Σελίδες

26/6/09

Κωλοδουλειά

του Γιάννη Μαυριτσάκη


Το Μαυριτσάκη τον ξέρουμε από το Τυφλό Σημείο, που, η αλήθεια να λέγεται, προσωπικά δε μας ξετρέλανε. Έπιασε να πει πράματα χιλιοειπωμένα, και ίσως μάλιστα καλύτερα ειπωμένα στο παρελθόν Ξετρέλανε όμως ένα σκασμό κόσμο, ανάμεσα σε αυτούς και την κριτική επιτροπή που του έδωσε το Βραβείο Κουν στην κατηγορία καλύτερο νεοελληνικό έργο 2008.

Δύσκολο έργο, εξαντλητικό, το τωρινό. Και γι' αυτήν και για μας. Η Αγγελική Στελλάτου έφερε εις πέρας ένα πραγματικό άθλο (κι ο Φοντούκης, ok, ήταν καλός εκφωνητής, quite scary). Επί μία ώρα και ένα τέταρτο μιλούσε ασταμάτητα με το ίδιο μονότονο ύφος και το ίδιο στεγνό ηχόχρωμα, κάτι ανάμεσα σε ρομπότ και τυποποιημένη αισθησιακή φωνή των τηλεφωνικών γραμμών 090. Κινούσε μόνο τα χέρια της, κατά τρόπο μηχανικό και συνεχώς πανομοιότυπο, και ελάχιστα από τη μέση και κάτω, για την ακρίβεια έκανε μετατοπίσεις βάρους από τα αριστερά προς τα δεξιά, ώστε να μπορέσει στη διάρκεια του μονολόγου της να φτάσει από την αρχή του πάγκου στο τέλος του. Και μετά να εξαφανιστεί στα παρασκήνια.

Με μανικιούρ μοντέρνας μάγισσας ή τρομερού αρπαχτικού-- ψεύτικα νύχια περί τους πέντε πόντους-- με ροζ διάφανη, πεντακάθαρη, στολή και άψογα ξανθά μαλλιά η εργαζόμενη σε ένα παράρτημα fast food αγαπητό στους πεινασμένους πελάτες του, μας ραντίζει μεθοδικά με περισσή ευθύτητα με τις σκέψεις, τη ζωή της, τις σχέσεις στο επαγγελματικό της περιβάλλον, τις προσδοκίες και τους φόβους της. Τα μαθαίνουμε όλα γι' αυτήν, πράγματα προσωπικά, και μη. Κάποια ίσως κι εμείς να τα σκεφτήκαμε, αλλά τα κρατήσαμε για τον εαυτό μας. Μου λείπει ο ύπνος, λέει. Κι ύστερα, ομολογεί πως θα περνούσε τη ζωή της καρφωμένη στο κρεβάτι, αν μπορούσε στ' αλήθεια να μην κάνει πράγματα μόνο και μόνο επειδή πρέπει. "Η διασκέδαση εξαρτάται από το μέγεθος του πλήθους. Μου λείπει διασκέδαση. Την παίρνω σα φάρμακο, βγαίνω επειδή πρέπει".

Δε διστάζει να μιλήσει και για τις σχέσεις της με τους γονείς ή αυτούς που κάποτε ήταν γονείς της, τώρα είναι κάποιοι άγνωστοι. Κι ίδιοι θεωρούν ότι είναι άβολο να είναι κόρη τους, γιατί βλέπουν σ' αυτή κάτι ξένο και απειλητικό. Μιλάει για το διευθυντή της, που είναι έξυπνος, αλλά με την απαραίτητη δόση βλακείας που υπάρχει σε όλους τους έξυπνους ανθρώπους, ελπίζει. Για ένα ζευγάρι παπούτσια που θέλει, ακριβά όσο ένας μισθός. Ένα διαρκές παραλήρημα, όμως απόλυτα οργανωμένο και ελεγχόμενο στην εκφορά του, που μοιάζει τελικά απόλυτα προμελετημένο.

Κείμενο δυνατό που προλαβαίνει να αγγίξει πάρα πολλά σε πολύ λίγο. Όμως η εγγενής δυσκολία του concept -- ένας άνθρωπος στη σκηνή να παριστάνει την πλαστική κούκλα ανάμεσα στο πλαστικό φαγητό σ' έναν πλαστικό κόσμο (sic)-- πριν προλάβει να αγγίξει το θεατή, τον τρομάζει με τη μονοτονία του και ίσως να τον εμποδίζει να παρακολουθήσει απερίσπαστος μέχρι τέλους. Πολύ ενδιαφέρον, διαφορετικό, αιχμηρό κέιμενο που θα διαβαζόταν μονορούφι, σίγουρα και διαφέρει έτη φωτός από το προηγούμενο του συγγραφέα.

Αναρωτιόμασταν με ένα φίλο για το ρόλο του σκηνοθέτη στη συγκριμένη παράσταση.Δεν ήταν ακριβώς σκηνοθέτης, αλλά αντι-σκηνοθέτης. Χρειαζόταν μάλλον να εφιστά την προσοχή στην Αγγελική όποτε πήγαινε να παρασυρθεί από το συναίσθημα. Πιο μονότονα, θα της έλεγε, κατά πάσα πιθανότητα, πιο άχρωμα, μη βάζεις τόση ζωή στα λόγια! Γιατί, το όλο στήσιμο ήθελε ακριβώς το αντίθετο. Αποστειρωμένη ζωή, 100% υπό έλεγχο.

Τώρα που το σκέφτομαι, πάντως, ο Μαυριτσάκης είχε όντως να πει πολλά, αλλά θα προτιμούσα να είχε περιοριστεί σε λιγότερα και να αφήσει κάποια για ένα άλλο θεατρικό. Ή, έστω, να επεκταθεί και να εμβαθύνει σε κάποια από όσα έθιξε εδώ σε κάποιο επόμενο έργο του στο μέλλον, γιατί, τελικά, ίσως και να μπουκώσαμε από τα πολλά νοήματα, ίσως πάλι να ήταν ολων η πρόθεση να μπουκώσουμε, όπως ακριβώς οι πεινασμένοι πελάτες μπουκώνονται με τα βρώμικα μπιφτέκια και τις χρωματιστές σάλτσες.

Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία – Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Ηχητικός συνδυασμός: Γιάννης Παξεβάνης
Παίζουν: Αγγελική Στελλάτου, Κοσμάς Φοντούκης

Ελληνικό Φεστιβάλ
Από Μηχανής Θέατρο
Ακαδήμου 13, Κεραμεικός, 210 52 31 131

21/6/09

Κατερίνη

των blitz

Οι blitz σήμερα με θύμωσαν. Γιατί με έκαναν να κλάψω, κι εγώ δεν κλαίω πια, ειδικά εκεί που δεν το περιμένω. Με έκαναν να νιώσω άβολα, κι αυτό είναι το χειρότερό μου. Εγώ φταίω που παίρνω τα ρίσκα μου και δε χάνω ευκαιρία να υποστηρίξω (και έμπρακτα) το θέαμα που δεν καταδικάζει το θεατή στην παθητικότητα, αλλά του δίνει βήμα έκφρασης. Βέβαια, εδώ τίθεται ένα κάποιο ζήτημα: μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φτάσει κανείς, όταν ζητάει από το θεατή να κάνει κάτι, να μοιραστεί σκέψεις ή εμπειρίες του, που ενδέχεται να τον κάνουν να αισθανθεί άσχημα; Γιατί, όταν πας σε ψυχολόγο, ξέρεις ότι θα βγάλεις τα εσώψυχά σου, αλλά το έχεις πάρει απόφαση. Τώρα, το να σε πιάσουν στον ύπνο, δεν είναι κάπως...ανήθικο; Όχι, ότι, παρόλες τις ενστάσεις μου, η performance δε μου άρεσε, αντιθέτως, είχε γερές βάσεις και ανακινούσε μνήμες και συναίσθήματα, αλλά πάντα κάποιος πρέπει να κάνει το δικηγόρο του διαβόλου σε πράγματα τόσο αντισυμβατικά, γιατί οι περισσότεροι εκεί έξω είναι συμβατικοί, όπως και να 'χει.

Η περιπέτεια άρχισε με έντονη περιέργεια (που σκότωσε τη γάτα) και θρησκευτικότητα: κίτρινη μικρή κονκάρδα με την Αγία Αικατερίνη επάνω και πολλές ερωτήσεις: Προσεύχεστε; Ως νεοέλληνας, ποιο είναι το μεγαλύτερό σας ελάττωμα; Σας αρέσει η disco;

Ύστερα ήρθε η βόλτα στην ταράτσα. Φιδάκι για τα κουνούπια, κρασάκι και ξηροκάρπια, dips και κάτι σαν κρακεράκια. Θα τα χρειαζόμουν για να ξεπεράσω το σοκ, αλλά δεν το 'ξερα ακόμη. Κι ύστερα ήρθε...η Μπέττυ. Ο Χρήστος ως impersonation της γνωστής τραβεστί (περισσότερο γνωστής σε όσους ξέρουν επίσης ποιος είναι ο Ταχτσής, άρα τους ψαγμένους ή τους μεσήλικες) διάβασε απόσπασμα από το βιβλίο της, απόσπασμα που περιέγραφε τη σχέση της με την επαρχιακή γενέτειρά της. Αργότερα, στην ταράτσα θα ακουστούν πολλά ακόμη πράματα και θάματα: ο επικήδειος του Παπαδόπουλου (του γνωστού δικτάτορα) που τον ξεπροβοδίζει στον... Παράδεισο, κάτι συγκλονιστικό του Thomas Bernhard όπου μας πείθει ότι οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά τους (sic), και ένα ακατανόητο "του-τα-πα-του-πα-πα" από έναν τυχαίο θαυματοποιό που επιδίδεται και σε άλλα ξεκαρδιστικά αποτυχημένα τρυκ.

