Σελίδες

26/6/07

Les Éphémères / Οι Εφήμεροι

της Αριάν Μνουσκίν

Η πολύωρη διάρκεια είναι το πιο γνωστό και το πιο απαγορευτικό χαρακτηριστικό των θεαμάτων της. Το εφτάωρο δεν είναι απαραίτητο για να εκτιμήσεις ένα κομψοτέχνημα, αλλά η ίδια η Μνουσκίν φαίνεται ότι έχει αντίθετη γνώμη και επιμένει στο χαρακτήρα εποποποιίας, τον οποίο δεν διατίθεται όλο το κοινό της να αφομοιώσει --καθένας απολαμβάνει όσο αντέξει.

Κυλιόμενες στρογγυλές ή παραλληλόγραμμες πλατφόρμες, που κουβαλούν επάνω τους μια φέτα ζωής, όπως θα λεγε ο Zola, αυτόχρημα φαίνεται να ακυρώνουν τον πιστό ρεαλισμό τους, αφού βλέπουμε τους χειριστές τους που παιδεύονται να τις κουμαντάρουν. Ο επιλεκτικός ανθρώπινος νους ξεχνάει όμως σύντομα τους χειριστές και αφοσιώνεται στη δράση ή καταφεύγει στις αρμονικές και ομαλές κινήσεις τους, αν καμιά στιγμή η δράση τον πετάξει έξω.

Αμέτρητες καθημερινές ιστορίες, το μπανάλ που λόγω της ψιλοδουλειάς και της προσοχής στη λεπτομέρεια, το άψογο παίξιμο και τη σωστή επιλογή στιγμών μετατρέπεται σε παγκόσμια αλήθεια. Χωρισμοί, ναρκωτικά, εργατική τάξη vs έχοντες και όλα αυτά από κάθε γωνία --μόνο το ζουμάρισμα δεν είναι δυνατό-- με αρκετή από την αμεσότητα της τηλεόρασης. Η θεματική και η διάρκεια παραπέμπει, όπως και να 'χει, σε τηλεοπτική σειρά πολλών επεισοδίων, το ίδιο και η ευκολία του θεάματος. Υπάρχει διάχυτη μαγεία πάντως, με τη μουσική του Lemêtre και τον ίδιο να παίζει δοσμένος τα περίεργα έγχορδά του, με τους ηθοποιούς να τα ζουν όλα πραγματικά, με τον ίδιο το χώρο να θυμίζει σχολείο με ξύλινα θρανία, όπου η Ariane μας μαθαίνει τη ζωή. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να δει κανείς και τα δυο μέρη, η αφηγηματική πλοκή κάλλιστα μένει μετέωρη --και ύστερα we can fill the gaps. Μας λέει πράγματα ήδη γνωστά, σαφώς, αλλά ο τρόπος είναι που μετράει. Συν τοις άλλοις, είναι αυθεντικό λαϊκό θέαμα, βατό και κατανοητό σε κάθε ηλικία και status quo, και αυτή είναι τελικά η μεγαλύτερή του επιτυχία.

Σκηνοθεσία: Ariane Mnouchkine
Μουσική: Jean-Jacques Lemêtre

Θέατρο του Ήλιου


Ελληνικό Φεστιβάλ,
Ολυμπιακές Εγκαταστάσεις Φαλήρου, Δέλτα Φαλήρου

23/6/07

Die Fruchtfliege / Η Φρουτόμυγα

του θιάσου Volksbühne Am Rosa-Luxemburg-Platz

Η Φρουτόμυγα είναι περίεργο θέαμα και περιέργως αποτελεί την πρώτη μετάκληση παράστασης της Volksbühne από το Ελληνικό Φεστιβάλ. Όχι μόνο βρίσκεται μίλια μακριά από συμβατική θεατρική παράσταση (νέα πρόταση, όχι κακό εκ πρώτης όψεως) , αλλά είναι περίεργη επιλογή κυρίως, γιατί διόλου δεν ανταποκρίνεται στους υποτιθέμενους (αρχαίους) στόχους του συγκεκριμένου θιάσου, τους οποίους η ίδια η ονομασία του υποδηλώνει: Volksbühne = Λαϊκή Σκηνή. Ήδη από τις απαρχές της το 1914 η Volksbühne συνδέθηκε με κινητοποιήσεις για την κατάκτηση ενός λαϊκού προλεταριακού θεάτρου και η τοποθεσία της ακόμη, στην πλατεία Rosa-Luxemburg του Βερολίνου φαντάζει συμβολική. (Πάλι, αυτό που θεωρούν λαϊκό θέατρο οι Βερολινέζοι πολύ ενδέχεται να απέχει από το δικό μου ορισμό...)

Αισίως ή ου, ο ελιτισμός και η exclusivity ήταν βασικότατα στοιχεία της παράστασης, όπως βέβαια και το γερμανόφωνο ή γερμανοτραφές κοινό πρωταρχικός παράγοντας απόλαυσής της. Όμως στην Πειραιώς 260 είμασταν οι πιότεροι Έλληνες και χωρίς γνώσεις γερμανικών, ούτε απαραίτητα άριστοι γνώστες του κόσμου της Όπερας. Κατά τη διάρκεια, τουλάχιστον μια ντουζίνα θεατές αποχώρησαν μπαφιασμένοι από την ελλιπή/ επιλεκτική μετάφραση στους υπέρτιτλους, από την άκρατη μουσικότητα και το όχι γνώριμο χιούμορ, ας αφήσω το ανοικονόμητον της παράστασης και την απουσία διαλείμματος. Οι θεατές πήγαν ανήξεροι στο στόμα του λύκου, χωρίς να αναγνωρίζουν τις άριες που ακατάπαυστα ακουγόταν και δίχως καν ένα βοηθητικό handout στα χέρια τους, όπου να αναφέρονται τα απαραίτητα.

