παράστασης του στην Ευρώπη (πρωτανέβηκε στην Αμερική)!!
Έξι μέρες απεργίας σκουπιδιών (δεν το έχουμε μονοπώλιο, τελικά), μια πρωταγωνίστρια σαπουνόπερας, ο προβληματικός της αδελφός που σπιτώνει έναν κολ - μπόι (ποιητική αδεία), ο επαναστάστης χωρίς αιτία φίλος της πρώτης, η λεσβία συντρόφισσα που τελικά μένει έγκυος από τον επαναστάτη χωρίς αιτία, ο προστάτης του κολ - μπόι που καταλάθος πέφτει νεκρός από τον σουγιά που είχε ο ίδιος χαρίσει στον προστατευόμενο του κι ένα πτώμα - μυστήριο (το μυστήριο να πάτε και να το λύσετε μόνοι σας). Κι όλα αυτά, όσο κρατάει μια εκπομπή ραδιοφώνου.Τα ίδια μας τα χάλια. Που να πάρει, τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια πρόσωπα (εκτός από την εγκυμονούσα λεσβία και τον θάνατο του προστάτη) τα έχω δει live kai sto Ellada. Τώρα πάντως, βλέπω τα σκουπίδια με άλλη ματιά, πιο προσωπική (καθρέφτη, καθρεφτάκι μου....)

Οι ερμηνείες: Πολύ καλές από όλους (Αν συνυπολογίσετε ότι τους Ραδιο - φόνους τους είδα με μια ώρα διαφορά από τον υποκριτικά φρικτό - εκτός από την Μπεμπεδέλη - Ματωμένο Γάμο).
Μόνο λίγο λιγότερο να φώναζε η Ράντου.
Για ακόμη μια φορά, ο Χαραλαμπόπουλος κλέβει την παράσταση.
Μουρατίδης just στον ρόλο του επαναστάτη χωρίς αιτία.
Σακκά, Αποστολάκης και Αυγουστίδης συμπληρώνουν επαρκώς την πρώτη τριάδα.

Για ακόμη μια φορά ο Κακλέας παρουσιάζει άρτια παράσταση.
Σκηνικό και Κοστούμια εγκρίνονται. Δεν είχαν κάτι το εντυπωσιακό, έχω ξαναδεί σκουπίδια στην σκηνή.
Το προτείνω.


Απόδοση - Μετάφραση: Ελένη Ράντου
Σκηνοθεσία: Γιαννης Κακλέας
Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Γιώργος Σεγρεδάκης
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Μουσική Επιμέλεια: Κώστας Ζήκος
Παίζουν: Ελένη Ράντου, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Φάνης Μουρατίδης, Λίνα Σακκά, Κώστας Αποστολάκης, Ορφέας Αυγουστίδης

Θέατρο Διάνα (προσέχτε μην μπερδευτείτε και βρεθείτε κατά λάθος στις Γαζέλες του Γκλόρια)

Τρελές γαζέλες σε ψηλά τακούνια


Του Ζαν-Μαρί Σεβρέ

Θέατρο Γκλόρια

Μετάφραση: Χάρης Βορκάς
Σκηνοθεσία-σκηνικά: Κοραής Δαμάτης
Παίζουν: Κατερίνα Διδασκάλου, Μαρία Γεωργιάδου, Άννα Ανδριανού, Γιάννης Δρίτσας, Δημήτρης Πλειώνης

Σε όσες παραστάσεις πηγαίνω με μεγάλες προσδοκίες, σχεδόν πάντα απογοητεύομαι. Σε όσες πάλι πηγαίνω λίγο έως πολύ αρνητικά προδιατεθειμένη και με μηδέν προσδοκίες, τελικά δε μου φαίνονται τόσο κακές. Έτσι ακριβώς συνέβη με τις Γαζέλες. Ενώ αρχικά πήγα μόνο για να απολαύσω την Κατερίνα Διδασκάλου—για να τη διάλεξε ως πρωταγωνίστριά του ο Rohmer στο Triple Agent, κάτι θα ξερε—εντέλει βρήκα και άλλες αρετές στην ανάλαφρη αυτή γυναικεία κωμωδία.

H comedie/boulevard του Jean-Marie Chevret Les Amazones (Οι Αμαζόνες) τιτλοφορήθηκε κάπως πιο πιασάρικα και από τα παρισινά θέατρα προσγειώθηκε στο Γκλόρια και πλαισιώθηκε από αναγνωρίσιμο καστ, χωρίς να έχει όμως την αναμενόμενη επιτυχία. Αδίκως, αφού το έργο είναι αρκετά σπιρτόζικο, όσο κι αν η μετάφραση και το άνισο καστ το αδικούν κάπως.

Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τρεις γυναίκες στην κρίσιμη ηλικία των σαράντα+. Η Ανδριανού υποδύεται την αφοσιωμένη νοικοκυρά που την παράτησε ο άντρας της—ειδικά με το νεοαποκτηθέν look της δεν θα μπορούσε πια να υποστηρίξει το ρόλο έξυπνου, ώριμου θηλυκό που κλέβει όλους τους άντρες από τις fabulous νεαρές, όπως έκανε στα τηλεοπτικά σενάρια που έγραφε και πρωταγωνιστούσε—, η Γεωργιάδου είναι η ξέκωλη της παρέας που έκανε καριέρα σε τουριστικό γραφείο ανά την υφήλιο και η Διδασκάλου είναι η δυναμική καριερίστα. Κρίσιμα ερωτήματα της ηλικίας στον συναισθηματικό και επαγγελματικό τομέα έρχονται στην επιφάνεια και οι τρεις ενωμένες προσπαθούν να τα λύσουν με τη βοήθεια του Λοίκ, ενός γκει φίλου τους.

Το twist της υπόθεσης τελικά είναι πιο προχωρημένο και απροσδόκητο απ’ όσο θα μπορούσα να φανταστώ και η παράσταση κυρίως χαρακτηρίζεται από gay friendly αισθητική και κοσμοθεωρία . Με το θέατρο Διανα να παίζει και αυτό θεατρικό με γκει χαρακτήρες, τείνω να πιστέψω ότι αρχίζουμε να ωριμάζουμε κάπως στο θέμα της αποδοχής. (Ελπίζω όχι μόνο φαινομενικά). Ο ρόλος του αφηγητή που κρατάει παραγωγός του Radio Deejay και τα mainstream μουσικά ιντερλούδια προσφέρουν σε ατμοσφαιρικότητα, όπως και το παράθυρο που κοιτάει στις στέγες του Παρισιού.

Οι τρεις κυρίες που σηκώνουν το βάρος της παράστασης στους ώμους τους, δεν τα καταφέρνουν όλες το ίδιο καλά. Η Ανδριανού δίχως ψυχή, η Γεωργιάδου καταφέρνει παραδόξως να αποτινάξει κάπως την τηλεοπτική μανιέρα που τη χαρακτηρίζει και η Διδασκάλου αισθάνεται πραγματικά και ζει το ρόλο της. Όμως, η μεγάλη αποκάλυψη είναι τελικά ο Γιάννης Δρίτσας. Ο νεαρός ηθοποιός, μέλος της θεατρικής ομάδας ΝΑΜΑ, με αξιόλογη θεατρική παρουσία τα τελευταία χρόνια, δίνει μια ζωντανή ερμηνεία ως ευαίσθητος γκει φοιτητής και πραγματικά μαγνητίζει τα βλέμματα. Τα κοστούμια κάποιες στιγμές αγγίζουν το κιτς και η παράσταση βγάζει γέλιο, όχι όμως τόσο όσο στο πρωτότυπό της, που από τις γαλλικές κριτικές φαίνεται να διασκέδασε υπέρ του δέοντως το παρισινό κοινό.