Στο ενδιάμεσο των show κάτω από τ' αστέρια και με φόντο την Ακρόπολη, οι θεατές καλούνταν από το μικρόφωνο να μεταβούν στα δωμάτια που επιλέχθηκαν γι' αυτούς. Η ανακίνηση ήταν το ζητούμενο, όπως επιβεβαίωσε και η Ελένη Καραγεώργη, αφού πρώτα είχε τελειώσει με το ρόλο της ως η καλύτερη δασκάλα του κόσμου. (αλλά και η πιο διεισδυτική). Χωρία από την Ομήρου Οδύσσεια και μάλιστα την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη και τη συνάντησή του με τους νεκρούς, ένα χάδι, απαλή φωνή κι ύστερα η συνάντηση με τους δικούς μας νεκρούς. Αναγκαστικά, ενώπιον αγνώστων και ενώ έχουμε μπει σε ψυχολογία αδύναμων και ανίκανων ν' αντιδράσουν σχολιαρόπαιδων. Ίσως λυτρωτικό, ίσως παρατραβηγμένο, εξαρτάται από τις αντοχές.

Οι πληροφορίες μου για τα άλλα δωμάτια είναι κάπως αόριστες: ένα δωμάτιο για τη μνήμη, αλλά χαρούμενο --είδα με τα μάτια μου τη Μαρία Φιλίνη να πετάει λευκά, χάρτινα αλεξιπτωτα στη σκοτεινιά της νύχτας από το πιο ψηλό δωμάτιο, πιο ψηλά ακόμη και από την ταράτσα--, δύο δωμάτια με κάπως... ερωτικό περιεχόμενο, ένα δωμάτιο με πολιτικό περιεχόμενο, ίσως κάτι ακόμη που ξεχνάω και τέλος ένα δωμάτιο για διακοπές. Με το πιο μελαγχολικό ηλιοβασίλεμα στην ακρογιαλιά με σαιζ-λονγκ και το χρυσόψαρο-πρωταγωνιστή της προηγούμενης performance και οικοδεσπότη-σκηνοθέτη της ταινίας των διακοπών σου τον Ιπποκράτη, από τον οποίο πρέπει να ζητήσω δημόσια συγγνώμη, όντας ο πιο ξινός καλεσμένος του.

Τα ταμπού, οι σκελετοί κρυμμένοι στις ντουλάπες της κάθε επαρχίας μας, μια κρυμμένη αγάπη για το βδελυρό motto "πατρίς, θρησκεία, οικογένεια" στην επαρχία, και όχι μόνο, εξερευνήθηκαν σε βάθος και με μεγάλη ευαισθησία και θεατρικότητα. Πολύ προσεγμένη δουλειά, υπερ-οργανωμένη (κανείς δεν περίμενε αέναα τη σειρά του να μπει σε δωμάτιο), αιώνες μπροστά από ό,τι βλέπουμε συνήθως. Άρα, μια επιτυχημένη performance. Όμως, επιμένω: να μην υπάρχει έστω μια προειδοποίηση για τις εσωτερικές αναταράξεις που ενδέχεται να περιμένουν τον έρμο θεατή; Είναι δωρεάν group-therapy, δε λέω, αλλά, δεν έχει δικαίωμα να το γνωρίζει εκ των προτέρων;

Σκηνοθεσία-δραματουργία: ομάδα blitz (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής), Νίκος Φλέσσας, Μαριαλένα Μαμαρέλη
Σκηνικά- κοστούμια: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Ερμηνεύουν: Γιώργος Βαλαής, Βαγγέλης Ζλατίντσης, Ελένη Καραγεώργη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαρία Φιλίνη, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Νίκος Φλέσσας

Ελληνικό Φεστιβάλ
Bios, Πειραιώς 84, 210 3425335

20/6/09

Ο Άρντεν από το Φέβερσαμ

Αγνώστου συγγραφέα


Του θεατρικού The Tragedy of Master Arden of Faversham δε γνώριζα καν την ύπαρξη, όπως οι περισσότεροι, μέχρι τώρα, κι ας γνωρίζουμε όλοι καλά τους κυριότερους εκπροσώπους του ελισαβετιανού θεάτρου --ονομαστοί τύποι όπως Σαίξπηρ, Μάρλου, Κιντ δε θα μπορούσαν να μας ξεφύγουν, άσε που σε αυτούς έχει αποδοθεί κατά καιρούς και το παρόν θεατρικό. Οπότε δίνω τα αρχικά συγχαρίκια στο σκηνοθέτη που μας συστήνει κάτι νέο, δηλαδή παλιό, αλλά τόσο ξεχασμένο που η αναβίωσή του καταλήγει πρωτοποριακό γεγονός.

Εκ πρώτης όψεως η ιστορία είναι αρχετυπικά απλή: μια νέα γυναίκα βρίσκει εραστή και μαζί σχεδιάζουν και σκοτώνουν τελικά το σύζυγο --μάλιστα του χαρίζει και η ίδια κανα-δυο μαχαιριές για να τη θυμάται. Το κόκκινο δίχτυ που χρησιμοποιούν κατά το φονικό θύμισε έντονα Κλυταιμνήστρα, όπως και το γενικό, άλλωστε, concept, θυμίζει την Κατερίνα Ισμαΐλοβα και χίλια δυο άλλα. Υπάρχει και εδώ το ταξικό χάσμα και τα κλασικά.

Τέτοια λαϊκά θεάματα βγαλμένα από την τρέχουσα καθημερινότητα της εποχής (γιατί, όλο αυτό είναι όντως πραγματική ιστορία) δεν έχουν την καινοτομία (sic) ως προνόμιό τους, αλλά την αυθεντικότητα. Μια αυθεντικότητα που μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κάπως βαρετή, όπως και έγινε. Ο έμμετρος λόγος του κομπέρ-αφηγητή ήταν ομολογουμένως obsolete, και το παίξιμο κάποιες στιγμές γινόταν κάπως μελοδραματικό, ηθελημμένα μάλλον και τα δύο, και κυρίως όλη αυτή η δραματική φάρσα διαρκούσε περισσότερο απ' όσο το υλικό της επέτρεπε (στην ελισαβετιανή Αγγλία το κόβω να έφτανε τη μια ώρα μετά δυσκολίας, αλλά εκείνοι οι θεατές τρωγόπιναν και μπαινόβγαιναν ούτως ή άλλως, οπότε δεν τίθεται σημείο σύγκρισης).

Από την άλλη, η επιτακτική ανάγκη να πεθάνει ο Άρντεν και η αποτυχία κάθε απόπειρας δολοφονίας είχε φοβερή πλάκα: το δηλητήριο είχε άσχημη γεύση, οι πληρωμένοι μικροκακοποιοί ήταν για τα μπάζα και δε μπορούσαν να κάνουν τίποτα σωστά, τη μια εξαιτίας του φούρναρη, την άλλη εξαιτίας των περαστικών, την τρίτη εξαιτίας της ομίχλης και ούτω καθεξής. Τα κωμικά γκανγκς των κακοποιών, εκ των οποίων ο ένας μου θύμιζε το Μαύρο Πητ, τον έλεγαν κι όλας Μαύρο Γουίλ, ήταν όντως παρμένα από τα αγαπημένα μας καρτούν γι' αυτό ήταν τόσο ευχάριστα --από τη μία το ξάφνιασμα να τα βλέπει κανείς στο θέατρο, από την άλλη το δεδομένο, όσο και απλοϊκό χιούμορ τους, έδωσε αρκετές στιγμές πηγαίου γέλιου στο κοινό.

Η ιδέα να συνδεθεί το όλο ανέβασμα με τα παλιά μπουλούκια που περιφερόταν από χωριό σε χωριό και παρουσίαζαν τις ιστορίες τους στους άμαθους σε θεάματα χωριανούς (κάτι που επιτυχώς κάνει το Τροχόσπιτο τα τελευταία χρόνια) είναι έξυπνη και λειτουργική. Ο κήπος του Σχολείου με τα δεντράκια, τα παρτέρια, τα πλινθόκτιστα κτίρια είναι η πιο καλή επιλογή, το ίδιο και το φορτηγάκι και όλη η διαδικασία προλόγου και στησίματος μαζί --οι ηθοποιοί εκτός από ταλέντο είχαν αναγκαστικά και γερά μπράτσα. Μάλιστα, το τελευταίο ξάφνιασμα ήρθε όταν οι αποχωρούντες θεατές αντίκρυσαν τους ηθοποιούς να ξεντύνονται πίσω από το βαν, δεμένοι μέχρι τέλους στην απίθανη υπόθεση ότι ήταν μπουλούκι και δεν είχαν πραγματικά καμαρίνια. Γιατί, ευφυώς, έπαιζαν ακόμη κι όταν ξεντύνονταν, η παράσταση διαρκούσε δηλαδή και ύστερα από το πέρας του χειροκροτήματος.

Ο Άρντεν του Αναστασάκη (που μας αρέσει γενικά) ήταν τόσο απελπισμένος που τον αγαπήσαμε, παρότι το κουφάρι του βρέθηκε στο χωραφάκι που υποτίθεται ότι στέρησε από κάποιον δύσμοιρο, άρα δεν υποτίθεται, αλλά όντως το στέρησε, εξ' ου και η πραγματοποίηση της κατάρας. Ο Αλειφερόπουλος ήταν μια χαρά κουτοπόνηρος και ερωτοχτυπημένος υπηρέτης και οι κακοποιοί ήταν με διαφορά το πιο καλό στοιχείο της παράστασης, τόσο φρέσκοι και απολαυστικοί στους μικροτσακωμούς και τις αποτυχίες τους. Το κασετόφωνο που πήγαινε από χέρι σε χέρι σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ήταν το δεύτερο πιο καλό στοιχείο. Βέβαια, κάτι στο όλο concept χρειαζόταν σφίξιμο και μοντάρισμα, λίγο αυτή η εγκληματική σύζυγος Αλίκη που δεν έδενε καθόλου με το χιούμορ των υπολοίπων, λίγο ο Μόσμπυ που ήταν πιο πολύ παιδί, παρά ύπουλος εραστής... Βέβαια, αν το δεις διαφορετικά, κάπως έτσι ήταν τα μπουλούκια πάντα, κάποιοι εκ των πραγμάτων φορτώνονταν αταίριαστους ρόλους στο φιζίκ τους, αφού η ομάδα ήταν καθορισμένη και δεν υπήρχε η πολυτέλεια του casting για κάθε ανέβασμα, οι μισοί ήταν ανεπαρκείς και μόνο λίγοι ξεχώριζαν, και μάλιστα αυτό τότε ήταν αρκετό, αλλά τώρα έχουμε καλομάθει. Άρα, ο Μάξιμος Μουμούρης λίγο εν γνώσει και λίγο εν αγνοία του μας έδωσε την αίσθηση του αυθεντικού μπουλουκιού και αυτό από μόνο το είναι μέγα κέρδος, τώρα που το σκέφτομαι. Ας δούμε πως θα τα πάει και σε κάτι πιο σύγχρονο στο μέλλον.

Μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας
Σκηνοθεσία - Δραματουργική επεξεργασία: Μάξιμος Μουμούρης
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Μουσική: Νίκος Βελιώτης
Σκηνογραφία: Αντρέας Σκούρτης
Σκηνογραφική και Ενδυματολογική ομάδα: Αλίνα Σαπρανίδου, Γιώργος Κοτσάκος, Δημήτρης Σκόνδρας
Κινησιολογία: Φρόσω Κορρού
Γραφιστικά-σκίτσο: MO
Παίζουν: Γιάννης Αναστασάκης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Γιάννης Στεφόπουλος, Νίκος Σταθόπουλος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Χριστόδουλος Στυλιανού

Ελληνικό Φεστιβάλ
Το Σχολείον, Κήπος / 17 - 21 Ιουνίου, 22:00

17/6/09

Κοκτέιλ Πάρτυ

του T.S. Eliot


Ένα θεατρικό του νομπελίστα συγγραφέα του The Waste Land του οποίου οι χαρακτήρες "κινούνται πολύ δυνατά μέσα στο εγώ" επιλέγει να σκηνοθετήσει η Μαυρομάτη για το Φεστιβάλ. Και το κάνει καλά, αφού δίνει μια πιο ανάλαφρη ανάγνωση σε ένα δύσβατο όσο και βαθύ κείμενο.

Πέρα από τα πράγματι εντυπωσιακά εικαστικά στοιχεία, της παράστασης --από σκηνικά, φωτισμούς μέχρι κοστούμια και ορισμένες σκηνές με εξαίσια μουσική, όπως το ταμπλώ βιβάντ της έναρξης-- το κείμενο είναι κοφτερό μαχαίρι σαν εκείνο που κρατούσε ο Φούντας όταν επέμενε "Στέλλα, φύγε". Εγώ έμεινα, φορτώθηκα όλο το βάρος των λέξεων του Έλιοτ από τις εννιά μέχρι τις δώδεκα, και μετά, σα να είχα πιει το αμίλητο νερό, μπήκα στο εξυπηρετικό λεωφορείο του Φεστιβάλ που μας πήγε από Χαμοστέρνας στο Σύνταγμα, μπροστά στο περίπτερο που πουλάει Fox's chunkie και πήρα ένα πακέτο που το καταβρόχθισα στο πι και φι χωρίς να έχω ιδιαίτερη συναίσθηση του γεγονότος, σα να ήταν όλα μια παραίσθηση, όλη η ζωή που με περιτριγύριζε κάτι ψεύτικο. Αυτές οι λέξεις, τα φιλοσοφικά νοήματα, η ανείπωτη μοναξιά for a lifetime που μου εγγυήθηκε ξανά ο Έλιοτ με το θεατρικό που στην πραγματικότητα δεν τιτλοφορείται Cocktail Party, αλλά Upadhammam Samuppada μου έχουν προκαλέσει προσωρινό σοκ, οπότε η καλλιτεχνική αποτίμηση θα έρθει εν ευθέτω χρόνω. δεν είναι άμεση, αλλά μέσα στα χρονικά περιθώρια του εικοσιτετραώρου.

Αν πάρω τα πράγματα με τη σειρά, το πρώτο που παρατήρησα είναι ότι ποτέ η σκηνή σε οποιονδήποτε από τους χώρους της Πειραιώς 260 δεν έμοιαζε τόσο ευρύχωρη και γαλήνια (απέπνεε, εννοώ, μια αίσθηση γαλήνης). Και ποτέ το σκηνικό, λέω με σιγουριά εκ των υστέρων, δεν ήταν τόσο παραπλανητικό. Όλο αυτό το λευκό, οι αρμονικές αψίδες, οι γυαλιστερές επιφάνειες και τα απαλά φώτα ήταν η απόλυτη αντίστιξη στο τρικυμισμένο εσωτερικό των ηρώων.

Ο κεντρικός χαρακτήρας, Λάζαρος Γεωργακόπουλος (που δεν κατάφερε να διώξει από πάνω του εντελώς τον Αμαλρίκ του Κλήρου του Μεσημεριού) βρίσκεται αιφνίδια εγκατελελειμένος από την επί πενταετία σύζυγό του και μέσα στον πανικό και την παραζάλη του δεν προλαβαίνει καλά-καλά να ακυρώσει το Κοκτέιλ Πάρτυ που είχαν οργανώσει για την ίδια μέρα. Κι ενώ κατά τη διάρκεια του πάρτυ η απουσία της Λαβίνια του φαίνεται ανεκτή, ίσως κάπως ενοχλητική τις στιγμές που αναγκάζεται να εφεύρει άρρωστες θείες για να κρατήσει τα προσχήματα, η συζήτηση με έναν άγνωστο καλεσμένο του πάρτυ θα ανασκαλέψει μια φούντωση, μια φλόγα που έχει μέσα στην καρδιά για τη γυναικούλα του και θα επιθυμήσει την επιστροφή της, την οποία, με τη σειρά της, η ερωμένη του απεύχεται. Οι ανακαλύψεις του εκείνη τη βραδιά δεν είναι αυτές όλες κι όλες, αφού μαθαίνει εκτός των άλλων ότι ένας προσφιλής του νεαρός πολιορκεί την ανωτέρω ερωμένη με την οποία ο ίδιος νόμιζε ότι έχει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, αλλά (με την οποία) δεν αισθάνεται, τελικά, ερωτευμένος.

Πόσα ν' αντέξει ένας άνθρωπος, λοιπόν, αλλά μακάρι να ήταν ένας. Γιατί, όλοι οι καλεσμένοι του πάρτυ έχουν κι από ένα πόνο, στον οποίο θα εντρυφήσουμε διεξοδικά. Η ερωμένη (Τριανταφυλλίδου), η σύζυγος (Σακελλαροπούλου), ο ερωτοχτυπημένος νέος (Πουλάκης), ακόμη και ο άγνωστος προσκεκλημένος-ψυχολόγου τους (Λεμπεσόπουλος) όσο λαμπεροί και άνετοι φαίνονται, τόσο αξιολύπητοι είναι κατά βάθος. Τα ερεβώδη συναισθηματικά κενά του ανθρώπου που καλύπτουν όλο το φάσμα, από την ανάγκη να αγαπάς και ν' αγαπιέσαι, να χρησιμοποιείς τις διαπροσωπικές σχέσεις ως κίνητρο για προσωπική εξέλιξη, μέχρι να ψάχνεις τη λύτρωση και τη βεβαιότητα, σκαλίζονται με αξίνα τις ωραίες προτάσεις, το σπινθηροβόλο κείμενο, τις πνευματώδεις στιχομυθίες. Κάποιον ενδέχεται να τον κουράσει, άλλον να τον μαρμαρώσει η επίδρασή του, λες και είδε το κεφάλι της Μέδουσας (όπως το γραφοντα). Κανένα δε γίνεται να τον αφήσει αδιάφορο, φρονώ.

Οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές, με προσωπική μου αποκάλυψη τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου --στο Bank Bang σε ρόλο ταλαιπωρημένης μυστικής αστυνομικού και ανύπαντρης μητέρας ταυτόχρονα, δε μπόρεσε να με πείσει ούτε καν για το εντυπωσιακό παρουσιαστικό της . Εδώ, όντας η ενζενύ της παρέας κινείται από την έπαρση των νιάτων και της ομορφιάς της μέχρι την μετάνοια και την ταπείνωση, αρκετά πειστικά. Ο διεθνής πλέον Στέργιογλου με εξέπληξε επίσης, όντας τόσο διαφορετικός από παλιούς του ρόλους (από αυτή την αυστηρότητα που τον χαρακτηρίζει), που αναρωτιόσουν προς στιγμήν μην είναι άλλος. Πόσο ανακουφιστικό είναι να βλέπεις πως υπάρχουν ακόμη ηθοποιοί χωρίς ίχνος μανιέρας. Η Λυμπεροπούλου ήταν άψογη στο ρόλο της γεροντοκόρης που χώνει τη μύτη της παντού, μέχρι να μεταμορφωθεί σε θηλυκό Σέρλοκ Χολμς ή κάτι παρόμοιο, χωρίς να πρέπει να αφήσω απέξω έναν αξιοπρεπή Λεμπεσόπουλο, που λες και είχε γεννηθεί γι' αυτό το ρόλο, άλλωστε, του παντογνώστη και παντοδύναμου μυστηριώδους τύπου, που εδώ έχει την επιπλέον χαρά να κινεί τους υπόλοιπους χαρακτήρες σα μαριονέτες και να είναι κι από πάνω το alter ego του Ηρακλή, που φέρνει πίσω την Άλκηστη από τον Άδη πίσω στο δόλιο άντρα της.

Προλαβαίνει κανείς να το απολαύσει σήμερα ή αύριο, με τη βεβαιότητα ότι κάνει μια καλή επένδυση χρόνου και χρήματος --ξέρουμε δα ότι ο λόγος του Έλιοτ δεν ανεβαίνει και τόσο συχνά στη σκηνή.