Επιστήμονες μαζεμένοι, σαν έγκλειστοι σε ένα ερευνητικό κέντρο μελετούν τη συμπεριφορά της φρουτόμυγας (γνωστής και ως δροσόφιλα) για να εξηγήσουν τη χρησιμότητα και λειτουργία του έρωτα·σε αυτό συνοψίζεται ο αφηγηματικός κορμός. Ακριβές συμπέρασμα δε βγάζουν, ούτε άλλωστε είναι αυτός ο αντικειμενικός σκοπός της παράστασης, επιδίδονται όμως σε αρκετά σωματικά gangs όσο και σε λεκτικό παιχνίδι του στυλ μάντεψε-από-που-είναι τα-ετερόκλητα. Κλασική τακτική της μεταμοντέρνας τέχνης, η παράσταση είναι αξεδιάλυτο παλίμψηστο αναφορών. Η παρωδία δυστυχώς χάνεται σε ποσοστό τουλάχιστον 60% (με πολύ θετικούς υπολογισμούς) για τους λόγους που προανέφερα, αλλά και φυσικά επειδή το κοινό ήταν φύσει αδύνατο να γνωρίζει χαρτί και καλαμάρι όλες αυτές τις αναφορές (από μικρού μήκους Παζολίνι και Buvete du Latte, υποψία από οργάνωση κοινωνίας τύπου διαστημοπλοίου Star Trek, σκηνές από κλασικές ταινίες, Μότσαρτ και Φάουστ και άλλες όπερες μαζί) , και ακόμη περισσότερο να αντιληφθεί τη συστηματική αυτοαναφορικότητα. Γιατί, λέω εγώ, αν ήδη γνώριζαν το πρότερο έργο της Volksbühne, τι ανάγκη είχαν να έρθουν να δουν την παράσταση μέσα στη ζέστη στην Πειραιώς. Ακόμη κι αν ήρθαν, δεν ήταν μόνο σ' αυτό το κοινό που απευθύνεται το Φεστιβάλ. Άρα, το μεσαίο κοινό ή/και το νέο αίμα δεν «επιασε» το αστείο, ούτε κατάλαβε ότι η παράσταση του έκλεινε το μάτι, αν ήταν τελοσπάντων παρών, γιατί απλούστατα η παράσταση δεν προοριζόταν γι' αυτό. Γιατί, είπαμε, ότι τη φέραμε τότε;

Σκηνοθεσία: Christoph Marthaler
Σκηνικά -Κοστούμια: Anna Viebrock
Φωτισμοί: Henning Streck
Δραματουργία: Stefanie Carp
Ερμηνεύουν: Olivia Grigolli, Alex Hildegard, Ueli Jäggi, Matthias Matschke, Josef Ostendorf, Bettina Stucky, Winfried Wagner, Stefan Wirth

Ελληνικό Φεστιβάλ,
Πειραιώς 210, Χώρος Η, 210 3272000

22/6/07

Εθνικό Μπαλέτο της Κίνας: Σήκωσε τα κόκκινα φανάρια

του Zhang Yimou

Η ταινία Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια (1991) είναι από τις πιο βραβευμένες ταινίες του Zhang Yimou: μεταξύ άλλων προτάθηκε για Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας, κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία και τους ομόφωνους επαίνους των κριτικών της Δύσης. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που το Εθνικό Μπαλέτο της Κίνας παρήγγειλε στο Yimou μια μεταφορά της ταινίας του που να ανταποκρίνεται στο νέο μέσο. Αναμφισβήτητα, το όνομα του ίδιου του σκηνοθέτη και της περιώνυμης ταινίας αποτελεί μεγάλο κράχτη για ένα μέρος του κοινού, πέρα από τα θέλγητρα της τέχνης του χορού αμιγώς.

Σίγουρα, ο θεατής με πρόθεση να δει μια μεταφορά της ταινίας χορογραφημένη, θα αισθανθεί αν μη τι άλλο κάπως ανοίκεια. Επειδή, εκ των πραγμάτων, ο χορός ως μέσο αφήγησης δεν είναι ακριβώς λαλίστατος, (δύσκολη επικοινωνιακά τέχνη, την έχουν χαρακτηρίσει, επειδή στηρίζεται στην κινησιολογική φρασεολογία και όχι τη λεκτική), η πλοκή έχει απλουστευθεί, σε σημείο να μοιάζει στην αρχική μόνο στην ύπαρξη των βασικών χαρακτήρων. Η εκδοχή του μπαλέτου κινείται γύρω από τη θέμα της γυναικείας ζήλιας, υπάρχει κλασικά ο πλούσιος άρχοντας, η σύζυγος και οι παλλακίδες. Μόνο που εδώ, η νεαρότερη (ας πούμε πρακτικά η Gong Li στην ταινία) είναι ερωτευμένη με ηθοποιό της Όπερας στην ηλικίας της και όταν το μυστικό της ειδύλλιο αποκαλύπτεται το χιόνι βάφεται κόκκινο. (όχι και μικρή απόκλιση από το ποιητικό χάσιμο των λογικών της, στην ταινία).