21/12/06

Σκηνές από ένα γάμο












Του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Θέατρο Προσκήνιο

Μετάφραση: Ζαννής Ψάλτης
Σκηνοθεσία: Νικαίτη Κοντούρη
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Φίλιππος Κουτσαφτής
Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Μηνάς Χατζησάββας

Εύκολα κάποιες ταινίες μας παραπέμπουν στο σκηνικό μέσο με την έντονη θεατρικότητά τους. Η χρήση εσωτερικών κυρίως χώρων, τα γενικά πλάνα, ο φυσικός φωτισμός και οι διάλογοι-μακρινάρια παραπέμπουν στο θέατρο και δημιουργούν ενίοτε σκέψεις για μεταφορά τους--μάλλον αναδημιουργία-- στη σκηνή. Το αποτέλεσμα φυσικά θα είναι κάτι ολότελα νέο, άλλωστε διαφορετικές ανάγκες καθορίζουν διαφορετικές λύσεις.

Αυτό τον καιρό χτύπησε την Αθήνα σχεδόν επιδημικά η ανάγκη μεταφοράς ταινιών-σταθμών που Ευρωπαϊκού κινηματογράφου στο θέατρο. Η αρχή έγινε αρχές φθινοπώρου με τα Φτερά του Έρωτα του Βιμ Βέντερς και αυτό τον καιρό βλέπουμε Μπέργκμαν (σε επανάληψη) και Βίντεμπεργκ στο σανίδι! Δεν εύκολο να συναγωνιστείς τέτοια ονόματα, γι’ αυτό άλλοι τα καταφέρνουν, άλλοι όχι.

Η διακριτά σεξιστική ματιά του Μπέργκμαν που σκηνοθέτησε τις Σκηνές από ένα γάμο αρχικά ως τηλεοπτικό σήριαλ για καταλήξει να μοντάρει μια μικρότερη κινηματογραφική βερσιόν το ’73 με μεγάλη επιτυχία δύσκολα μετατρέπεται σε αντίστοιχη γυναικεία σκηνοθετική ματιά. Όμως η Νικαίτη Κοντούρη μόχθησε για το αδύνατο, και αυτό που κατάφερε είναι να δώσει μια εντελώς νέα διάσταση στις ερμηνείες, όχι όμως τελικά στην ουσία της συζυγικής οδύσσειας των πρωταγωνιστών. Η σκανδιναβική ψυχρότητα και συγκρατημένη αντιμετώπιση των πραγμάτων αντικαθίσταται άκριτα με ζωηρό μεσογειακό ταμπεραμέντο. Το ξέσπασμά της Liv Ullman έχει αξία, επειδή παρακολουθούμε την ένταση να συσσωρεύεται σταδιακά και τέλος να κλιμακώνεται. Η οξύθυμη διάθεση της Καραμπέτη πάλι είναι παρούσα από την αρχή, οπότε δεν κάνει μεγάλη αίσθηση όταν επαναλαμβάνεται στις διάφορες σκηνές. Κάτι διαφορετικό συμβαίνει με τον Μηνά Χατζησάββα: ο διάχυτος κωμικός του τόνος αποδυναμώνει το φλέγμα του πραγματικού ήρωα που φτιάχτηκε με κινηματογραφικά υλικά και ανταποκρινόταν ακριβώς στις ιδιαιτερότητες της χώρας που γεννήθηκε. Για τους κινηματογραφικούς ερμηνευτές ήταν λογικό η Μαριάνε να βοηθάει τον άντρα της στο φτιάξιμο της βαλίτσας που θα πάρει μαζί του στο Παρίσι για να ζήσει με την γκόμενά του. Λογικό, γιατί η μπεργκμανική γυναίκα πάντα υπερέβαλλε εαυτόν σε μαζοχιστικές τάσεις. Με τους δικούς μας όμως όρους, με γυναικεία σκηνοθεσία και δικούς μας πρωταγωνιστές, κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε λίγο αληθοφανές.(κάτι που σχολιάστηκε και από το κοινό κάπου πίσω μου)

Η Μαριάνε και ο Γιόχαν φαίνονται σε όλους το τέλειο ζευγάρι, μόνο μέχρι να αποκαλυφθεί ότι ο δύσμοιρος σύζυγος ασφυκτιά και φεύγει με μια νεαρότερη αφήνοντας γυναίκα και παιδιά. Η ροή των επεισοδίων μας αποδεικνύει στη συνέχεια πόσο και οι δύο είναι ανώριμοι ή καλύτερα «συναισθηματικά αναλφάβητοι» όπως ανα/απο-καλύπτουν και οι ίδιοι προς το τέλος του έργου. Ο Μπέργκμαν με οξύνοια σχολιάζει τις κοινωνικές υποχρεώσεις ρουτίνας, τις εργασιακές απαιτήσεις και όσα κάνουν το ζευγάρι να ασφυκτιά και να αποξενώνεται όλο και περισσότερο.

Το σκηνικό της παράστασης ήταν η απλή λύση της περιστρεφόμενης πλατφόρμας με όλο το πίσω μέρος της σκηνής να καλύπτεται από ένα θαλασσινό τοπίο των χαμένων, προφανώς, διακοπών τους. Επιπλέον αυτό που στην ταινία ήταν οι θεματικοί τίτλοι, έγιναν εδώ ολιγόλεπτη επεξήγηση των ίδιων των πρωταγωνιστών για το τι κάνουν και σε τι κατάσταση βρίσκονται, άκρως μπρεχτικό και κατ’ εμέ λίγο ενοχλητικό. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, πάντως. Εδώ φάνηκε ότι οι σκηνές που είχαν κλειστοφοβική θεατρική σκηνοθεσία στην ταινία έχασαν από την μεταφορά τους σε μια σκηνή ανοιχτή από παντού, που άφηνε παραπάνω «αέρα» απ’ όσο επιτρέπει το κάδρο για σωματική και συναισθηματική έκφραση.

18/12/06

Πάμε Θέατρο με Τραμ!


Την ευχάριστη πρωτοβουλία της ΤΡΑΜ Α.Ε. χαιρετίζει το θεατρόπληκτο εγώ μου. Έχω αντιληφθεί προ πολλού ότι το θέατρο είναι ακριβό και αυτός αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους που κρατάει το κοινό μακριά. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν ισχύει το αγγλικό σύστημα του stand-by ticket (μειωμένο εισιτήριο της τελευταίας στιγμής), οπότε αυτοί που το πορτοφόλι τους αντέχει το θέατρο είναι λίγοι. Ή φοιτητές που πληρώνουν φοιτητικό, ή τυχεροί κάτοχοι ατέλειας (μέσα στους οποίους συγκαταλέγεται και κάθε κριτικός, ηθοποιός κτλ, έτσι, για να μην αναρωτιέσαι.)

Αυτά μάλλον σκέφτηκαν οι υπεύθυνοι, θέλησαν να ανέβει και λίγο η κίνηση στο αργοκίνητο Τραμ, καθώς και να αναπτυχθεί περαιτέρω η οικολογική μας συνείδηση και έβαλαν μπρος το πρόγραμμα Πάμε Θέατρο. Το πρόγραμμα έτρεξε για πρώτη χρονιά πέρυσι και συνεχίζει και τη χρονιά 06/07 με τη συμμετοχή 50 θεάτρων και 75 θεατρικών παραστάσεων, ακόμη και παιδικών! Μπορείτε να δείτε το Νυφικό Κρεβάτι, τη Νύχτα Ραδιο-φόνων, το Μάρτυρα Κατηγορίας, τον Πεταλουδόσαυρο και πολλές άλλες γνωστές παραστάσεις, που θα τις βρείτε στο site του Πάμε Θέατρο. Σχετικές πληροφορίες μπορείτε να πάρετε ξεφυλλίζοντας και το περιοδικό Down Town, που είναι χορηγός επικοινωνίας σ’ αυτή την κίνηση προσηλυτισμού του επιφυλακτικού αθηναϊκού κοινού.