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Βαρβάρα Μαυρομάτη
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Νίκος Χαρλαύτης, Μανόλης Παντελιδάκης
Μουσική: K BΗΤΑ
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Κατασκευή Σκηνικού: Παναγιώτης Λαζαρίδης
Ζωγραφική Επεξεργασία: Φρέντυ Γκίζας
Έπιπλα: Mexil
Κατασκευή Γυναικείων Κουστουμιών: Ευαγγελία Πανωλιάσκου
Παίζουν: Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Άρης Λεμπεσόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Όμηρος Πουλάκης, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Ελληνικό Φεστιβάλ
Πειραιώς 260, Χώρος Δ, 210 32 72 000, 16 - 18 Ιουνίου 2009, 21:00

2/6/09

Το σπίτι

των blitz

Τα δεδομένα--> Οκτώ (8) performers που έχουν ως τόπο διαμονής τους τo Bios ένα συγκεκριμένο σπίτι, για όσο το απαιτεί η performance (ένα μήνα περίπου). Παντελής έλλειψη δραματουργίας. Παντελής έλλειψη σοβαροφάνειας και αυστηρότητας. Το σπίτι αυτό δεν έχει "πόρτα". Συναντήσεις με το κοινό, κατά τις οποίες μπορεί να συμβεί σχεδόν οτιδήποτε, κάθε Δευτέρα και Τρίτη με καθορισμένη ώρα εισόδου και ελεύθερη ώρα εξόδου.

Ο απόηχος--> Η επίσκεψη τέλειωσε και οι μετρημένοι επισκέπτες έφυγαν με το σφίξιμο όσων πέρασαν κάτι που ξέρουν ότι δε θα ξανάρθει ποτέ πάλι. Το εν λόγω σπίτι είναι τελικά το σπίτι του εικαστικού Γιώργου Ξένου (στο δρομάκι πίσω από το Bios) που παραχωρήθηκε ειδικά για τις ανάγκες της performance, που παρεπιπτόντως, συμπίπτει με τις πρόβες της ομάδας για το επερχόμενο φετιβαλικό θέαμα Κατερίνη, άρα μια χαρά βόλεψε αυτή η συσπείρωση, είναι κάτι σαν τη τζενεράλε τους (ιδέα, που, εκτός των άλλων αναβιώνει ενδοξες εποχές κοινοβίων, χίπις και φέρνει στο νου το αγαπητό σε καλλιτεχνικές φύσεις free camping). Ως δωμάτιo, και δη υπνοδωμάτιο, λογίζεται κάθε ελεύθερος χώρος του σπιτιού που μοιάζει με εσοχή στην οποία μπορεί να τοποθετηθεί κρεβάτι, γι' αυτό και το δωμάτιο του Γιώργου είναι σαν αγγλικό στούντιο, έχει μόνο τρεις τοίχους, αληθινή θεατρική σκηνή, και βλέπει τα αστέρια από το τζαμωτό του ταβάνι, ενώ αυτό της Αγγελικής είναι ένα μικροσκοπικό δωματιάκι, ξεμοναχιασμένο επάνω στην ταράτσα.

Αμπελοφιλοσοφία--> Τα συναισθήματα του τολμηρού που θα επισκεφτεί το σπίτι, ανεβοκατεβαίνουν επικίνδυνα σαν ένα τρελό roller-coaster. Προσωπικά, αγχώθηκα, θύμωσα, χαλάρωσα. Γέλασα, μελαγχόλησα, συγκινήθηκα. Στην αρχή, όμως, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα: "Πως τολμούν να μας βάζουν εμάς στη θέση τους; Άραγε, αισθάνονται κι αυτοί (ενίοτε ή πάντα) τόσο εκτεθειμένοι; Όχι πως είναι άσχημα, όμως διαφορετικά. Άβολα, εκνευριστικά, πρωτόγνωρα, μετέωρα και ψυχαναγκαστικά. Μπαίνεις σε ένα σπίτι και αισθάνεσαι σαν ψάρι έξω από το νερό. Τι κι αν το δολοφονικό μάτι της κάμερας (Peeping Tom) δε σε στοχεύει, τι κι αν οι προβολείς δε σε τυφλώνουν ή η σκηνή δε σε ξεβράζει προς το meticulous κοινό. Ηθοποιός που ξέχασε τα λόγια του, αυτό είσαι ή μήπως είναι τόσο δύσκολο να ζεις τελικά σ' ένα οποιοδήποτε σπίτι; Δε τους ξέρεις, δε σε ξέρουν. Έτσι, όπως στη ζωή, είσαι ο παρείσακτος σε ένα παιχνίδι αντίληψης με το οποίο κάποιος άλλος σκοτώνει βαρεμένα την ώρα του. "

Περιγραφή και Ανάλυση--> Κανένα project του Bios μέχρι τώρα δε θα μπορούσε καλύτερα να ορίζεται από το ίδιο του motto του "εξερευνώντας τον αστικό πολιτισμό". Το Σπίτι κάνει αυτό ακριβώς, βοηθάει τους παθητικούς, ως είθισται, θεατές να γίνουν ενεργητικοί, να πάρουν θέση ως προς τη ζωή τους, τις σχέσεις του με τους άλλους, τα κοινωνικά δρώμενα και ακόμη-ακόμη, την πολιτική. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του επίσημου θέματος συζήτησης της δικής μου ημέρας επίσκεψης (Τρίτη 2/6), που ήταν οι επερχόμενες ευροεκλογές. Σύμφωνα με το πρόχειρο γκάλοπ, η αποχή φτάνει στο 70% και οι υπόλοιπες ψήφοι πάνε κάπου προς τα αριστερά.

Εκτός από τα σοβαρά, υπήρχαν πάντα και τα πιο ανάλαφρα, με παιχνίδι γνώσεων για να καλύπτει τα κενά (το διάστημα που το σύστημα καραόκε χρειαζόταν για να πάρει μπρος). Οπότε, και Trivial παίξαμε, και τα εσώψυχά μας αποκαλύψαμε και ανακαλύψαμε τον νέο Bryan Adams στο πρόσωπο καλλίφωνου Κερκυραίου (πως αλλιώς) που έδωσε συγκλονιστικές ερμηνείες του Summer of '69 και Everything I do. Υπήρχε και κάτι για βρώσιν και πόσιν, όπως, άλλωστε σε κάθε σπίτι. Τα καναπεδάκια, οι μπίρες, το κρασί και οι πίτσες κάνουν την εξερεύνηση του αστικού πολιτισμού μας σίγουρα ευκολότερη, αφού "νηστικό αρκούδι δε χορεύει" και επιτρέπουν στις εντάσεις από την ψυχοθεραπευτική επήρεια της performance να εξομαλυνθούν ακίνδυνα.

Η Ελισάβετ, ο Αλέξανδρος, ο Γιώργος, η Κατερίνα, ο Ηλίας, ο Δημήτρης και οι υπόλοποι φίλτατοι καλεσμένοι, επιβεβαίωσαν για μια ακόμη φορά την επιμονή μου να εφαρμόζω τη θεωρία των αυτοποιητικών ή αυτοαναφορικών συστημάτων στο θεατρικό μας κόσμο. Ε, ναι, λοιπόν, το κοινό-συμμετέχοντες της performance των Blitz προέρχονταν στην πλειονότητά τους από τον καλλιτεχνικό κόσμο (επαγγελματικά) ή είχαν παρεμφερές background (φοιτητές δραματικών σχολών, μέλη θεατρικών ομάδων κτλ).

Όντας βαθιά βυθισμένη στη λογική της performance, ενώ πήγα με τη λογική ότι θα φύγω μόλις έχω αρκετό υλικό, δε κατάφερα να ξεκολλήσω πριν τις 2 παρά τα ξημερώματα, και ενώ η ανταλλαγή ρόλων συνεχιζόταν ακάθεκτη και το κλίμα είχε μαλακώσει από αποξενωμένο και απειλητικό σε φιλικό και παρεϊστικο.

Ετυμηγορία (πιο ευγενικά) Αποτίμηση --> "Καλά, και ποιο το νόημα όλων αυτών;", μπορεί να αναρωτηθεί κάθε καχύποπτος τεχνοκράτης. Καταρχήν, η τέχνη δε χρήζει σώνει και καλά νοήματος, αρκεί να σε ξεσηκώνει, να κάνει τα αισθητήρια όργανά σου να δουλεύουν στο ζενίθ, το νωθρό εγκέφαλό σου να τινάζεται σα να τον τσιμπάει μύγα. Όμως, το σπίτι είχε τελικά πολλά παραπάνω να προσφέρει. Εκτός από ένα απλόχερο δόσιμο εκ μέρους των ηθοποιών --δύο εξ' αυτών μάλιστα μας έκαναν εθνικά υπερήφανους προ ημερών με τον Κυνόδοντα στις Κάννες, κι όμως είχαν την απλότητα κάθε τυχαίου περαστικού--, είναι και μια κίνηση απάλειψης του χάσματος μεταξύ σκηνής και πλατείας. Είναι ηθοποιοί, κι όμως όχι τόσο διαφορετικοί από μας. Μαζί τους, γίναμε κι εμείς ηθοποιοί, πήραμε το μικρόφωνο, μιλήσαμε για τον πόνο μας, τραγουδήσαμε και χορέψαμε. Αυτό κάνουν και οι ίδιοι, οι ρόλοι είναι ο δικός τους τρόπος να βρουν τον εαυτό τους, ποιος είναι, τάχα, ο δικός μας; Γιατί χρειαζόμαστε κι εμείς έναν, αυτό το ζήτημα το έφεραν στην επιφάνεια, μας το υπογράμμισαν με κίτρινο μαρκαδόρο, δίχως να το αγγίξουν καν, λεκτικά. Οι οικοδεσπότες ήταν αληθινοί, αλλά μπορεί απλώς να έπαιζαν αληθινά, μπορεί οι σκηνοθετικές οδηγίες να είχαν ρεαλιστική σκοπιά, νατουραλισμός και τέτοια. Μπορεί βέβαια και οι καλεσμένοι να μην ήταν τόσο αληθινοί, να είχαν φορέσει πιο σφιχτά τη μάσκα των κοινωνικών συμβάσεων, αλλά μπορεί και να την είχαν βγάλει εντελώς. Κανείς δε ξέρει ποτέ με σιγουριά. Μια τελευταία κοινωνική παρατήρηση ήταν ότι οι αρσενικοί του σπιτιού ήταν σαφώς πιο επιθετικοί από τους θηλυκούς συγκατοίκους τους ( γιατί, η φύση δε βγαίνει εύκολα από πάνω μας). Πάντως, ο πρωταγωνιστής αυτής της performance δεν ήταν ούτε αυτοί, ούτε εμείς. Ήταν ένα μικρό χρυσόψαρο που κολυμπούσε στη στενάχωρη γυάλα πίσω ακριβώς από το χώρο έκθεσης και ξεκουφαινόταν, φαντάζομαι, από την ακαταλαβίστικη γι' αυτό γλώσσα που ακουγόταν στο μικρόφωνο.