Για τα pas de deux των χορευτών αφήνω να μιλήσουν πιο αρμόδιοι από μένα, θα επικεντρωθώ στο οπτικό μέρος και το ρυθμό της παράστασης. Ο σκηνικός διάκοσμος είναι χάρμα οφθαλμών, με μια συγκρατημένη ανατολίτικη φαντασμαγορία, δίχως δηλαδή να φτάνουν σε κιτς αναπαραστάσεις, ούτε πάλι σε κουραστική επανάληψη παραδοσιακών εικόνων. Απροσδιόριστα μοντέρνα αίσθηση αναδίδουν και τα κοστούμια, αρκεί να επισημάνω το πλέον χαριτωμένο ροζ μίνι φόρεμα της πρωταγωνίστριας προς το τέλος, φορεμένο με κόκκινο σορτς από μέσα. Το αναμενόμενο βαθύ κόκκινο, τα αμέτρητα φανάρια, η χρήση του χαρτιού σε σκηνές έντασης και καταστροφής ήταν οπτικά άψογα. Θα δίσταζα να μιλήσω για πρωτοτυπία της χορογραφίας, αλλά αυτό δεν άπτεται καθόλου των ικανοτήτων του Yimou, οπότε δεν μπορώ να του το προσάψω. Ακόμη και αυτό το χαλάρωμα της πλοκής προς χάριν ανάδειξης της χορευτικής δεινότητας, του οποίου υπήρξε υποψία, ξεχνιέται εντελώς με τις εκθαμβωτικές εικόνες (ειδικά) της τελευταίας σκηνής. Μόνη της ανταμείβει ακόμη και τους όχι μεγάλους fan του είδους. Οι τρεις φυλακισμένοι εκτελούνται μέσα στην παραζάλη οπτικών όσο και ηχητικών πυροβολισμών: ραβδιά με κυλίνδρους βουτηγμένους στο κόκκινο χτυπάνε αλύπητα το λευκό πανί. Κάθε κόκκινο σημάδι που αφήνουν και μια σφαίρα, ένα τίναγμα στο σώμα των χορευτών από τον πόνο που του προκαλεί. Δεν τελειώνει γρήγορα, κι όταν τελειώσει, λευκές νιφάδες αρχίζουν να πέφτουν πάνω στα ακίνητα σώματά τους.

Σκηνοθεσία: Zhang Yimou
Πρωτότυπη μουσική: Chen Qigang
Χορογραφία: Wanf Xipeng, Wang Yuanyuan
Σκηνικά: Zeng Li
Φωτισμοί: Zhang Yimou
Κοστούμια: Jérôme Kaplan

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη

18/6/07

1ο Φεστιβάλ Θεάτρου Νοτιοανατολικής Ευρώπης

Εν μέσω ξέφρενων φεστιβαλικών εκδηλώσεων παντός τύπου, ευκαιρία να επισημάνουμε μία ακόμα εξ αυτών. Εμφανή προσπάθεια να προσφέρει θεατρική παιδεία μέσω της πολιτιστικής αποκέντρωσης κάνει ειδικά φέτος το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, γι' αυτό δε πρέπει να μείνει άμοιρο επαίνων.

Ύστερα, λοιπόν, από τη λαμπερή ανοιξιάτικη μάζωξη για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου, σειρά έχει να φιλοξενηθεί στη Θεσσαλονίκη ένας νέος θεσμός: το Φεστιβάλ Θεάτρου Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Κι επειδή εμείς εδώ αμέριστα επικροτούμε πράξεις πολιτιστικής ανταλλαγής και αναψηλάφησης των ισχυρών επουλωτικών μέσων που κρύβει αυτή η διασταύρωση κουλτούρας, επανερχόμαστε στη συζήτηση για το όμοιο και το άλλο (same and other). Μόνο αν αρχικά γνωρίσουμε το άλλο, θα γίνει εφικτή κάποτε η αποδοχή του και εν συνεχεία η αποδοχή του πολύχρωμου μωσαϊκού που είναι εκ των πραγμάτων τα Βαλκάνια.

Το Φεστιβάλ έχει ξεκινήσει στη συμπρωτεύουσα από τις 14 Ιουνίου και τελειώνει στις 14 Ιουλίου. Οι παραστάσεις γίνονται σε τρεις χώρους: κεντρικά στο Βασιλικό Θέατρο και το Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, πιο καλοκαιρίνά στο (ανοιχτό) Θέατρο Δάσους. Βασικό άξονα του Φεστιβάλ αποτελεί το αρχαίο δράμα, εξ ου και ο τίτλος του Όψεις Αρχαίου Δράματος (που, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, μαρτυράει ίσως μια ανεξήγητη εμμονή στις ελληνικές αξίες...). Ο Νikita Milivojević με το My Homeland-Seven Dreams εμπνευσμένο από το Θηβαϊκό Κύκλο είναι από τα πιο hot ονόματα, και οι fan της τέχνης του Διονύσου θα έχουν επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσουν παραστάσεις από οκτώ συνολικά Θεατρικούς Οργανισμούς: Τουρκία, Ρουμανία , Σερβία, Σλοβενία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Αλβανία και Κύπρο. Η Μήδεια του Atelier 31 στα αλβανικά που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών θα παιχτεί στις 9 Ιουλίου, και ομολογώ ότι η αγάπη για τη συγκεκριμένη τραγωδία με τρόμαξε κάπως. Τέσσερις Μήδειες σε διαφορετικές γλώσσες παρουσιάζονται στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ δικαίως, αναρωτιέμαι ποιος θα έχει τόσο ειδικό ενδιαφέρον για να παρακολουθήσει το ένα και το αυτό έργο σε τέσσερα διαφορετικά ανεβάσματα. Προσωπικά, δε θα έχανα με τίποτα αυτή τη Μήδεια με αυτοκινητάκι στο σκηνικό, από το Θέατρο Katona Jozsef της Ουγγαρίας.