Πως δουλεύει; Απλούστατα, δείχνοντας στο ταμείο ενός συνεργαζόμενου θεάτρου ένα εισιτήριο Τραμ που έχει επικυρωθεί όχι παραπάνω από μιάμιση ώρα πριν, ο κάτοχος του εισιτηρίου αυτομάτως χαίρει έκπτωσης από 25% έως 50%, ανάλογα με το θέατρο. Ρίξτε μια ματιά και δε θα χάσετε.

Ματωμένος Γάμος/ Κάρμεν

Χορογραφία: Χάρης Μανταφούνης
Σκηνικά: Αντώνης Δαγκλίδης
Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκορού, Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Συμμετέχει το Corps de Ballet της Λυρικής

Θέατρο Ολύμπια-Εθνική Λυρική Σκηνή

Το μπαλέτο της Λυρικής Σκηνής άνοιξε φέτος τη σαιζόν με τη Σουίτα Κάρμεν του Σεντρίν και το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα, σε μια παράσταση όχι τόσο προχωρημένη όσο μας ορκιζόταν τα flyers. Παρατηρήθηκε το εξής παράδοξο: ενώ η αφίσα στολίζονταν από μια κατακόκκινη γόβα στιλέτο, η ίδια η παράσταση ήταν το άκρον άωτον της συντηρητικής ματιάς. Πως όμως το προέβλεψαν αυτό οι γονείς, ώστε να πάρουν στην παράσταση και τα μικρά παιδιά τους; Γιατί, δε μπορώ να πιστέψω ότι κανένας πατέρας θα έκρινε σωστό να πάει την πεντάχρονη κορούλα του σε θέαμα που υπονοούσε την ύπαρξη της μορφής μιας μοιραίας γυναίκας ως πρωταγωνίστριας. Όπως και να χει, είχαμε πήξει στα κουτσούβελα, εξ’ ου και η παρατήρηση.

Σε πείσμα λοιπόν της διαφημιστικής πρωτοπορίας, ο Χάρης Μανταφούνης χορογράφησε αρκετά συντηρητικά, αλλά καλαίσθητα—και έριξε το βάρος κυρίως στο τμήμα της Κάρμεν. Που είναι βέβαια η κλασική ιστορία της ξεμυαλίστρας Ισπανίδας που ενώ τριγυρνάει με δεκάδες άντρες ανενόχλητη, τελικά κάποιος βρίσκεται να τη σκοτώσει από ζήλια. Όλα ωραία και καλά, η Κάρμεν με το κόκκινο πάντα φόρεμα αρκούντως φλογερή λικνιζόταν στην μεγαλωμένη ειδικά για την παράσταση σκηνή της Λυρικής (εφόσον έλειπε η Ορχήστρα, δημιουργήθηκε άπλετος χώρος για τους χορευτές). Το σκηνικό περιορίστηκε σε μια εργατικού τύπου σκαλωσιά καλυμμένη με ημι-διάφανη γάζα στο πίσω μέρος της σκηνής και τα κοστούμια σε γήινους τόνους ήταν απαλές χρωματικές πινελιές στο άκρως λιτό σκηνικό. Χαριτωμένο, χωρίς να φέρνει κάτι νέο, και χωρίς να προσφέρει τη δέουσα ικανοποίηση σε όσους περίμεναν θέαμα αντίστοιχο της γόβας στιλέτο, όπως προείπα.

Για κακή μας τύχη ο Ματωμένος Γάμος τέλειωσε πριν προλάβει να αρχίσει. Δεν έχω δει νομίζω τίποτα πιο μικρό σε διάρκεια ever. Πρωτότυπη επιλογή για μπαλέτο, αλλά η παράσταση κατέληξε να είναι ετερόκλητη. Τα μέρη με λόγο και τα καθαρά χορευτικά μέρη δεν έδεναν σωστά μεταξύ τους. Από την ένταση της μάνας μεταφερόμασταν ξαφνικά σε σχετικά γλυκανάλατους εναγκαλισμούς των ερωτευμένων που πρόδιδε μεγάλη συναισθηματική ανομοιομορφία. Η Λήδα Πρωτοψάλτη στο ρόλο της μάνας ήταν το πιο δυνατό σημείο και των δύο χορογραφιών μαζί, πάντως. Ηλέκτρισε τη σκηνή με το άγριο πάθος της, τη στιγμή που η χορογραφία είχε διαολεμένα βουκολική διάθεση. Σκηνικά η παράσταση κινήθηκε σε απόλυτα μινιμάλ στυλ, με λευκό πλαίσιο με μικρό άνοιγμα για πόρτα και μονάχα μία καρέκλα ως σκηνικό αντικείμενο. Κατ’ εμέ, η παράσταση ως σύνολο ήταν άνιση και φτιαγμένη στα γρήγορα. (Ποιος ο λόγος να ανέβει, τελικά;)

Το κοινό δυστυχώς αυτή τη φορά όμως, δεν ήταν τόσο ευγενές όσο το θέαμα. Σοβαρή συμπλοκή έλαβε χώρα στο Β’ Εξώστη, όπου λίγο έλειψε οι οξύθυμοι θεατές να ξυλοκοπήσουν τις ταξιθέτριες, επειδή...δεν ήταν ευχαριστημένοι με τα εισιτήριά τους και διάλεγαν τις θέσεις τους κατά βούλησιν. Η απουσία του υπεύθυνου θεατών που θα έλυνε το πρόβλημα κρίθηκε εγκληματική.

16/12/06

Mατωμένος γάμος


Μετάφραση: Νίκος Γκάτσος
Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης
Σκηνικά: Γιώργος Πάτσας
Κοστούμια: Έρση Δρίνη
Μουσική τραγούδια Μάνος Χατζιδάκις
Επιμέλεια και μουσική διδασκαλία: Σαββίνα Γιαννάτου
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Πρωταγωνιστούν: Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Τάνια Τρύπη, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, Χρήστος Πάρλας, Aγορίτσα Οικονόμου, Χριστίνα Τσάφου, Μαρία Κωνσταντάρου, Ρένα Βαμβακοπούλου, Θεμιστοκλής Πάνου, Τζίνη Παπαδοπούλου, Ελένη Ουζουνίδου, Μελίνα Βαμβακά κ.ά.


Ζούμε πλέον φοβάμαι σε εποχή αντιποιητική. Γι' αυτό και τα όνειρα μας πάνω στη σκηνή δεν φτουράνε -συνειδητότατη η επιλογή της λέξης μου αυτής. Θα σας συγκινήσω περισσότερο αν πω "φοβάμαι...και είμαι ακόμα νέος"; Δεν γίνομαι πολύ προσωπικός, μη φοβάστε. Θα καταλάβετε παρακάτω. Απογοητεύτηκα ακόμα μια φορά... μην το κάνουμε θέμα. Θα είμαι τόσο πεζός, όσο προστάζει η ανάγκη και ουδέτερος σαν την παράσταση που είδα για να διαπιστώσω ότι είναι χρονικό μας ό,τι στη σκηνή δεν έγινε αίμα. Ευτυχώς το μαχαίρι ήταν εκεί...To κρατούσε από την πρώτη κιόλας σκηνή η Δέσποινα Μπεμπεδέλη.

Άνιση δυστυχώς η παράσταση που σκηνοθέτησε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου ο Σωτήρης Χατζάκης. Στήριξε την οπτική του στην δόκιμη παράδοση του λαϊκού θεάτρου ενώ παράλληλα διαχειριζόμενος την ποιητική γλώσσα του Λόρκα και της εξαίρετης, κλασικής πιά μετάφρασης του Γκάτσου προσπάθησε να αναδείξει τον παγανισμό και την τελετουργία του λόγου της. Αποτέλεσμα; Έστησε επί σκηνής ηθοποιούς - τύπους χάρτινους, χωρίς αίμα και ρόλους - σύμβολα μιας θεωρητικής, τουτέστιν θεατρολογικής και όχι θεατρικής ανάλυσης - δηλαδή επί σκηνής σύνθεσης- του αριστουργήματος. Απελθέτω ωστόσο απ' εμού το ποτήριον του θεατρολόγου, εξού και το ρομαντικίζον πνεύμα στο ξεκίνημα μου. Άλλοι ενθουσιάστηκαν που είδαν την Νύφη λαγγεμένο κρι-κρι και τον Λεονάρντο χρεμετίζον πουλάρι, εγώ όχι...