Υ.Γ. Τρέξτε σαν τρελοί να κλείσετε θέση για τις δύο τελευταίες επισκέψεις, Δευτέρα 8 και Τρίτη 9 Ιουνίου. But, beware: you enter at your own risk.


Ιδέα: Βασίλης Χαραλαμπίδης
Σκηνοθεσία-Δραματουργία: blitz
Συγκάτοικοι: Γιώργος Βαλαής, Ιφιγένεια Βασιλείου, Βαγγέλης Ζλατίντσης, Ελένη Καραγεώργη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαρία Φιλίνη, Βασίλης Χαραλαμπίδης

Bios
Πειραιώς 84, 210 3425335

18/5/09

Puerto Grande

του Μάνου Λαμπράκη

Mε ροζ φλόγα άναψαν τα χάρτινα λουλούδια, που έκαψε μέχρι τέλους τα λευκά τους πέταλα. Οι δήμιοι μου πρόσφεραν ένα τέτοιο κατάμαυρο άνθος κι εγώ το πήρα μαζί μου ανεβαίνοντας, αλλά τα πέταλά του σκόρπιζαν και γίνονταν στάχτη στους διαδρόμους που άλλοτε κορμιά έγιναν στάχτη. Όταν βγήκα στον πεζόδρομο της Κοραή, δεν είχαν μείνει πολλά από το λουλούδι του Puerto Grande, παρά ένα μισοκαμμένο κοτσάνι.

Κατεβαίνοντας τις απότομες, ανήλιαγες σκάλες μ' έπιασε ένα σφίξιμο, βοήθησε σ' αυτό και ο απειλητικά απάνθρωπος τόνος των κλειδοκρατόρων -- γυναίκες που είχαν κάτι το έντονα αντρικό, όσο να σε τρομάζουν. Βλέποντας τους τοίχους σκαλισμένους με ονόματα, ημερομηνίες, θυμωμένες φράσεις εκείνων που ίσως να μην είδαν ξανά το φως το ήλιου, ίσως να μην πέρασαν την έξοδο στην Κοραή το σφίξιμο γίνεται τρέμουλο και θέλει πια το σώμα χαλινάρι το νου, θέλει να γαντζωθείς γερά από το παρόν, αλλιώς ο χώρος και οι μνήμες του σε καταπίνουν και σου μεταδίδουν κάτι από τον επιθανάτιο ρόγχο εκείνων που ζητούσαν πάσει θυσία επικοινωνία μέσω των ακιδογραφημάτων.

Ψάχνεις στη ζωή σου συγκινήσεις, εντάσεις, συναισθήματα, αλλά τα θέλεις σα διεγερτικό, σα χάπι παραισθήσεων ακίνδυνο και ασφαλές. Δε δέχεσαι να μπεις σε καταστάσεις που θα σου τα προκαλέσουν, όχι, το δίχτυ ασφαλείας είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Μόνο έτσι, σε χώρους με βαρύ και ματωμένο παρελθόν, με κείμενα εσκεμμένα παράλογα και ψυχαναγκαστικά, σκηνοθετημένα με επιθετική διάθεση, μόνο εκεί θα βρεις αυτό που ψάχνεις. Δυο ώρες μόνο και μετά θα βγεις ζωντανός, μα, θα σκέφτεσαι το θάνατο πιο πολύ από πριν και θα 'χεις νιώσει κάτι λίγο από την τρομαχτική ζωή των χαρακτήρων. Αποκτήνωση, φόβος, βασανιστήρια, βρώμα και ξεραμένο αίμα, αγωνία, μισοσκόταδο, μάτια σχεδόν σβησμένα, δίχως ζωή, ξυρισμένα κεφάλια και εγκλεισμός, ψυχολογική βία, αναγούλα και δέος.

Εκτός απ' αυτό, θα 'χεις νιώσει και τους άλλους, τα φαντάσματα που πέρασαν από κει, μάτωσαν στ' αλήθεια, ούρλιαξαν στ' αλήθεια, ήταν λεροί και πεινασμένοι, αποκομμένοι από τον κόσμο που κυβερνά ο ήλιος ο ηλιάτορας. Η εμπειρία φέρνει επιπλέον δυσφορία εξαιτίας των παραλλήλων που αναγκαστικά χαράσσονται με την ιστορία του χώρου, ο οποίος χτίστηκε για να χρησιμεύσει ως αντιαεροπορικό καταφύγιο στην κατοχή, τελικά επιτάχθηκε από τους Γερμανούς, οπότε και στέγασε την Komandatur και κυρίως, τα κρατητήρια των κατακτητών.

Η Ρούλα Πατεράκη διάλεξε τα πάντα σωστά: πράσινο φως αρρώσταινε τα μάτια, αλλοίωνε τα χρώματα και έκανε τις εκφράσεις των απάνθρωπων χαρακτήρων περισσότερο σκληρές, το μόνιμο μεθύσι του Ένκε πιο ανυπόφορο, το ξεραμένο αίμα περισσότερο ανατριχιαστικό. Αντιστικτική μουσική, κυρίως ρομαντικά τραγουδάκια που εξυμνούν όμορφα πράγματα της ζωής ( αλλά και μια υποψία από αντιστασιακό τέμπο με το Bella Ciao) ακουγόταν από τα μέσα δωμάτια, αθέατα στο κοινό, χωρίς να καταφέρουν να γλυκάνουν τον πόνο του εκπληκτικού Bunker του Φοντούκη ή της Sally που το απελπισμένο βλέμμα της ταυτίστηκε εδώ με αυτό της Λένικας Αρφάνη.

Δε μίλησα για στόρι, γιατί σχεδόν δεν υπάρχει. Άκρως ελλειπτική γραφή -- για όσους έχουν υπ' όψιν τους το κείμενο του Βόϋτσεκ είναι σαφώς καλύτερα, αφού όλο και κάτι αναγνωρίζουν -- όμως το ζητούμενο δεν είναι η κατανόηση, αλλά το αντίθετό της. Βρίσκεστε ενώπιον ενός είδους θεάτρου, καλύτερα ενός είδους θεατρικής αναπαράστασης που πραγματικά στοχεύει στο συναισθηματικό σας κόσμο, για την ακρίβεια τον σημαδεύει και τον συνταράζει, τον κομματιάζει και τον εξαντλεί, αλλά αφήνει το γνωστικό σας κόσμο σχεδόν ανέπαφο, τουλάχιστον προς στιγμήν. Δεν πρέπει να σκεφτείς γιατί ο Halliburton μετράει ουρές ποντικιών, δεν επιτρέπεται να συνδέσεις το πλύσιμο των ποδιών του Minister με το "νίπτω τας χείρας μου" του Πιλάτου, ούτε καν με το πλύσιμο ποδιών του Ιησού από τη Μαγδαληνή (το μόνο τους κοινό είναι ότι έχουν αμφότερα αξία παραβολής), δεν είναι ανάγκη να στίψεις το μυαλό σου να βρεις γιατί ο Zink παρότι ανήκει στις τάξεις της εξουσίας δε μοιάζει διόλου ευχαριστημένος με το γεγονός και μεθοκοπάει. Γενικά, το μόνο που ζητάει το κείμενο, η σκηνοθεσία και οι ηθοποιοί από σένα είναι να νιώθεις. Να αισθανθείς τη βία και την παράνοια που ξεχύνεται σε απόσταση αναπνοής από σένα, γι' αυτό και οι ηθοποιοί σε αναγκάζουν να κολλήσεις στον τοίχο για να τους κάνεις χώρο να περάσουν. Εσύ είσαι ο αιχμάλωτος, εσύ το πειραματόζωο, όλα εσύ, μόνο που δεν το ξέρεις.

Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά - κοστούμια: Aγγελος Μέντης
Κίνηση: Μπέτυ Δραμισιώτη
Μουσική επιμέλεια: Μάνος Λαμπράκης
Φωτισμοί: Ρούλα Πατεράκη - Aγγελος Μέντης
Παίζουν: Κοσμάς Φοντούκης, Γιάννης Παπαδόπουλος, Κωστής Σειραδάκης, Λένικα Αρφάνη, Ένκε Φεζολάρι, Ρίτα Λυτού, Θεανώ Βασιλείου, Ευτυχία Γιομελά, Ευτυχία Κιουρτίδου, Ευγενία Μαμάη, Ανδρέας Αντωνιάδης, Σαράντος Ρηγάκος, Διονύσης Ποταμίτης, Αλέξης Πασπαρδάνης

Χώρος Iστορικής Mνήμης - Μέγαρο Εθνικής Ασφαλιστικής
Κοραή 4, Αθήνα, 6949079893

11/5/09

Η Μπιλιάνα Σερμπλιάνοβιτς και ο Barbelo της

Όντας κάπου μακριά από τη χώρα, έκανα, καταπώς φαίνεται, τη σωστότερη θεατρική επιλογή: από όσα προσέφερε η σερβική πρωτεύουσα, διάλεξα ένα σύγχρονο θεατρικό κείμενο, από νέα και γοητευτική γυναίκα δραματουργό που ζει ανάμεσα στο Βελιγράδι και το Παρίσι και ασχολείται, εκτός των άλλων, και με την πολιτική. Κυρίες και κύριοι, χειροκροτήστε τη Biljana Srbljanović.