13/6/07

Shopping and Fucking

του Mark Ravenhill

Δέκα και κάτι χρόνια πριν, όταν το πρώτο με "μέγεθος ευσύνοπτο" θεατρικό του Ravenhill
κονταρομαχήθηκε με το κοινό στο Royal Court Upstairs του Λονδίνου, ήταν αρκούντως προκλητικό και δικαίως τέθηκε επικεφαλής του σύγχρονου θεατρικού ρεύματος με τον κυριολεκτικό τίτλο in-yer-face theatre. Όντως, τέτοιου είδους θεατρικά (άλλοι λαμπροί εκπρόσωποι είναι η Sarah Kane και ο Anthony Neilson, αλλά και ορισμένοι μη-βρετανοί, όπως ο Tracy Letts) πιάνουν το θεατή από το λαιμό και τον πετάνε μέσα στην κατάσταση που περιγράφουν. Η αποστασιοποίηση εδώ δεν είναι θεμιτή, γιατί ως Experiential theatre τα έργα αυτά φιλοδοξούν ο θεατής να ταυτίσει τροπον τινά τη φρίκη που νιώθουν οι πρωταγωνιστές με την προσωπική του εμπειρία (διόλου εύκολο). Για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα η δράση εκτυλίσσεται μια ανάσα από το κοινό σε στενόχωρα στούντιο και θεατρικούς χώρους που ευνοούν την αμεσότητα.

Ένας τέτοιος χώρος είναι και ο "Χώρος" της θεατρικής ομάδας της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. ή αλλιώς Ο.Π.Α. Μια από τις πιο ενεργές ερασιτεχνικές ομάδες, που ανήκει στον Πανελλήνιο Σύλλογο Ερασιτεχνικού φοιτητικού Θεάτρου, με τόσο επαγγελματικές διαθέσεις, που αναρωτιέται κανείς πότε τα μέλη της προλαβαίνουν να επιδοθούν στην πανεπιστημιακή μελέτη. Κάθε χρονιά τέτοιο καιρό ανεβάζει κι από μία (φέτος τέσσερις διαφορετικές!) παράσταση. Το '90s λονδρέζικο τοπίο καμμένων junkies και ανήλικων hustlers επέλεξαν θαρρετά και εκτέλεσαν μοναδικά, μετά τον πρώτο διδάξαντα, Θωμά Μοσχόπουλο, που το ανέβασε στον Εξώστη του Αμόρε. Τα παιδιά χρησιμοποίησαν τη δική του μετάφραση και διανομή, διαφορετική από την αυθεντική όσον αφορά τους γυναικείους και αντρικούς ρόλους. Στο πρωτότυπο υπάρχει χώρος για μια μόνο κοπέλα, τη Lulu, και το καστ συμπληρώνεται πεισματικά από άντρες, ενώ εμείς βλέπουμε την εκδοχή με τον έμπορο ναρκωτικών και το ανήλικο που ψωνίζεται με γυναικείο φύλο. Όχι ότι αυτό επηρρεάζει τις σχέσεις των ηρώων, ξενίζει βέβαια κάπως.

Πιο κοντά στο Trainspotting απ' ότι στο Marquis de Sade (με εξαίρεση μια φαντασίωση που πρωταγωνιστεί μαχαίρι ή κατσαβίδι, ό,τι βρίσκεται πρόχειρο), το Shopping and Fucking δε φαντάζει πλέον τόσο ενοχλητικά ανατρεπτικό. Αντιθέτως, αυτό που κυρίως εκτιμάται, είναι θα 'λεγα το ολοζώνταντο χιούμορ του συγγραφέα και το εξαιρετικό πλέξιμο των σκηνών και των διαλόγων του. Το θέμα του καταναλωτισμού, αλλά και η ύψιστη αξία των χρημάτων ("το χρήμα είναι πολιτισμός, και ο πολιτισμός χρήμα", είναι το motto του drug dealer) τονίζονται δηκτικά, όμως ο εντοπισμός δεν ισοδυναμεί με τη λύση του προβλήματος.

Η ισοπέδωση κάθε είδους εξαρτήσεων, συναισθηματικών, χημικών κτλ στο πρόσωπο του Mark, που φοβάται τις εξαρτήσεις, αλλά πέφτει με τα μούτρα --ρόλος που έχει παίξει ο Phillip Seymour Hoffman-- είναι το πιο πικρό σχόλιο του έργου και ο μόνος ρόλος που δεν είχε τον στιβαρό ερμηνευτή που του άξιζε. Διαφορετικά, αυτό το θέατρο τσέπης που έχει τα πάντα, από επαγγελματικά φώτα, κονσόλα, πλυντήριο και το υπέροχο καστ των φοιτητών με highlight τον πολυτεχνίτη Δημήτρη Σμυρλάκη έφτασαν σε απόδοση πολλά νεανικά σχήματα.