Επεξηγώντας περισσότερο το χαρακτηρισμό άνιση θα αναφερθώ σε δύο σκηνές της παράστασης που συνομιλούσαν σκηνοθετικά και είναι ενδεικτικές του θετικού και αρνητικού της καθοριστικής συμβολής του σκηνοθέτη. Η σκηνή της Ζητιάνας και του Φεγγαριού και η σκηνή των Ξυλοκόπων. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε δύο εξαιρετικά ιδιαίτερους ρόλους του παγκόσμιου δραματολογίου μακριά παρασάγγας από τον ρεαλισμό, δύο φασουλήδες της σκηνής και της τέχνης με όλη την λαϊκή υψηλής τέχνης θυμοσοφία και σκευή. Ως τέτοιοι αποδόθηκαν από την θαυμάσια Ελένη Ουζουνίδου και τον Θεμιστοκλή Πάνου η Ζητιάνα με το παγωμένο γκροτέσκο χαμόγελο και το παγερό σαν κόψη μαχαιριού Φεγγάρι χαρίζοντας μας στα αλήθεια ένα από τα πίο όμορφα αισθητικά και υποκριτικά τόπια της παράστασης.

Το ίδιο δεν συνέβη στην σκηνή των Ξυλοκόπων. Το τοπίο εκεί διαμορφώθηκε από μιας ακατάληπτης αισθητικής κοστούμι - φασόν(χ4) και η σκηνή των Ξυλοκόπων, εναρκτήρια της παράφορης σκηνής Νύφης - Λεονάρντο στην καρδιά του έργου και της παράστασης, μάλλον παρωδία της σκηνής και της παράστασης των μαστόρων από το Όνειρο θερινής νύχτος θύμιζε παρά ατμόσφαιρα υπέβαλε. Παρωδία της παρωδίας λοιπόν και Ω, παρωδία στο τετράγωνο!

Και ας έλθουμε τώρα στο ποιητικό μέρος, όπερ σημαίνει πιό κοντά και επισταμένως στο υποκριτικό και πάλι των πρώτων ρόλων αυτήν τη φορά. Αναφέρθηκα ήδη στην περίπτωση της Νύφης και του Λεονάρντο. Στις περιπτώσεις αυτές κυρίως βρέθηκα αντιμέτωπος με την αίσθηση ότι οι νεώτεροι ηθοποιοί μας ένω χαίρουν εφοδίων τέχνης και τεχνικής υποκριτικής όχι αποκλειστικά απο δική τους ευθύνη, αλλά από την ευθύνη ένος ολόκληρου εκπαιδευτικού μηχάνισμου που παραπαίει και μιας έκπτωσης πολιτισμού που έχει πρώτιστα και κυρίως τον αντίκτυπό της στη γλώσσα την ποιητική αδυνατούν να κάνουν κτήμα τους και να υποστηρίξουν ένα λόγο όπως αυτόν της μετάφρασης του Γκάτσου για το έργο. "Γιατί αν μπορούσα να σε σκοτώσω, θα σε σαβάνωνα σε μιά κάσα και θα κεντούσα το σάβανό σου με μανουσάκια και με βιολέτες" λέει η Νύφη στο Λεονάρντο στη μετάφραση του Γκάτσου. Η κυρία Τρύπη πότε δεν αναφέρθηκε σε μανουσάκια. Τα θεώρησε μια ατυχή λεπτομέρεια; Λυπάμαι αλλά είναι από τα πρώτα στην αξιολόγηση της μουσικότητας του στίχου η συγκεκριμένη λέξη. Αλλά αυτό είναι ενδεικτικό μιάς γενικότερης αίσθησης που μου άφησαν στην παράσταση οι νεώτεροι ηθοποιοί, ότι αδυνατούν να ανασάνουν μέσα σε αυτή τη γλώσσα και υποκριτικά να λυτρωθούν... Απλά την εκφέρουν. Ανάλογο αντι-ποιητικό στιγμιότυπο της παράστασης η αδιάφορη και επίπεδη εκτέλεση δια στόματος της εξαιρετικής κατά τα άλλα και πάντα αλλά όχι εδώ έγκυρης Τζίνης Παπαδοπούλου και σε μουσική διδασκαλία Σαββίνας Γιαννάτου μάλιστα του συγκλονιστικού νανουρίσματος.

Στον αντίποδα των νέων που ατύχησαν μέσα σε σχήματα, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη χαρίζει στο παγκόσμιο θέατρο μία ανατριχιαστική ερμηνεία στο ρόλο της Μάνας. Συγκλονιστική από την πρώτη σκηνή ζημώνει το λόγο τον ποιητικό στο κορμί της και την στάση της σαν να είναι το αίμα στην καρδία της που ένα μαχαίρι από τα πριν έχει προσβάλλει για να ακολουθήσει ένας οιστήλατος, μαιναδικός ουσιαστικά και όχι επιφανειακά διχασμός της μάνας που θέλει να εκδικηθεί και της μάνας που προστατεύει το γιό στη σκηνή που ανακοινώνεται το φευγιό της Νύφης και του Λεονάρντο ως άλλης Αγαύης και Εκάβης μαζί και αυτή η πάλλουσα μορφή να σβήσει άπραγη πιά στα αδιέξοδα ενός σιγηλού και την ίδια στιγμή τραγικού με την έννοια του είδους πιά πένθους στον περίφημο μονόλογο για το μαχαίρι προς τις γειτόνισσες στο τέλος.
Μην χάσετε αυτήν την παράσταση για αυτήν και μόνο την ερμηνεία. Και δείτε την πολλές φορές... Ζωντανή σχολή υποκριτικής τέχνης μέχρις άκρης δακτύλων!

15/12/06

Ο Χορός του Θανάτου

του Αυγούστου Στρίντμπεργκ

Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Γιάννης Βόγλης, Μάνος Βακούσης


Πολλοί δραματικοί συγγραφείς διεκδικούν τον τίτλο του ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής. Ο Στριντμπεργκ δεν τον διεκδικεί απλά: τον φορά κατάσαρκα παρουσιάζοντας μας πραγματικά ψυχογραφήματα εκπληκτικής ακρίβειας. Είναι ως και συγκλονιστικό το πόσο βαθιά έχει μελετήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά ένας άνθρωπος που απέχει από μας πάνω από έναν αιώνα σε μια εποχή που η ψυχανάλυση βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα. Κι εκεί που δεν είχε φτάσει ακόμα τότε το νυστέρι της επιστήμης, ο ίδιος το συμπληρώνει με ποίηση συνθέτοντας τους ήρωές του από την ουσία του θεάτρου, τοποθετώντας τους κάπου ανάμεσα τέχνης και πραγματικότητας.