Η Μπιλιάνα Σερμπλιάνοβιτς θεωρείται από τους πιο γνωστούς, αν όχι η γνωστότερη serbian playwright ( leaving genders aside). Έχει τιμηθεί με βραβεία ευρωπαϊκά και μη, έχει πάει στα δικαστήρια με τον Emir Kusturica και την κατηγορούν ότι χρησιμοποιεί την πολιτική για αυτοπροβολή --ήταν στο παρελθόν υποψήφια για τη δημαρχία του Βελιγραδίου. Εμάς, όμως μας αρέσουν οι δυναμικές γυναίκες, οπότε της δίνουμε credit για όλα.

Το τελευταίο της θεατρικό, πάντως, Barbelo, Of Dogs And Children που παίζεται δύο χρόνια συνεχόμενα έχει κάπως ανιαρό θέμα, ειδικά για κάποιον που δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την καυστικότητα του κειμένου της (λόγω γλωσσικής ανεπάρκειας, δυστυχώς). Η σχέση γονέων και τέκνων περνάει μπροστά από τα μάτια μας όπως είναι, βασανιστική και υπερεκτιμημένη, με ένα διασκεδαστικό twist για ξεκάρφωμα: τη σχέση του ανθρώπου με τα σκυλιά. Πεντέξι καλά εκπαιδευμένα τετράποδα συνοδεύουν επί σκηνής τους εξαιρετικούς ηθοποιούς και επιτρέπουν σε μια άλλη διάσταση στην δυστοκία των διαπροσωπικών σχέσεων να διαφανεί. Σε μια συγκεκριμένη, πολύ δυνατή σκηνή, ό, τι βασανιστικό νιώθει ο κεντρικός χαρακτήρας, μπαίνει στον πειρασμό να βάλει το μικρό του φίλο του να το νιώσει επίσης, δένοντάς το σε ένα δέντρο και αφήνοντάς το μόνο το σούρουπο. Όπως, κυρίως, εγκατάλειψη και τη φρικτή αίσθηση ότι δεν ανήκει και δε λείπει σε κανένα.

Το σκηνικό ήταν βολικά λιτό, το πέρασμα από τον κόσμο των ζωντανών στον κόσμο των νεκρών διασκεδαστικό και οι ηθοποιοί, όπως ήδη είπα, φοβεροί. Θυμάμαι έντονα τη ντυμένη στα κόκκινα Jelena Đokić όπως θυμάμαι και το υπέρβαρο παιδί που αναζητάει τη χαμένη μητρική αγάπη, μόνο και μόνο γιατί ήταν εκνευριστικά needy και με περίεργη εμφάνιση, πράγμα που σημαίνει ότι ο ηθοποιός που το ενσάρκωνε, όπως και αυτός που τον σκηνοθέτησε, έκανε πολύ καλή δουλειά.

Δε μπορώ να πω, βέβαια, ότι μελέτησα σε βάθος το σερβικό θέατρο, αλλά αυτό που είδα με σιγουριά είναι ότι το Γιουγκοσλαβικό δραματικό θέατρο ή Jugoslovenko Dramko Pozoriste λειτουργεί με την εξαιρετική (όσο και παλιομοδίτικη) λογική του ρεπερτορίου και προσφέρει μαζεμένα στις πολλές σκηνές του από όπερα μέχρι Ρέϊβενχιλ με αρκετά ικανοποιητική προσέλευση και σχεδόν πάμφτηνα φοιτητικά εισιτήρια. Να ευχαριστήσω επίσημα (αν και σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνουν) τους ευγενείς μεταφραστές μου για την παράσταση Marina και Sasha και επιφυλάσσομαι για περισσότερο βαλκανικό θέατρο στο μέλλον.

30/4/09

Bob Theatre Festival is back!

Το ξέρετε το Bob, έτσι δεν είναι;

Αν, όχι, ρίξτε μια ματιά εδώ, για να γνωριστείτε με την ομάδα Ab Ovo που βρίσκεται πίσω από την ιδέα της παρουσίασης μερικών από τις καλύτερες νεανικές παραστάσεις της σαιζόν στο τέλος αυτής, μαζεμένες.

Το Bob Theatre Festival έλαβε χώρα για πρώτη φορά πέρυσι και ύστερα από τη φοβερή ανταπόκριση του διψασμένου για θεατροφιλικό νταβαντούρι κοινού, ξανασυγκεντρώνει και φέτοςαπό τις 2 έως τις 10 Μαΐου (2009) στο θέατρο Χώρα τις πιο φρέσκες παραστάσεις των τελευταίων ετών, τις βάζει στο σέικερ μαζί με συναυλίες, parties, performances και happenings και φιλοδοξεί να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον των θεατρόφιλων κατά την εννιαήμερη διεξαγωγή του.

Εμείς ας σημειώσουμε μερικά highlights (κατά τη γνώμη μας, πάντα) και ας σας προτρέψουμε να βρείτε τα δικά σας αγαπημένα θεατρικά στιγμιότυπα. Γιατί, το θέατρο συχνά μπορεί να δώσει μια τοσοδούλα μαγική στιγμή και σ' αυτά τα παραμυθένια δευτερόλεπτα επικεντρώνεται η επίμονη αναζήτησή μας.

Μη χάσετε, λοιπόν, τις παραστάσεις της ομάδας Ab Ovo, με έμφαση στο (ξανά, μανά) Εκεί, εκεί στην κόλαση και τη Μαμά Ελλάδα 2 Μην αμελήσετε να δείτε τις παραστάσεις της Γεωργίας Μαυραγάνη, ειδικά το ονειρικό Όταν είδα το 100% τέλειο κορίτσι για μένα και την ξεκαρδιστική Απόδραση από τη θεατρική ομάδα Άλογοι. Ούτε και το Εδώ του Νανούρη με τις συγκινητικές ιστορίες μεταναστών μη χάσετε, ούτε την ομάδα Πλεύσις, και γενικά, αν είναι στο χέρι σας, δείτε τα όλα. Και μείνετε ύστερα στα lives των Imam Baildi, Night on Earth και αμέτρητων άλλων. Ουφ, ένα σας λέω: είναι όλα τόσο καλά, που θα κουραστείτε εννιά μέρες συνεχόμενες...

Θέατρο Χώρα
Αμοργού 20, Κυψέλη, 2108673945

5/4/09

Ο Κυνηγός

του Steven Fechter

Δεν είναι πρώτη φορά που ο κινηματογράφος δίνει τροφή και έμπνευση στο θέατρο, όσο κι αν παλιότερα γινόταν μάλλον το αντίστροφο. Ένας από τους καλύτερους ρόλους του Kevin Bacon ως παιδόφιλος που παλεύει να απαλλαγεί από την επιθυμία στο The Woodsman θα ήταν κρίμα να μείνει ανεκμετάλλευτος από το θέατρο που αρέσκεται τόσο σε εσωτερικές φουρτούνες και δράματα. Η παραπάνω θα ήταν η εισαγωγή που περιμένατε, όμως τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Η ιστορία πάει κάπως έτσι: ο Steven Fechter έγραψε το θεατρικό έργο The Woodsman το 2000 για το The Actors Studio Free Theater, NYC. Τέσσερα χρόνια μετά η Nicole Kassell γυρίζει την κινηματογραφική μεταφορά σκηνοθετώντας τον Bacon στη μεγάλη οθόνη. Ύστερα από την επιτυχία της ταινίας, τη σκυτάλη παίρνουν ξανά ανεξάρτητα θέατρα σε κάθε πλευρά του Ατλαντικού (στο Βανκούβερ
πρώτα, στο Λονδίνο μόλις τώρα) και ανεβάζουν το θεατρικό που αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την ταινία, τώρα όμως με την απαραίτητη βούλα της επιτυχίας.

Δεν έχω υπ' όψιν μου το αρχικό θεατρικό κείμενο, άλλωστε μάλλον ελάχιστοι το έχουν, γιατί, όπως μας ενημερώνει ο ίδιος ο Βασίλης Χριστοφιλάκης: "στην ουσία, δεν υπάρχει θεατρικό έργο, αφού αυτό που έγραψε ο Fechter το 2000 δεν ανέβηκε, ούτε εκδόθηκε ποτέ (οι λόγοι είχαν να κάνουν κυρίως με την αντιμετώπιση των αμερικανών στο θέμα της παιδοφιλίας). Τελικά, δύο χρόνια μετά βρήκε τον τρόπο να το κάνει ταινία, οπότε ξανάγραψε το σενάριο μαζί με τη σκηνοθέτρια." Ο ίδιος ο Χριστοφιλάκης βασίστηκε εξολοκλήρου στο σενάριο της ταινίας και έβγαλε ένα δικό του θεατρικό σκελετό, και μάλιστα τα δικαιώματα της διασκευής που έχει υπογράψει έχουν τον όρο το θεατρικό να είναι "εμπνευσμένο" και όχι "βασισμένο" στην ταινία --αν αυτό φωτίζει κάπως τα πράγματα σ' αυτή τη μπερδεμένη ιστορία για το θεατρικό-φάντασμα.

Το καστ είναι πολυσυλλεκτικό και εκ πρώτης όψεως περίεργο. Ο Κώστας Καζανάς, που τελευταία τον βλέπουμε κυρίως στο θέατρο, η Κωνσταντίνα Μιχαήλ που άφησε ιστορία με την ανάλαφρη τηλεοπτική περσόνα της και ο Σταύρος Σιούλης που συναντήσαμε μόλις περυσι, ως μανιακό κατά συρροήν δολοφόνο στο Inoubliable. Είχαμε, για του λόγου το αληθές, μια αγωνία για το πως μπορεί να συνδυαστεί το εκ διαμέτρου αντίθετο επαγγελματικό παρελθόν τους επί σκηνής.

Η παράσταση βασίζεται στην αγαπημένη για το Χριστοφιλάκη σκηνική λιτότητα --ένας αφαιρετικός και αχανής σκηνικός χώρος γίνεται σπίτι, εργοστάσιο, δρόμος, παιδική χαρά, δάσος και ό,τι άλλο χρειαστεί-- και στη σκηνική ένταση ανάμεσα στους χαρακτήρες. Και, πρωταρχικά, στην ένταση της πάλης των συναισθημάτων και των "θέλω" του πρωταγωνιστή του Κυνηγού. Όπως στο παραμύθι της Κοκινοσκουφίτσας ο κυνηγός σώζει το κοριτσάκι από τον κακό λύκο, έτσι κι εδώ, τελικά, ο καταδικασμένος για το παράπτωμά του παιδόφιλος βγαίνει νικητής στην πάλη με το κακό και καταφέρνει να διώξει το λύκο από μέσα του και να μείνει "καθαρός", ένας σωτήρας κυνηγός.