Μετάφραση: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σμυρλάκης
Σκηνικά: Νίκος Τουρτόγλου, Μαρία Τριβήλου
Ερμηνεύουν: Κίνγκα Σίτο, Δημήτρης Σμυρλάκης, Γιάννης Καραλής, Εύη Ματιάτου, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη

Θεατρική Ομάδα της Α.Σ.Ο.Ε.Ε.

Θέατρο Χώρος,
Δεριγνύ 1 & Μαυρομματαίων

9/6/07

Μήδεια

του Ευριπίδη

Ακόμη και λιγότερη συγκίνηση να προσέφερε η συγκεκριμένη παράσταση, θα είχα υποχρέωση να την επαινέσω. Και μόνο η ιδέα να παρασταθεί η Μήδεια στην Αλβανική γλώσσα είναι ευφυής, εφόσον ο κατεξοχήν τραγικός χαρακτήρας που μισούμε να λατρεύουμε κουβαλάει στο πετσί του το στίγμα του ξένου, και δη «βάρβαρου», ρετσινιά που δε λέει να ξεκολλήσει εύκολα από τους γείτονες που επιλέγουν τη χώρα μας και τις δυσκολίες της--άρα υπάρχει μεγάλο εύρος ταύτισης. Η Μήδεια έρχεται από την Κολχίδα και οι Έλληνες τη θεωρούν διπλά καλότυχη που έγινε αποδεκτή και νυμφεύθηκε έναν εκ των αρίστων Ελλήνων, όχι βέβαια ότι έγινε ποτέ ίδια με αυτούς, δηλώνει ρητά ο Ιάσονας. Η τραγωδία θίγει κυρίως το τρίπτυχο γυναικεία αγάπη-ζήλεια-εκδίκηση και την παντοδύναμία τους, αλλά έχει πολλά ακόμη επίπεδα, ένα εκ των οποίων το discourse του same-other που προανέφερα.

Εκ των πραγμάτων, η παράσταση βοηθάει στην άρση της ξενοφοβίας και την αποδοχή. Η οδός της συμφιλίωσης των λαών γίνεται πιο εύκολα προσβάσιμη μέσω του πολιτισμού και των τεχνών. Πόσο πιο εύηχη θα ακούγεται η αλβανική γλώσσα από αύριο σε όσους άκουσαν τη Μήδεια της Ema Andrea να μιλάει αλβανικά...

Βάζοντας σε σειρά την έμπνευσή του, ο Mikel Kalemi, στήνει την παράσταση σε καίριο σκηνικό, ως ανάμνηση του πως άρχισαν όλα, είτε αυτό αναφέρεται στα βάσανα της Μήδειας, είτε στο ίδιο το κείμενο της τραγωδίας. Ένας πελώριος κομμένος σύρριζα κορμός δέντρου με ματωμένα νερά είναι η κινούμενη βάση επάνω στην οποία εκτυλίσσονται τα δεινά, θυμίζοντάς μας τα λόγια της τροφού που καταριέται(sic) την ώρα που το τσεκούρι έκοψε τους κορμούς των πεύκων και προμήθευσε ξυλεία για τη γοργοτάξιδη Αργώ που ευθύνεται πρακτικά για το σμίξιμο του Ιάσονα με τη Μήδεια. Διαλέγοντας εικαστική εξωστρέφεια ως τρόπο έκφρασης, αυτή η Μήδεια προτείνει μια διαφορετική, μοντέρνα ανάγνωση: ο χορός όντως χορεύει και η κορυφαία τραγουδάει σε ροκ ρυθμούς τα χορικά με την εξαίσια φωνή της. Υιοθετώντας διαμετρικά αντίθετη στάση από τους αρχαίους και στο θέμα της μη παράστασης φόνων επί σκηνής, βλέπουμε, με λεπτότητα που δεν μας χαρίζει τα ρίγη στη ραχοκοκαλιά, την αποτρόπαια παιδοκτονία.

Η Μήδεια της Andrea ως εξωτική μάγισσα καταστρώνει και φέρνει εις πέρας το σχέδιο της εκδίκησης με κατά τι παραπάνω μίσος απ’ ότι πόνο. Η ευρηματική σκηνοθεσία βοηθάει να παρακολουθήσουμε τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα: η Μήδεια, αρχικά έντρομη και ανήμπορη που ο σύζυγός της την αποδιώχνει, δεν τολμάει να ορθώσει το παράστημά της, (βλέπουμε μόνο το κεφάλι της) και όσο αντρώνεται, όσο δίνει μορφή στο μίσος της, ξεπροβάλλει σταδιακά και παίρνει την πρωτοκαθεδρία στη σκηνή.

Με λύπη, όμως, επισημαίνω ότι μια παράσταση-σταθμός όπως αυτή, που θα ήταν ευκταίο να τη δουν και αλβανικής καταγωγής συμπολίτες που δεν έχουν συχνά αυτή την ευκαιρία, έκανε πρεμιέρα στο Σχολείον με τουλάχιστον 300 κενές θέσεις—που μαρτυρά ότι κάτι στη διαχείριση των εισιτηρίων πήγε λίγο στραβά. Τέτοιες κινήσεις δεν αρκεί να γίνονται, πρέπει να έχουν και τον ανάλογο αντίκτυπο.