Ο «Χορός του θανάτου» είναι ένα από τα έργα σχέσεων του Σουηδού δραματουργού. Δεν ανήκει στα αμιγώς ποιητικά του (τύπου «Ονειρόδραμα», ή «Σονάτα των Φαντασμάτων» - παρόλο που και τα τρία έργα ανήκουν στη δεκαετία 1900-1910). Υπάρχει όμως κάτι ζοφερό στην ατμόσφαιρα που δεν επιτρέπει να το κατατάξουμε ούτε στα νατουραλιστικά. Θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα έργο χρυσής ισορροπίας. Το θέμα του είναι η εφιαλτική συμβίωση επί μια εικοσιπενταετία ενός παντρεμένου ζευγαριού σε μια στρατιωτική βάση στην άκρη του κόσμου. Εκείνος στρατιωτικός κι εκείνη αποτραβηγμένη ηθοποιός (φαντάσματα από τη ζωή του συγγραφέα) που παράτησε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα για χάρη του. Ακουσίως (μετάταξη του συζύγου) αλλά και ηθελημένα (απομάκρυνση των παιδιών τους) έχουν μείνει μόνοι σε έναν παλιό πύργο μέσα στο στρατόπεδο, παρακολουθούμενοι από τους κατοίκους της μικρής πόλης αλλά και δυναστευόμενοι από τους δικούς τους εφιάλτες. Η καθημερινή τους ρουτίνα περιλαμβάνει αλληλοταπεινώσεις, αλληλοκατηγορίες, αναπόληση μιας ζωής που έφυγε χωρίς καν να τη ξοδέψουν, αλλά και δέσιμο σωμάτων και ψυχών, έτσι που ούτε που περνάει από το μυαλό τους το διαζύγιο. Κι ακόμα κι όταν φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο και αρχίζουν να το σκέφτονται κάτι τους αποτρέπει. Σαν την αλεπού στο δόκανο που ξέρει ότι αν το αποχωριστεί θα πεθάνει λίγα βήματα πιο κάτω από την αιμορραγία. Σ’ αυτόν τον ατέρμονο χορό θανάτου, τα πράγματα θα περιπλακούν με την άφιξη ενός παλιού γνωστού (ξαδέρφου της Άλις). Το παράδοξο τρίγωνο που δημιουργείται φέρνει και τα τρία πρόσωπα στα όρια τους…

Το θέμα της μάχης των δύο φύλων που πραγματεύεται το έργο, το καθιστά αρκετά δημοφιλές στο ρεπερτόριο των θιάσων. Παρόλο που τα πρωτεία κατέχει η νεανική αναμέτρηση αρσενικού - θηλυκού της «Δεσποινίδας Τζούλιας», η φθορά της ώριμης σχέσης του «Χορού», μπορεί να συναντήσει άνετα το σημερινό θεατή. Υπό προϋποθέσεις όμως: Ο Νίκος Χατζόπουλος απέφυγε μια τολμηρή προσέγγιση που θα έφερνε το έργο στα μέτρα της εποχής μας και προτίμησε μια παράσταση που μέχρι και συντηρητική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Και το έργο δυστυχώς είναι ένα κείμενο στριφνό που όσο περνάει ο καιρός σκονίζεται (όχι στην ουσία του, αλλά στα επί μέρους συστατικά του) όλο και περισσότερο Αν εξαιρέσει κανείς τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, αλλά και τα λιτά σκηνικά του Γιώργου Ζιάκα, η υπόλοιπη παράσταση καθοδηγήθηκε σε ασφαλείς δρόμους συμβατικής ανάγνωσης. Το αποτέλεσμα της μη προσωπικής άποψης του σκηνοθέτη είχε ως αποτέλεσμα έγκυροι ηθοποιοί όπως ο Γιάννης Βόγλης και ο Μάνος Βακούσης να προσπαθούν να αναμετρηθούν με το γιγάντιο κείμενο του Στρίντμπεργκ βασιζόμενοι στο προσωπικό τους ένστικτό, πιάνοντας στο περίπου μια ατμόσφαιρα που θύμιζε Στρίντμπεργκ (η ακόμα καλύτερα: την εφιαλτικότητα της δραματικής συνθήκης του συγκεκριμένου έργου του Στρίντμπεργκ). Εμφανέστερη αυτή η υποκριτική αμηχανία γίνεται στην περίπτωση της Μπέττυς Αρβανίτη, η οποία προδίδεται διαρκώς από τη σκηνική της αδυναμία. Ενώ στις στιγμές ηρεμίας της παίζει συγκρατημένα και αποτελεσματικά, στις δραματικές εξάρσεις της, μην έχοντας κάπου συγκεκριμένα να στοχεύσει, φτάνει (και ενίοτε ξεπερνά) τα όρια της υπερβολής.

Η συγκεκριμένη παράσταση του «Χορού του Θανάτου» είναι η απόδειξη του πόσο σημαντική είναι η παρουσία ενός έμπειρου σκηνοθέτη στο χειρισμό έργων μεγάλων απαιτήσεων. Θυμηθείτε τι και πως παρακολουθήσαμε πέρσι στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας…

8/12/06

Η θεία από το Σικάγο

του Αλέκου Σακελλάριου

"Η παράσταση δεν είναι φώτα, δεν είναι σκηνικό, είναι οι άνθρωποι, εσείς κι εγώ"... Με την φράση αυτή μπόρεσε κάποτε ο Μυράτ να αποδώσει τη σχέση σεβασμού ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία και να ορίσει τί σημαίνει "θεατρική σπίθα", δηλαδή στιγμή θεατρική. Παρακολουθώντας την παράσταση του θεάτρου "Ηβη", η φωνή του πρωταγωνιστή από το cd του Χατζιδάκι για το "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" ηχούσε στα αυτιά μου επίμονα, την ώρα που η σκηνοθετική ματιά του Φιλιππίδη προσπαθούσε να με ταξιδέψει μέσω ενός άλλου γνωστού χατζιδακικού σουξέ στην μαγευτική πόλη της Αθήνας του 60' όταν ακόμα το νεοκλασικό σύμπαν δήλωνε παρόν, λίγο πριν την μετεξέλιξη της πόλης της μαγικής σε τσιμεντούπολη, πλάθοντας ή προσπαθώντας μάλλον βεβιασμένα να πλάσει νοσταλγικές με την έννοια του γραφικού εικόνες και τύπους αυτής της άλλης Αθήνας που γνωρίσαμε οι νεώτεροι μόνο μέσα από τις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Αυτό που πέτυχε η παράσταση στα χέρια των αρμόδιων συνεργατών ήταν δυστυχώς μόνο τα φώτα και το σκηνικό...

Δεν θα προσπαθήσω εδώ να μπω σε μια διαδικασία σύγκρισης ανάμεσα στην πολύ δημοφιλή και σπαρταριστή ταινία του Σακελλάριου με την Γεωργία Βασιλειάδου και στην μεταφορά της επί σκηνής ώστε να αξιολογήσω την τωρινή θεατρική παράσταση με την Άννα Παναγιωτοπούλου για να βρω αιτιάσεις για το αποτέλεσμα που δεν με ενθουσίασε. Αφενός γιατί αναγνώρισα τη σαφή πρόθεση της παράστασης να μην θυμίζει το κινηματογραφικό ανάλογο της και αφετέρου γιατί θεωρώ νόμιμη την προσπάθεια τόσο της Άννας Παναγιωτοπούλου να αναμετρηθεί με τον ρόλο της σουρεάλ ελληνο-αμερικάνας θείας όσο και της γενικότερης μεταφοράς ή μάλλον διασκευής επί σκηνής της κινηματογραφικής επιτυχίας.

Η σκηνοθετική πρόταση και η πρόθεση της τωρινής διασκευής λοιπόν είναι να πάρει της απαραίτητες αποστάσεις από το τότε και να προσπαθήσει να πλησιάσει αυτήν την εποχή και εν τέλει να παρουσιάσει στη σκηνή το κινηματογραφικό ανάλογο με μια δόση νοσταλγίας απέναντι στην ταινία και με το κοινώς λεγόμενο "κλείσιμο του ματιού στο θεατή" να την αντιμετωπίσει ως τεκμήριο για τις απαρχές της εισόδου στα καθ' ημάς ενός πιο σαφώς δυτικότροπου, αμερικανοποιημένου τρόπου ζωής με κυρίαρχες τις αρχές του γρήγορου, του ευκαιριακού, του εκλαϊκευμένα και λαϊκίστικα μοντέρνου, του πολυσυλλεκτικού εν τέλει κεκκαλυμμένα συντηρητικού "ελληνο-αμερικάνικου" ονείρου. Αρωγοί στην προσπάθεια αυτή τα ξεχασμένα τραγούδια της εποχής που προσπαθούν να αποδώσουν και το χρώμα και την τάση του καιρού τους αλλά και την απαραίτητη ειρωνεία στο σημερινό θεατή να τα δει με ένα άλλο μάτι πια -πόσο άλλο σε μια κοινωνία νεοελληνική όπως η σημερινή που τα όνειρα και οι αυταπάτες δεν έχουν αλλάξει και πολύ προσωπεία παραμένει ακόμα και πάντα μέσα μου ερώτημα αναπάντητα καυστικό.