Η ορολογία για το καλό και το κακό είναι εκ των πραγμάτων παρωχημένη και θυμίζει αμαρτίες και αυστηρούς θρησκευτικούς περιορισμούς, όμως αυτό συμβαίνει τυχαία και παρά τη θέλησή μου. Το θεατρικό η εσωτερική πάλη του ήρωα παίρνει μια διάσταση εντελώς προσωπική, είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει ή να χάσει, το στοίχημα της επανένταξης και της "κανονικότητας", όχι της εκατέρωθεν επιβεβλημένης, αλλά της ποθητής από τον ίδιο, από το "καλό που υπάρχει μέσα του."

Αρκετά όμως με τις παραφιλολογίες, η ουσία είναι ότι οι αντιθέσεις του καστ λειτούργησαν λυτρωτικά. Η Μιχαήλ είναι ήρεμη δύναμη, τελικά, και έχει απλόχερα τα μέσα για να μπαινοβγαίνει σε ρόλους δύσκολους σαν αυτόν εδώ, μιας γοητευτικής μοναχικής μεσήλικης που δεν το βάζει στα πόδια όταν μαθαίνει το σκοτεινό μυστικό του νέου εραστή της (σκέφτομαι, επίσης, ότι η σχετική ομοιότητά της με την Kyra Sedgwick, την πρώτη διδάξασα, ίσως ήταν ο αρχικός λόγος που της έδωσε αυτό το ρόλο). Ο Σιούλης που κρατάει το βάρος όλων των δευτερευόντων ρόλων, αυτόν του δογματικού αστυνομικού, του ψυχαναλυτή και του γαμπρού του Γουώλτερ και χωρίς καν τη βοήθεια της αλλαγής κοστουμιού και μακιγιάζ, αλλά μόνο λεπτομερειών στα αξεσουάρ, γίνεται ένα με τον εκάστοτε ρόλο στη στιγμή, τόσο, που κανείς δεν αισθάνθηκε την έλλειψη περισσότερων ηθοποιών, έναν για κάθε ρόλο. Η Νάντια Περιστεροπούλου ήταν μια αποκάλυψη (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Όχι μόνο το φυζίκ της ταιριάζει με το ρόλο του ανήλικου κοριτσιού, αλλά κάτι στο τρομαγμένο, επιφυλακτικό ύφος της και τη μόνιμα αδιόρατα αμυντική στάση του σώματός της μας δίνει την πιο συγκινητική σκηνή του θεατρικού. Ένα παγκάκι μακρυά απ' όλους χαμένο στο δάσος, ένα κοριτσάκι με κόκκινο παλτό και κυάλια παρατηρεί τα πουλιά και ένας παιδόφιλος. Πιθανότητες θετικής κατάληξης σχεδόν μηδενικές.

Εγώ θα αποφύγω να σας πω τι θα συμβεί, θα τονίσω όμως ότι το σασπένς έφτασε στο απόγειό του. Κλάψαμε, βγάλαμε χατρομάντηλα, πήραμε βαθιά ανάσα και συγχαρήκαμε τη Νάντια και τον Κώστα Καζανά για μια τόσο έντονη στιγμή που θα λάμπει για καιρό στο συφερτό των θεατρικών εξορμήσεών μας. Όχι ότι ξεχάσαμε να συγχαρούμε το σκηνοθέτη, που φέτος άφησε το μαύρο χιούμορ κατά μέρος και έδωσε πνοή στη λέξη "ανθρώπινο".

Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Βασίλης Χριστοφιλάκης
Σκηνικά: Γιάννης Στεφανάκις
Κοστούμια: Μαρία Παπαδοπούλου
Φωτισμοί: Γιώργος Φακούρας
Φωτογραφίες: Πέτρος Αλατζάς
Βοηθός Σκηνοθέτη: Άννα Τσαπάρα
Μουσική Επιμέλεια: Βασίλης Χριστοφιλάκης
Παίζουν: Κώστας Καζανάς, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Σταύρος Σιούλης, Νάντια Περιστεροπούλου

Θέατρο Πορεία
Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας, 210 8210991

2/4/09

Μαμά Ελλάδα²

των AbOvo

Τους Abovo τους αγαπήσαμε επειδή έκραζαν την Εκκλησία χωρίς φόβο και πάθος. Συνεχίσαμε να τους παρακολουθούμε για πολλούς λόγους, χωρίς ποτέ να μας απογοητέυσουν, ίσα-ίσα. Όμως, να που ήρθε η στιγμή να ξεφύγουν από τη σκιά του Εκεί, εκεί στην Κόλαση και να πετάξουν ελεύθεροι προς νέους ορίζοντες. Πλέον, με το Μαμά Ελλάδα εις τη δευτέρα, την ανανεωμένη έκδοση που καθόρισε η έκρυθμη κατάσταση στην Ελλάδα, ήτοι οικονομικά και θρησκετικά σκάνδαλα και, κυρίως, τα θορυβώδικα γεγονότα του Δεκέμβρη οι Abovo μπορούν ξανά να καυχώνται ότι έπιασαν το σφυγμό της ασθμαίνουσας ελληνικής πραγματικότητας και την ανέβασαν με αναπηρική καρέκλα στη σκηνή του θεάτρου του Ήλιου για ναμας μεταφέρουν τα σκαμπανεβάσματά της καταλεπτώς.

Ένα κοριτσάκι μισό emo, μισό άτολμο παίρνει την απόφαση της ζωής του: να πάει στην κατάληψη του Πολυτεχνείου και να σπάσει βιτρίνες μαζί με κάθε αναρχικό ή άσχετο περαστικό. Ένας φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης θέλει διακαώς να πληρώσει την κλήση του, αψηφώντας το γεγονός ότι ο θείος του στο Δήμο με χαρά θα τη σβήσει, αλλά η γυναίκα του τον πείθει να χρησιμοποιήσει την άκρη του με το επιχείρημα ότι θα τον λένε μαλάκα, αν κάνει το σωστό. Μια βετεράνος του πολιτικού ρεπορτάζ, στήνει εκπομπή για να ξεμπροστιάσει το σκάνδαλο της πώλησης της Ακρόπολης στους παπάδες με σκοπό την ανέγερση της Ιεράς Μονής... Καζίνο, μέχρι τελικά οι άμεσα αναμεμειγμένοι, δηλαδή ο υπουργός πρώην άντρας της, να της τάξει ότι, ας πάει το παλιάμπελο, θα το χτίσει η δική της κατασκευαστική εταιρία το παλιοκάζινο. Επίσης, παρακολουθούμε την εκπαίδευση των αστυνομικών που μας προστατεύουν τόσο αποτελεσματικά, το ποιοτικό τηλεπαιχνίδι Ελλάδα, είσαι πρέζα με τους εξαιρετικούς καλεσμένους του και...τις αντιδράσεις των αρχαίων σε όλα τα παραπάνω.

Αυτό που είπα εγώ τελευταίο, είναι βασικά πρώτο. Τι θα έβλεπαν οι Αρχαίοι αν ξεμύτιζαν λιγάκι από τις κοιλάδες του Άδη; Ή, καλύτερα, θα έρχονταν οι δοξασμένοι πρόγονοι πίσω από τον Κάτω Κόσμο, αψηφώντας τον Κέρβερο, αν έβλεπαν τα χάλια της Μαμάς Ελλάδας, για να τη σώσουν; Ε, φυσικά, απαντούν οι Abovo και όχι μόνο φέρνουν τους αρχαίους επί σκηνής καλοντυμένους και μαινόμενους, αλλά ανα-συνθέτουν και ένα σωρό καταστάσεις και χαρακτήρες, στερεοτυπικές, μεν, αλλά πλουσιότερες του συνηθισμένου δε --όχι μόνο σε υπόστρωμα, αλλά και σε εξωτερική έκφραση. Η οξεία παρατηρητικότητά της ομάδας καταφέρνει να τη βγάλει ασπροπρόσωπη, τη στιγμή που άλλοι με τη σάτιρα απλώς κουράζουν αναμασώντας τα τηλεοπτικά κλισέ.

"Σαν επιθεώρηση", ακούσαμε να σχολιάζουν οι θεατές δεξιά κι αριστερά, εννοώντας, την παλιά καλή επιθεώρηση (όπως λένε όλοι, γιατί εμείς προλάβαμε μόνο τη σύγχρονη για πέταμα επιθεώρηση Δελφινάριου και περιχώρων). Αν υποθέσουμε ότι ο καυτηριασμός της κοινωνικής πραγματικότητας είναι στοιχείο της επιθεώρησης, ίσως το σχόλιο ευσταθεί σε ένα βαθμό. Πάντως, οι Abovo έχουν μέτρο, είναι κόσμιοι (πάντα κύριοι) και κρατούν την κατάλληλη απόσταση, χωρίς να πλευρίζουν επικίνδυνα συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα αλλά παίζοντας την υπερβολή με τον καλύτερο τρόπο. Υπερβολή είπα; Εχμ, εμάς, εννοούσα. Γιατί, απλούστατα, έχουμε φτάσει στην υπερβολή κι ακόμη παραπέρα. Η χώρα ετούτη είναι μια υπερβολή από μόνη της, είναι πληθωρική σε καραγκιοζιλίκια όσο και σε ελπίδες για το μέλλον. Ελπίζω μόνο οι αστείες περσόνες του Γιάννη, της Βάσως, του Λευτέρη και των άλλων να φέρνουν λίγη αναστάτωση στο λοβοτομημένο μας είναι, πέρα από το γέλιο μέχρι δακρύων.