Μετάφραση: Σοτίρ Παπαχρίστο
Σκηνοθεσία: Μικέλ Καλέμι
Σκηνικά και κοστούμια: Γκεντς Σκοντράνι
Μουσική: Έντρι Σίνα
Χορογραφία: Γκέργκι Πρεβάζι
Φωτισμοί: Λουλζίμ Τούφα
Eρμηνεύουν: Έμα Αντρέα,Βασιάν Λάμι, Ρόζα Αναγνώστη, Αχμέτ Πάσα, Πίρο Μαλαβέτσι, Σαϊμίρ Μπράχο

Atelier 31

Φεστιβάλ Αθηνών (ΕΦ),
Το Σχολείον, Χώρος Α
Πειραιώς 52, Μοσχάτο, 210
3272000

6/6/07

8 Γυναίκες

του Robert Thomas

Πολλοί, άκουσα, μπερδεύουν αυτές τις 8 Γυναίκες με το 8 Γυναίκες Κατηγορούνται —ορθώς ίσως, αφού πρόκειται βέβαια για την ίδια πρώτη ύλη. Το ανάλαφρο boulevard, όμως, ή πιο δίκαια η “comedie policiere”, όπως την ονόμασε ο ίδιος ο Τομά που τη δεκαετία του ’60 ήταν μεγάλο σουξέ στα παρισινά θέατρα ξεχάστηκε με τον καιρό, όπως πολλά ανάλαφρα θεάματα της εποχής τους. Την αναβίωσή και καθιέρωση στις συνειδήσεις του κοινού τη χρωστάει στο χαρισματικό Francois Ozon που το ξέθαψε και το υιοθέτησε ως τελική του επιλογή (ύστερα από την αδυναμία να πάρει τα δικαιώματα της ταινίας The Women του George Cukor) για το μεγαλεπήβολο project του, που τελικά συγκέντρωσε την αφρόκρεμα των Γαλλίδων ηθοποιών και κατάφερε να φτάσει στην 9η θέση στο γαλλικό box-office. (σοβαρή παράλειψη, συλλήβδην, η απουσία αναφοράς του ονόματος του Ozon στο πρόγραμμα)

Το θεατρικό είναι μεν καλογραμμένο και με αβανταδόρικους ρόλους, η ταινία όμως αξιοποιεί το υλικό και το διαμορφώνει έτσι ώστε να τονίσει τη γυναικεία υστερία, τις αδυναμίες, τα κουτσομπολιά και τα κουκουλωμένα μυστικά του αστικού τους περιβάλλοντος. 8 γυναίκες βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να ανακαλύψουν το πτώμα του συζύγου της οικίας μέσα σε μια λίμνη αίματος στο κρεβάτι του. Υπηρετικό προσωπικό, γυναίκα, παιδιά, πεθερά, συμπεθέρα, αδερφή, όλες έχουν κίνητρα για το φόνο, κάτι που δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο μέσω του αλληλοσπαραγμού που προκαλούν οι μέθοδοι του Σέρλοκ Χολμς που επιβάλλει η μικρότερη κόρη. Οι διασκεδαστικές λεκτικές συγκρούσεις που διατρανώνουν τη λαϊκή σοφία «η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει» είναι αυτές που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, αλλά ας έρθουμε στο ζητούμενο: την επιλογή 8 ανδρών να ερμηνεύσουν τους απαιτητικούς γυναικείους ρόλους.

Η πρόθεση του Καραθάνου φαίνεται ότι ήταν η εξερεύνηση της γυναικείας φύσης και των σχέσεων μέσω της μεταμόρφωσης της γνωστής μας από την αρχαιότητα, όταν όλοι οι ρόλοι, ακόμη και οι γυναικείοι, έπεφταν σε αντρικούς ώμους. Όμως, όπως και ο Ozon στην ταινία του παρουσίασε τα πάντα διογκωμένα με εμφανείς ρόλους-καρικατούρες (σε αυτή την κατεύθυνση στράφηκαν συνειδητά με την ερμηνεία τους και οι περισσότερες σταρ), παρόμοια προσπάθησε να κινηθεί και ο σκηνοθέτης, ακυρώνοντας εν μέρει το εγχείρημα της όποιας εξερεύνησης, αφού στην ουσία στέρεος χαρακτήρας δεν υπήρχε, παρά μόνο τύποι όπως αυτός της πεταχτής υπηρέτριας, της παραστρατημένης, της υποχόνδριας, της σεμνότυφης κ.ο.κ. Μοιάζει τελικά με κίνηση ανάλογη των αντρών που μασκαρεύονται τις Αποκριές σε γυναίκες και ο μόνος σαφής στόχος –που επιτεύχθηκε 100% στην περίπτωσή μας-- είναι η διασκέδαση των ίδιων των ηθοποιών και του κοινού μαζί τους με αυτό το αρχέγονο και χωρίς κανόνες παιχνίδι.

Οκτώ άντρες (και ένας ακόμη με μουσούδα λαγού) φοράνε μαύρα φουστάνια με κρινολίνο και kinky μποτάκια αγγλικού παρθεναγωγείου (τα μποτάκια της Emmanuelle Beart στην ταινία) και ανεβοκατεβαίνουν --εξαιρετική η δουλειά της Αμαλίας Μπέννετ στην κίνηση-- ένα λόφο κατάφυτο από χριστουγεννιάτικα δέντρα. Fun project ακούγεται ήδη από την περιγραφή. Όσοι όμως είδαν οχτώ ηθοποιούς διάφορων ηλικιών και με αρκετά καθένας τους εύσημα στο ελληνικό θέατρο να ξεκατινιάζονται προσπαθώντας να μιμηθούν, όχι με την ίδια πάντοτε επιτυχία, τις γυναίκες, ανασηκώνοντας συχνά-πυκνά τα κρινολίνα τους ώστε να αφήσουν να φανούν οι αξύριστες αντρικές γάμπες τους, αυτοί μόνο καταλαβαίνουν πόσο fun μπορεί να είναι τελικά. Τι κι αν το project έχει παραπάνω υποψία gay αισθητικής απ’όση θα άντεχε η μαμά μου, τι κι αν τα τραγούδια είναι επιεικώς αποτυχημένα (τη γλιτώσαμε, ευτυχώς, μόνο με δυο-τρία από δαύτα), τι κι αν τίποτα δε δικαιολογεί απόλυτα τον πειραματισμό. Αν κάτι προσφέρει τόση διασκέδαση, μπορεί να είναι όσο κούφιο επιθυμεί, εντέλει.