Δεν χρησιμοποιώ τυχαία εδώ και ώρα το ρήμα "προσπαθώ". Αναφερόμενος ειδικότερα στη σκηνοθεσία της παράστασης θεωρώ ότι αποτελεί τον πρώτο και κύριο λόγο της μη επιτυχούς διεκπεραίωσης των στόχων της. Μέσα από μια άνευρη και ελάχιστα ευφάνταστη σκηνοθεσία ο Φιλιππίδης "προσπάθησε" μόνο να κινήσει τους ηθοποιούς του μέσα σε ένα νεοκλασικό καταρρέον σύμπαν νοσταλγίας αλλά έμεινε στο πρώτο επίπεδο που του επέβαλε η ίδια -εξαιρετική αυτή- σκηνογραφία του Γαβαλά. Τα ψήγματα του επερχόμενου μπετόν που υποδήλωνε η άκρη της σκηνής άνοιγαν παράθυρο σε έναν χαμένο ανεπιστρεπτί νεοελληνικό κόσμο αλλά μέσα σε αυτόν δεν υπήρχε η πάλλουσα ενέργεια της τραγελαφικής πτώσης μιας εποχής όπως "προσπάθησε" να υπαινιχθεί η πρόθεση της σκηνοθεσίας σε μία άρρυθμη από την αρχή ως το τέλος παράσταση. Η αδυναμία αυτή επιπλέον χαντάκωνε και βάραινε προς τα κάτω και τα σημεία που η παράσταση "προσπαθούσε" πάλι να γίνει υπερθέαμα και μιούζικαλ στο βωμό μάλλον της αλαφράδας που απαιτεί πια από το θέατρο το κοινό. Να πω την καθαρή αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα ούτε συμμερίστηκα την τόσο διακαή ανάγκη των ηθοποιών να το παίξουν ξαφνικά σκηνοθέτες.

Κι ας έρθουμε στο υποκριτικό μέρος, όπερ σημαίνει πρωτίστως στην Άννα Παναγιωτοπούλου. Η Παναγιωτοπούλου είναι μια κωμική ηθοποιός μανιέρας. Ο ρόλος της θείας είναι επίσης ένας ρόλος που δοξάστηκε από μια κωμική ηθοποιό μανιέρας όπως ήταν η Γεωργία Βασιλειάδου. Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν είναι θεμιτή η αναμέτρηση της νεώτερης πρωταγωνίστριας με τον ρόλο πού δόξασε η παλαιότερη. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει μια στείρα μίμηση της πρωτοπόρου και κάθε άλλο από αυτό έκανε και η 'Αννα Παναγιωτοπούλου. Αντιθέτως στήριξε την υποκριτική της στη δική της μανιέρα και φιλτράρησε τον ρόλο μέσα από την προσφιλή της τεχνική της κωμικής ραστώνης. Ήταν κάτι γνώριμο, έγκυρο χωρίς παραξενίσματα για τον θεατή, σε στιγμές όπως η άφιξη με τις μούντζες στην Αθήνα οιστρήλατο, αλλά δυστυχώς υπόλογο σε μια αξεπέραστη, με άλλον τρόπο brillante ερμηνεία, όσο ήταν εκείνη της Γεωργίας Βασιλειάδου. Έτσι κι αλλιώς θεωρώ οτί ο ρόλος είναι γραμμένος με βάση τα μοτίβα της τεχνικής της Βασιλειάδου που απέχει μοιραία από την τεχνική οποιασδήποτε άλλης ηθοποιού. Θέλω να πω είναι ιδιαίτερα αστείο να ακούς την Βασιλειάδου που στήριξε την τεχνική του τύπου της στο μοτίβο των γλωσσικών σολοικισμών και δη στη δημώδη γλώσσα να μιλάει κάπου χαμένη ανάμεσα στην ελληνική και την αμερικάνικη διάλεκτο (very, very....πώς το λέτε εσείς εδώ; Χολοσκασμένες!) πάρα την Παναγιωτοπούλου, εκτός κι αν πρόκειται για τα γαλλικά της Μαντάμ Σουσού -αλλά νομίζω η τεχνική της τελευταίας έχει αλλάξει άρδην από τότε σε σχέση με την κωμωδία.

Σε σχέση με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος πέτυχε να αποδώσει έναν αυστηρό της έγνοιας για τις κόρες στρατιωτικό πατέρα να μπαλαντζάρει ανάμεσα σε ένα παραδοσιακό απερχόμενο σύστημα αυστηρών αξιών που αμφισβητείται και σε ένα νέο στο οποίο και ο ίδιος πρέπει να προσαρμοστεί μέσα στην αγωνία να δει ευτυχισμένα τα παιδιά του, ενώ η Σοφία Ολυμπίου προσέγγισε την μάνα με ένα δυναμικό παρόν στη σκηνή αλλά και στην σχέση με το αυστηρό πρότυπο του ανδρός της. Ο Παύλος Ορκόπουλος υπήρξε η πλέον χαρίεσσα φιγούρα της διανομής, έπλασε τύπο και στο μουσικό του σόλο χάρισε ένα από τα καλύτερα στιγμιότυπα της παράστασης.

Διασκευή- σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μελέτη Φωτισμών: Ελευθερία Ντεκώ
Μουσική Επιμέλεια: Σιδερής Πρίντεζης
Χορογραφία: Ελπίδα Νίνου
Παίζουν: Αννα Παναγιωτοπούλου, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Σοφία Ολυμπίου, Παύλος Ορκόπουλος, Σοφία Παυλίδου, Γιώργος Γαλίτης, Αγγελική Λάμπρη, Αννίτα Κούλη, Δημήτρης Γεροδήμος, Γιώργος Χαλεπλής, Σοφία Πανάγου, Βαγγέλης Νάσης, Νίκος Ιωαννίδης, Νίκος Τσιάμης, Φοίβος Δουδωνής, Μαργαρίτα Σολδάτου

7/12/06

(Ο Άγγελος Αντωνόπουλος είναι) Ο Μαρξ στο Σόχο

Του Howard Zinn

One-man show από τον Άγγελο Αντωνόπουλο που δεν είναι πια παιδάκι, αλλά τα βγάζει πέρα μια χαρά. Δε ξέρω ποιος του είπε ότι μοιάζει με το Μαρξ, όντως όμως καταφέρνει να τον ξαναζωντανέψει μοναδικά πάνω στη μικρή σκηνή του θεάτρου με φόντο ουρανοξύστες χτισμένους από αμερικάνικα δολάρια.

O Αμερικάνος Howard Zinn έχει γράψει πολλά βιβλία, με πιο γνωστό το A People's History of the United States που είναι η αμερικάνικη ιστορία από μια νέα οπτική. Με άξιους συγχαρητηρίων στόχους εκλαΐκευσης, το πιο πρόσφατο θεατρικό του ο Μαρξ στο Σόχο προσπαθεί να κατεβάσει την απρόσιτη φιγούρα του Μαρξ από το βάθρο της και να της δώσει πίσω την ανθρώπινή της υπόσταση. Απευθύνεται σε όλους αυτούς που ουδέποτε σκέφτηκαν να διαβάσουν το Κεφάλαιο, έχουν όμως ένα σχετικό πάρε-δώσε με αυτό που λέγεται κοινωνική αδικία. Το θεατρικό φυσικά δεν είναι και ό,τι πιο ανάλαφρο —δεν το επιτρέπει, άλλωστε, το θέμα του— έχει όμως επιτυχημένες κωμικές στιγμές και έξυπνες ατάκες.