Μετάφραση: Κοσμάς Φοντούκης
Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος
Σκηνικά-κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Κινησιολογία: Αμάλια Μπέννετ
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Στιχουργός: Λένα Κιτσοπούλου
Μουσική: Φωτεινή Μπαξεβάνη
Ερμηνεύουν
: Γιώργος Γάλλος, Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Κότσιφας, Χρήστος Λούλης, Αργύρης Ξάφης, Χρήστος Στέργιογλου, Κοσμάς Φοντούκης, Αιμίλιος Χειλάκης, Άρης Αρμαγανίδης

Φεστιβάλ Αθηνών,
Πειραιώς 260, Χώρος Η, 210-9282900

5/6/07

Πόλεμος και Ειρήνη

Του Λέοντα Τολστόι

Ο Λέων Τολστόι πολυγραφότατος και με διεισδυτική ματιά, είναι κυρίως γνωστός για το επικό του έργο Πόλεμος και Ειρήνη και για την Άννα Καρένινα. Ο συμπατριώτης του Piotr Fomenko είναι και αυτός εργατικότατος --έχει ανεβάσει πάνω από 60 παραστάσεις-- και η πολύωρη δοκιμασία των θεατών δε τον φοβίζει διόλου, γι’ αυτό αποφάσισε να μεταφέρει το ογκώδες έργο στη σκηνή. Οι δυο τους συναντούν το αθηναϊκό κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών (αλλιώς Ελληνικού Φεστιβάλ ή Ε.Φ.) με την πολύκροτη παράσταση Πόλεμος και Ειρήνη, που, όμως, τελικά παρά τα θετικά της φαίνεται ότι κουράζει λιγουλάκι.

Ολόκληρο το έργο του Τολστόι θα ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να παρασταθεί μια και μόνη φορά (τόση έκταση υλικού φτάνει για τηλεοπτική σειρά, κάτι που εκμεταλλεύτηκε το BBC το 1972 για το ομώνυμο miniseries με πρωταγωνιστή τον προ-Hannibal Anthony Hopkins). Ο Φομένκο και το εργαστήριό του επικεντρώθηκαν, ως εκ τούτου, στον πρώτο τόμο του έργου και προτίμησαν σαφώς την ειρήνη από τον πόλεμο, ενδεχομένως και για πρακτικούς λόγους, γιατί σκηνογραφικά η αποτύπωση πεδίων μάχης και στρατοπέδων είναι κατά τι δυσκολότερη από τις οικίες της καλής κοινωνίας, που και αυτές βέβαια αποδίδονται με λιτή, σχηματική σκηνογραφία.

Ο χάρτης με τον οποίο ανοίγει το θεατρικό δεν αφήνει να ξεχάσουμε το μάταιο πόλεμο που μαίνεται μεταξύ Τσάρου και Ναπολέοντα για μια χούφτα γης, όπως και η σποραδική ανάγνωση χωρίων από το βιβλίο που βρίσκεται σε κάθε μέγεθος στα χέρια των πρωταγωνιστών, δε μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι οι ήρωες έχουν ξεπηδήσει απευθείας από τις κιτρινισμένες σελίδες του. Οι ειρηνικές μέρες των Ρώσων ευγενών στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη περνούν με κουτσομπολιά, έρωτες, θανάτους και έντονη ανησυχία για τον πόλεμο που φτάνει ολοένα και πιο κοντά και η σατιρική διάθεση του βιβλίου γίνεται μέσα από την απόδοση του Φομένκο και των ηθοποιών του έως σκανδαλώδης. Οι Ρώσοι ευγενείς αγαπούσαν εκείνο τον καιρό τρομακτικά τη Γαλλία και ομιλούν φανατικά την γαλλική, τα enchante, mon ami, s’il vous plait, au revoir ήταν τα μόνα που καταλαβαίναμε χωρίς τη χρεία των υπερτίτλων (γιατί, φυσικά, η παράσταση είναι στα ρώσικα, ντα, ντα, παζάλουστα και χαρασό). Η απληστία, τα υπερφίαλα ερωτικά καμώματα, η γυναικεία επιμονή και η ανδρική αγάπη για ελευθερία σκιαγραφούνται ολοζώντανα από τις καθαρές ερμηνείες των ηθοποιών. Η παράσταση, πάντως, δε φεύγει ποτέ εντελώς από τα χωράφια της πεζογραφίας –κρατάει σε μεγάλο βαθμό τη στατικότητα και την περιγραφική διάθεση—και αυτός είναι, και όχι η όποια αδυναμία των ηθοποιών, ο μόνος λόγος για τον οποίο το κοινό, που προφανώς έχει ήδη διαβάσει το βιβλίο, αποχωρεί βιαστικό στο δεύτερο διάλειμμα (τρεισήμισι ώρες δεν είναι και λίγες, ομολογουμένως).