Ο Μαρξ έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Σόχο του Λονδίνου. Τώρα, βλέποντας τον κόσμο να επιμένει να τον κηρύσσει ξανά και ξανά νεκρό, ζητάει άδεια από τους υπεύθυνους του άλλου κόσμου να γυρίσει για λίγο πίσω στη γειτονιά του για να εξηγηθεί. Γραφειοκρατικό λάθος τον στέλνει τελικά στο Σόχο της Νέας Υόρκης! Εκεί, ανάμεσα σε σκουπίδια, δηλώνει ότι δεν είναι Μαρξιστής, μιλάει για τη γυναίκα του, την υπηρέτριά του, τις κόρες του, τον Μπακούνιν πίνοντας και από καμιά γουλιά.

Η μετάφραση κυλάει άνετα, η σκηνοθεσία είναι σχετικά αόρατη και φυσικά το στιβαρότερο στοιχείο της παράστασης, εκτός του κειμένου, είναι ο μεγάλος Άγγελος Αντωνόπουλος. Μαθήτευσε κοντά στον Κάρολο Κουν και οι μαμάδες μας τον έβλεπαν στα νιάτα τους στον Άγνωστο Πόλεμο και στους Πανθέους. Εμείς τον βλέπουμε κυρίως στο θέατρο, και σπανίως μας απογοητεύει.

(Μια διαφωτιστική πρόσφατη συνέντευξή του θα βρείτε εδώ.)

Μετάφραση: Άρης Λασκαράτος
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Σκηνικά: Γιώργος Ασημακόπουλος
Ερμηνεύει: Άγγελος Αντωνόπουλος

Θέατρο Προσκήνιο

4/12/06

Σάρα


Του Γκότχολντ Εφραϊμ Λέσινγκ

Θέατρο του Νότου-Θέατρο Αμόρε/Κεντρική Σκηνή
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά: Herbert Murauer
Κοστούμια: Herbert Murauer-Άλκηστις Πουλοπούλου
Παίζουν: Μαρία Σκουλά, Αμαλία Μουτούση, Νίκος Κουρής, Άντζελα Μπρούσκου, Κ. Μπερικόπουλος κ.α.


Το έργο του Lessing Miss Sara Sampson(1755), γίνεται για τα μοντέρνα κατατόπια όπου μεταφέρεται —ήτοι από τη Γερμανία του Διαφωτισμού σε κάποια άκρως θρησκόληπτη πολιτεία της σύγχρονης Αμερικής—Σάρα σκέτο. Και ο Λέσινγκ, που είναι ίσως περισσότερο γνωστός για την πραγματεία του περί τέχνης βασισμένη στο σύμπλεγμα του Λαοκόωντα, μας δείχνει τώρα ένα άλλο του πρόσωπο, αυτό του δραματουργού. Σθεναρός υπέρμαχος του Σαίξπηρ, την εποχή που ακόμη δεν είχε βρει τη δέουσα αναγνώριση και γενικά της ελευθερίας του καλλιτέχνη απέναντι σε προϋπάρχοντες κανόνες και πρότυπα, όπως οι αριστοτελικές ενότητες, ο Λέσινγκ υπήρξε προς το τέλος της ζωής του και πολέμιος του αντισημιτισμού και της θρησκοληψίας. Κάπως έτσι ο σκηνοθέτης εστίασε το ενδιαφέρον του στο έντονο θρησκευτικό στοιχείο αυτής της αστικής τραγωδίας, και τη σκηνοθέτησε ως παρωδία των αυστηρών θρησκευτικών ηθών των πουριτανικών αμερικάνικων κοινωνιών.

Επιλογή καθ’ όλα θεμιτή, όχι όμως απόλυτα επιτυχημένη. Πρώτο αρνητικό που αναγκαστικά εντοπίζω (τρέμοντας τολμώ να εκφραστώ αντικειμενικά για το κατά τ’ άλλα πολυαγαπημένο μου Αμόρε) είναι η μεγάλη διάρκεια της παράστασης που κρίθηκε σωστό να εμπλουτιστεί ασφυκτικά με την εκτέλεση επί σκηνής από τους ηθοποιούς 7 ολόκληρων τραγουδιών country! Και μάλιστα, όχι απλής χαρούμενης country, αλλά συγκεκριμένων τραγουδιών που αναφέρουν κάθε τρεις και λίγο το μεγαλοδύναμο—O Lord, και τα συναφή. Άλλα 7 λεπτά στην παράσταση προσθέτει το ενδιαφέρον βιντεάκι Grand Prix που μας δείχνει έναν σκληρό αγώνα...αυτοκινήτων! Πολύχρωμα αυτοκίνητα χτυπιούνται το ένα με το άλλο, για να νικήσει αυτό που θα συνεχίσει να κινείται, όταν όλα τα άλλα έχουν σταματήσει. Ποια συνειρμική διεργασία τοποθέτησε αυτές τις εικόνες στο μέσον της παράστασης, στάθηκε αδύνατον να κατανοήσω.

Η σκηνοθεσία εν γένει ήταν αρκετά κινηματογραφική, με επίμονο καδράρισμα των πρωταγωνιστών (που προκύπτει κυρίως από την τοποθέτησή τους μέσα σε τρία δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο). Ευτυχώς για μας, παίζουν όχι μόνο στον περιορισμένο χώρο των δωματίων, αλλά και έξω από αυτόν. Άλλοι είναι καλύτεροι, άλλοι χειρότεροι—σίγουρα δεν αποδίδουν όλοι οι ηθοποιοί το ίδιο στη δημιουργία χαρακτήρα-καρικατούρας. Η Μαρία Σκουλά ως Σάρα (προσπερνώ το αταίριαστον της ηλικίας της ηθοποιού με την ηρωίδα) αφήνεται στη στείρα μίμηση εξωτερικών σχημάτων ανύπαρκτων εσωτερικών δονήσεων, κάτι που δεν καταφέρνει έστω να κρύψει. Η διασκεδαστικότερη των τριών κυριών της παράστασης, είναι δίχως άλλο η Αμαλία Μουτούση. Δυναμική και δολοπλόκα ως Μάργκοτ, βάζει τις φυσικές και όσες άλλες χάρες διαθέτει μπροστά στα μάτια του Μέλεφοντ, για να τον κερδίσει πίσω. Ο Μέλεφοντ του Νίκου Κουρή είναι κι αυτός αστείος και πειστικός ως μεταμελημένος γόης, με σώμα τόσο γραμμωμένο και μυώδες που ενίοτε απομακρύνει την προσοχή από τις υποκριτικές του ικανότητες. Η Χάννα της Άντζελας Μπρούσκου γοητεύει ως άκρως σκοτεινή cult φιγούρα.

Επανέρχομαι στην αστεία εξ’ ορισμού επιλογή του δακρύβρεχτου θεατρικού: μια αποπλανηθείσα και διωγμένη από τον πατέρα της κόρη(Σάρα), ενώ περιμένει την ημέρα που επίσημα θα νυμφευτεί τον αγαπημένο της, δέχεται επισκέψεις που την οδηγούν στο θάνατο. Όσο against the grain να παιχτεί και να σκηνοθετηθεί, πάλι το αποτέλεσμα φαντάζει κάπως αμήχανο. Το παιχνίδι των σκηνικών και, κυρίως, των κοστουμιών να φτάσουν την παρωδία στα άκρα, κρίνεται πάντως άκρως επιτυχημένο και μας προσφέρει στιγμές αληθινής ειρωνείας, σε συνδυασμό με το παίξιμο των ηθοποιών.

2/12/06

Ο Φυλακισμένος/ Il Prigioniero

Του Luigi DallaPiccola

Εθνική Λυρική Σκηνή, Θέατρο Ολύμπια

Μουσική διεύθυνση: William Lacey
Σκηνοθεσία: Christopher Alden
Σκηνικά: Γιώργος Σουγλίδης
Κοστούμια: Sue Willmington
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Παίζουν: Lauri Vasar, Τζούλια Σουγλάκου, Β. Χατζισίμος κ.α


«Οι μονόπρακτες όπερες είναι συναρπαστικές εξαιρέσεις ενός είδους τέχνης όπου ο γιγαντισμός αποτελεί τον κανόνα.» δηλώνει ο σκηνοθέτης στο σύντομο σημείωμά του για το πρόγραμμα της παράστασης και στο πνεύμα αυτής της δήλωσής του ήταν η εξαιρετική σκηνοθεσία του, χωρίς τίποτα περιττό ή επιβεβλημένο λόγω οιασδήποτε σχετικής παράδοσης.