Συγκινητικό κρίνεται το εύρημα του σκηνοθέτη να χρησιμοποιήσει σκάλες στις περισσότερες σκηνές: εκτός από την οργανική θέση τους στο σκηνικό, για να το κάνουν προσβάσιμο σε όλα τα επίπεδα, οπτικοποίησαν την προσπάθεια του ανθρώπου να εξυψωθεί πάνω από τα υλικά αγαθά, πέρα από τις μικρότητες και τη ματαιότητα του κόσμου σε ένα πιο πνευματικό επίπεδο, όχι φυσικά ότι τα καταφέρνει, αλλά η προσπάθεια μετράει.

Σκηνοθεσία: Piotr Fomenko
Σκηνικά: Vladimir Maximov
Κοστούμια: Maria Danilova
Παίζουν: Galina Tunina, Andrei Kazakov, Ksenia Koutiepova κ.α.

Φεστιβάλ Αθηνών,
Πειραιώς 260, Χώρος Δ

(Δίπλα στο Ι.Μ.Ε.)

1/6/07

Καλό μήνα με το Φεστιβάλ Αθηνών

Εν έτει 2007 το Φεστιβάλ Αθηνών άλλαξε. Δεν απευθύνεται πλέον μόνο σε κατοίκους της παλαιάς Αθήνας και των βορείων προαστίων που μετρούν τουλάχιστον πενήντα καλοκαίρια εύπορης ζωής και αρκετά πενηντάευρα ανά εισιτήριο. Απευθύνεται περήφανα και στους εναλλακτικούς θεατές —και μέσα βάζω φοιτητές, wannabes, νέους με καλλιτεχνική ροπή και κυρίως με παθολογική αγάπη προς τις νέες τεχνολογίες /New Media (αυτούς δηλαδή που θα καθίσουν κυρίως στο Άνω Διάζωμα, αλλά θα εκτιμήσουν το εκάστοτε θέαμα πολύ περισσότερο απ’ όσους κάθονται φάτσα κάρτα στους τιμημένους καλλιτέχνες).

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται καταρχήν από τη μοναδική, υψηλής αισθητικής νέα εκδοχή του site του Φεστιβάλ (που το βρίσκετε σε δύο domains, γιατί ή είμαστε το μεγαλύτερο-καλύτερο-πιο-μουράτο fest στα ελληνικά χώματα ή δεν είμαστε) Ακολουθώντας τα url greekfestival.gr ή hellenicfestival.gr φτάνετε σε μια δίγλωσση σελίδα που οι ηλιαχτίδες ή φεγγαραχτίδες, αναλόγως την ώρα, δεν εγκαταλείπουν ποτέ. Θα ψάξετε με άνεση το πρόγραμμα κατά ημερομηνία, είδος, χώρο κτλ, το φωτογραφικό υλικό θα σας κατατοπίσει οπτικά και σίγουρα τελικά θα πειστείτε πως το Φεστιβάλ δεν είναι πια παρωχημένο, αντιθέτως ανέλπιδα προχωρημένο.

Έχει, για του λόγου το αληθές, φέτος για πρώτη χρονιά ενσωματώσει το Synch Festival, φέρνοντάς το από το Λαύριο στο Γκάζι . Έχει προσθέσει νέους χώρους στο δυναμικό του όπως το Σχολείον και το χώρο Πειραιώς 260, έχει εμπλουτίσει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα με διαφωτιστικά σεμινάρια και το ‘χει ρίξει στα μοντέρνα θεάματα.

Γιατί Μήδειες και Αντιγόνες έχουμε δει πολλές, αποτελούν κλασική αξία και είναι πάντα in, δε λέω, όμως μια Μήδεια στα αλβανικά σίγουρα δείχνει ότι ανοίγουμε τους πολιτιστικούς ορίζοντές μας και μαχόμαστε ενάντια στην ξενοφοβία πιο ενεργά, υποβοηθούμενοι και από την τέχνη των αρχαίων κλασικών. Επιπλέον, φέτος τα σύνθετα θεάματα έχουν την τιμητική τους ορίζοντας καίρια την εποχή μας, όπου το mix and match κυριαρχεί, όπως και τα εικαστικά έργα με mixed media. Χορός, θεατρική έκφραση, μαζί με κινηματογραφικές προβολές συνδυάζονται οργανικά για να προσφέρουν μια νέα εμπειρία ή τη μύηση σε έναν άλλο κόσμο, όπως κάνει το πολυθέαμα του Rodrigo García.

Τέλος, έντονο πρόσωπο αποδοχής και ανοίγματος προς το ευρύτερο κοινό δείχνει το Φεστιβάλ Αθηνών και με το νέο του θεσμό το Θέατρο σε Τροχόσπιτο. Η Τζεσολμίνα του La Strada μετονομάζεται σε Σπυριδούλα από τον μοναδικό Μαυρογεωργίου της Κατσαρίδας και παίρνει τους δρόμους σε ένα φωτεινό τροχόσπιτο από πλεξι-γκλας φτιαγμένο από το Σωκράτη Σωκράτους για να φέρει το θέατρο σε κάθε γειτονιά της Αθήνας και μάλιστα χωρίς εισιτήριο.

Εύχομαι ότι όλα θα είναι τόσο μαγικά όσο ακούγονται, γι'αυτό προμηθευτείτε έγκαιρα τα εισιτήρια σας.