Ο Φυλακισμένος είναι ένα από τα πιο παιγμένα έργα του Νταλλαπίκκολα και πρωτοποριακό για την εποχή του και σε επίπεδο σύνθεσης, γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του δωδεκαφθογγισμού και του σειραϊσμού. Ο Νταλλαπίκκολα εμπνεύστηκε από ποικίλλες πηγές για τη συγγραφή-σύνθεσή του, αλλά γεγονότα από τη ζωή του ήταν κυρίως που τον παρότρυναν να ασχοληθεί με το θέμα της ελευθερίας. Ο ίδιος είχε αρχικά πιστέψει στο όραμα του Μουσολίνι που ευαγγελιζόταν την επίτευξη της italianita, μέχρι που είδε τον αντισημιτισμό να τον κατατρέχει εξαιτίας της εβραϊκής καταγωγής της γυναίκας του.

Ο Φυλακισμένος κρατείται εξαιτίας των πεποιθήσεών του και για λόγους μισαλλοδοξίας και είναι σχεδόν αποκομμένος από κάθε ιστορική αναφορά, πράγμα που τον καθιστά διαχρονική μορφή κάποιου που μάταια ελπίζει και αναζητά την ελευθερία. Η ολιγοπρόσωπη και κλειστοφοβική όπερα του Νταλλαπίκκολα μεταφέρθηκε από το σκηνοθέτη στην εποχή μας, κάτι που τη μετέτρεψε αισθητικά σε μια από τις πιο ενδιαφέροντες προτάσεις φέτος. Περιττό να τονίσω την έφεση της Λυρικής στο γυμνό εσχάτως (πρώτα μαζικά στο Ντον Τζιοβάνι, κι εδώ στην τελική εμφάνιση του ήρωα), εγώ μόνο ως θετικό το χαιρετίζω, αρχίζουν επιτέλους να πέφτουν και τα τελευταία ταμπού—κρίμα όμως που μόνο με ξένους συνεργάτες επετεύχθη αυτό.

Εκεί λοιπόν που είχαμε βαρεθεί να βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια—ποιητικές και γλυκανάλατες σκηνοθετικές επιλογές (βλ. περυσινή Μπατερφλάϊ του Minghella), βλέπουμε, και μάλιστα στην Αθήνα, τη Σουγλάκου ως μάνα να τραγουδάει με ποδιά καθαρίστριας και τη σφουγγαρίστρα στο χέρι...και ευφραινόμαστε. Το σκηνικό είναι ένα κατάλευκο κουτί σε σχήμα μισού τριγώνου με πίσσα μαύρο τον τοίχο που υψώνεται από πίσω του, πάνω στον οποίο έπεφταν και οι λευκοί υπέρτιτλοι. Λιτότητα που δεν φώναζε φτώχια, αλλά άποψη, με τη συνοδεία κάθε δυνατής πρόκλησης: η φιγούρα της μητέρας μεταμορφώνεται σε καθαρίστρια των φυλακών και περιδιαβαίνει με κόκκινο κουβά, ο Ιεροεξεταστής ταυτίζεται με το δεσμοφύλακα που περιφέρεται με κοινή αστυνομική στολή, ο Φυλακισμένος πάλι ξεγυμνώνεται για να πεθάνει με κάτι σαν ηλεκτροσόκ και όχι στην πυρά. Οι δυο ορθόδοξοι παπάδες που βρίσκονται στιγμιαία στο δρόμο του Φυλακισμένου καπνίζουν σα φουγάρα και οι χορωδιακές φωνές παίρνουν σάρκα και οστά στο πρόσωπο πολύχρωμα ντυμένης χορωδίας που κάθεται πάνω στη σκηνή και πίσω από το σκηνικό, σε κόκκινα καθίσματα σαν τα δικά μας, με λευκό κουρτινάκι να μας τους αποκαλύπτει όποτε χρειάζεται.

Πολύ καλή σκηνική παρουσία όλων των τραγουδιστών, ειδικά, βέβαια του Lauri Vasar, όλες οι γιαγιάδες κατακοκκίνησαν όταν τον αντίκρισαν ολόγυμνο. Όσο για το μουσικό μέρος του θεάματος, δεν έχω τις απαραίτητες γνώσεις να το σχολιάσω, μια χαρά μου φάνηκε for all I know. Το ίδιο και ο διευθυντής ορχήστρας.

Η σύντομη ζωή/ La vida breve

Του Manuel De Falla
Libretto: Carlos Fernadez Shaw

Εθνική Λυρική Σκηνή, Θέατρο Ολύμπια

Μουσική διεύθυνση: William Lacey
Σκηνοθεσία: Christopher Alden
Σκηνικά: Johan Engels
Κοστούμια: Sue Willmington
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Παίζουν: Ann Sophie Duprels, Μ. Βλαχοπούλου, Δ. Φλεβοτόμος, Δ. Κασιούμης κ.α.

Παραγωγή: Opera North

Το έργο εντάσσεται στην παράδοση της Θαρθουέλας—είδος ισπανικής λαϊκής όπερας και στην προσπάθεια των συνθετών εθνικών σχολών να προσθέσουν στοιχεία του λαϊκού τους ιδιώματος στην παγκόσμια μουσική γλώσσα. Η υπόθεσή του μπορεί να είναι αισθητά λιγότερο υψιπετής από τον Φυλακισμένο—μπορούμε να τη συνοψίσουμε λέγοντας: ο Πάκο αποπλανεί τη Σαλούδ, αλλά τελικά παντρεύεται μια κοπέλα της δικής του κοινωνικής τάξης και η Σαλούδ πεθαίνει—όμως η σκηνοθεσία και οι ισπανικοί ρυθμοί κερδίζουν τις εντυπώσεις.

Η σκηνοθεσία λειτούργησε εντελώς αντιστικτικά στη λιτότητα του Φυλακισμένου. Η άδεια σκηνή γέμισε με πλήθος κόσμου, διαβάτες, εργάτριες και λογιών-λογιών περαστικούς που θα βρίσκαμε ενδεχομένως σε ένα σύγχρονο δρόμο της Γρανάδας. Η πρωταγωνίστρια έγινε γαζώτρια σε βιομηχανία νυφικών—η τέλεια ειρωνεία στην άδικη μοίρα της. Μέχρι και τραβεστί προστέθηκε—ο Richard Coxon χειρίστηκε τόσο καλά το ρόλο του που εισέπραξε ηχηρό χειροκρότημα στο τέλος.

Η πρασινισμένη από την αποσύνθεση λαμαρίνα με τα λευκά νυφικά κρεμασμένα επάνω της νομίζω ότι ήταν το πιο εύστοχα εικονογραφημένο κοινωνικό σχόλιο τελευταία: μέσα σε τρισάθλια σαπισμένα κτίρια εργάτριες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα φιλοτεχνούν για τους έχοντες είδη πολυτελείας. Γινόταν πάντα, γίνεται και τώρα, γίνεται παντού.

Η κοκκινομάλλα Ann Sophie Duprels ως εργάτρια Σαλούδ είναι εκπληκτική από κάθε άποψη. Είναι τόσο δροσιστικό να βλέπει κανείς νέους και καλλίγραμμους πρωταγωνιστές στη Λυρική μας! Είχα κουραστεί να κάνω στα στραβά μάτια στα περιττά κιλά τόσα χρόνια, ειδικά όταν το μόνο που είχαν να προσφέρουν ήταν τα γερά πνευμόνια και δε σκάμπαζαν τίποτα από υποκριτική ή σκηνική παρουσία.