Σύλληψη – κείμενα: Γιάννης Παλαιολόγος, Γιάννης Σαρακατσάνης, AbOvo
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σαρακατσάνης
Μουσική: Αλέξης Ιωάννου, Θάνος Κοσμίδης, Σπύρος Μοσχούτης
Σκηνικά - Κοστούμια: Θάνος Κοσμίδης, Αγγελική Μπόζου
Φωτισμοί: Χριστίνα Καμμά
Φωτογραφίες: Stavros-Christos Vlachakis
Παίζουν: Γιάννης Γιαννούλης, Λευτέρης Ελευθερίου, Βάσω Καβαλιεράτου,
Μαρία Μπαλούτσου, Φάνης Παυλόπουλος, Γιάννης
Σαρακατσάνης, Σωσώ Χατζημανώλη, Βάσω Χελά

Θέατρο του Ήλιου
Φρυνίχου 10, Πλάκα, 210 3231591

24/3/09

Παγκόσμια μέρα θεάτρου 2009

Το καθιερωμένο πλέον μήνυμα για την Παγκόσμια μέρα θεάτρου, που είθισται να διαβάζεται πριν από κάθε παράσταση τη συγκεκριμένη μέρα, ήτοι 27 Μαρτίου, γράφει φέτος ο καταλληλότερος ίσως από όλους. Ο Augusto Boal. Ο Boal, που συνέδεσε το θέατρο με την κοινωνική αλλαγή και συγκεκριμένα διακύρηξε το Theatre of the Oppressed και το αγαπημένο που παρακλάδι το Invisible Theatre ως τον τρόπο διεύρυνσης του διαλόγου και αντίδρασης (που συχνά χρησιμοποιείται σε μειονότητες ή σε καταπιεσμένες ομάδες, δηλαδή σχεδόν σε όλους) και, even better, ως τον τρόπο αφύπνισης των κοιμισμένων ή ράθυμων συνειδήσεων σε κοινωνικά θέματα οποιασδήποτε υφής, βλέπει και πάλι το θέατρο ως δύναμη που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία καλύτερη και γράφει ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα των τελευταίων ετών. Γι' αυτό και το παραθέτουμε ολόκληρο:


" Όλες οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι εντυπωσιακές στην καθημερινότητά τους και δημιουργούν παραστάσεις για κάποιες ειδικές περιστάσεις. Είναι εντυπωσιακές στον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης και δημιουργούν παραστάσεις σαν κι αυτή που ήρθατε να δείτε.

Ακόμα κι αν το αγνοείτε, οι ανθρώπινες σχέσεις ακολουθούν μια θεατρική δομή: η χρήση του χώρου, η γλώσσα του σώματος, η επιλογή των λέξεων και ο χρωματισμός της φωνής, η σύγκρουση ιδεών και συναισθημάτων, ό,τι παρουσιάζουμε επί σκηνής και ό,τι ζούμε στη ζωή. Είμαστε φτιαγμένοι από θέατρο!

Γάμοι και κηδείες είναι παραστάσεις αλλά και καθημερινές τελετουργίες τόσο οικείες που δεν το καταλαβαίνουμε. Τελετές και τυχαία περιστατικά όπως επίσης ο πρωινός καφές, η καλημέρα που ανταλλάσουμε, η συνεσταλμένη αγάπη και τα θυελλώδη πάθη, μια συνεδρίαση συγκλήτου ή μια διπλωματική συνάντηση – όλα είναι θέατρο.

Μια από τις κύριες υπηρεσίες της τέχνης μας είναι να ευαισθητοποιήσουμε τους ανθρώπους στις παραστάσεις της καθημερινής ζωής όπου οι ηθοποιοί είναι και θεατές και η σκηνή και οι θέσεις στην πλατεία του θεάτρου συμπίμπτουν. Όλοι είμαστε καλλιτέχνες. Κάνοντας θέατρο μαθαίνουμε να βλέπουμε αυτό που είναι προφανές αλλά που συνήθως δεν μπορούμε να δούμε επειδή δεν έχουμε συνηθίσει να το παρατηρούμε. Αυτό που μας είναι οικείο γίνεται αόρατο: κάνοντας θέατρο φωτίζουμε τη σκηνή της καθημερινής ζωής.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο μια θεατρική αποκάλυψη μας εξέπληξε: εμείς, που νομίζαμε ότι ζούμε σ’ ένα ασφαλή κόσμο, παρά τους πολέμους, τις γενοκτονίες, τις σφαγές και τα βασανιστήρια βεβαίως, ακόμα κι αν αυτά συμβαίνουν σε κάποιες απομακρυσμένες και άγριες περιοχές, εμείς που ζούσαμε μέσα στην ασφάλεια έχοντας επενδύσει τα χρήματά μας σε κάποια ευυπόληπτη τράπεζα ή στα χέρια κάποιου έντιμου χρηματιστή, πληροφορηθήκαμε ότι αυτά τα χρήματα δεν υπάρχουν, ότι ήταν εικονικά, μια θλιβερή δημιουργία κάποιων οικονομολόγων που δεν ήταν καθόλου εικονικοί, κι επιπλέον ούτε υπεύθυνοι ή αξιόπιστοι. Τα πάντα ήταν απλώς άσχημο θέατρο, μια μυστηριώδης πλοκή σύμφωνα με την οποία λίγοι κέρδισαν πολλά και πολλοί έχασαν τα πάντα. Κάποιοι πολιτικοί πλούσιων χωρών πραγματοποίησαν μυστικές συναντήσεις στις οποίες βρήκαν κάποιες μαγικές λύσεις. Και εμείς, θύματα των αποφάσεων τους, θεατές στην τελευταία σειρά του εξώστη μείναμε να κοιτάζουμε.

Πριν από είκοσι χρόνια σκηνοθέτησα την Φαίδρα του Ρακίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Το σκηνικό ήταν φτωχό: δέρματα αγελάδας στο πάτωμα, μπαμπού γύρω-γύρω. Πριν από κάθε παράσταση έλεγα στους ηθοποιούς μου: «Ο μύθος που δημιουργήσαμε μέρα με τη μέρα τέλειωσε. Όταν θα διασχίσετε εκείνα εκεί τα μπαμπού, κανένας από εσάς δεν θα έχει το δικαίωμα να πει ψέματα. Το θέατρο είναι η κρυμμένη αλήθεια».

Όταν κοιτάζουμε πέρα από τα προσχήματα, βλέπουμε καταπιεστές και καταπιεσμένους, σε όλες τις κοινωνίες, τις εθνότητες, τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες· βλέπουμε ένα άδικο και σκληρό κόσμο. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα άλλο κόσμο επειδή γνωρίζουμε ότι αυτό είναι εφικτό. Αλλά εξαρτάται από εμάς να κτίσουμε αυτόν τον άλλο κόσμο με τα χέρια μας παίζοντας στη σκηνή και στην προσωπική ζωή μας.

Δείτε την παράσταση που πρόκειται να ξεκινήσει και μόλις επιστρέψετε σπίτι σας, μαζί με τους φίλους σας παίξτε τα δικά σας έργα και κοιτάξτε αυτό που δεν μπορούσατε ποτέ να δείτε: αυτό που είναι προφανές. Το θέατρο δεν είναι απλώς ένα συμβάν, είναι τρόπος ζωής!

Είμαστε όλοι ηθοποιοί: το να είσαι πολίτης δεν σημαίνει ότι ζεις σε μια κοινωνία, σημαίνει ότι την αλλάζεις. "


Μια πρώτη λίστα με θέατρα που διαθέτου δωρεάν εισιτήρια για τους θεατρόφιλους ένεκα της μεγάλης αυτής γιορτής του θεάτρου, της δικής του παγκόσμιας μέρας, βρίσκετε εδώ . Για τις ανανεώσεις και τις νέες προσθήκες, μπορείτε να ανατρέξετε στο Ελληνικό Κέντρο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου που, άλλωστε, συντονίζει και τη συγκεκριμένη δράση.

23/3/09

Η Γενιά των Κόστια

του Δημήτρη Τσιάμη


Κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος κινηματογράφου κάποτε (όταν ήμουν Erasmus στο Universite Caen Basse-Normandie), και ενώ κάναμε brainstorming για να καταλήξουμε σε σενάριο για φοιτητικό ταινιάκι μικρού μήκους ο απαιτητικός καθηγητής μας Eric τίποτις δεν έβρισκε ικανοποιητικό. Ό,τι ιδέα και να του ξεφουρνίζαμε, κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε: cerebral. Cerebral μία, cerebral δύο, δώστου και μια τρίτη, η περιέργειά μου οξύνθηκε. " Και τι είναι αυτό, καλό ή κακό;", ρώτησα διπλωματικά, μήπως και κατορθώσω συνδυαστικά να ξεπεράσω τις γλωσσικές μου ελλείψεις. Η απάντηση που πήρα ήταν η λιγότερο διαφωτιστική: "Ούτε καλό, ούτε κακό", κι όταν αργότερα είδα τη σημασία της λέξης --που σημαίνει εγκεφαλικός-- κατάλαβα τι εννοούσε. Βασική προϋπόθεση για τις παραστατικές τέχνες είναι, σαφώς, η ιδέα τους να μην έχει βάση αθεράπευτα εγκεφαλική, αλλά να έχει παραστατικές αρετές, να μπορεί κάπως, κάπου, κάποτε να οπτικοποιηθεί και μόλις είχα αρχίσει να το συνειδητοποιώ.

Ο Δημήτρης Τσιάμης είχε, στην προκειμένη περίπτωση μια ικανότατη ιδέα. Να παραλληλίσει, ούτως ειπείν, τον πόνο της γενιάς μας, αυτής της πολύπαθης γενιάς των 700 ευρώ με τον πόνο του τσεχωφικού Κωνσταντίν Γαβρίλοβιτς Τρέπλιεβ, χαϊδευτικά Κόστια, γιο της μεγάλης Αρκάντινα στο Γλάρο. Ο ανεπαρκής αυτός ήρωας ορθώς μπορεί να ιδωθεί από το πρίσμα της δικής μας γενιάς, καθότι έχει υπερ-αρκετές ομοιότητες. Ο Κόστια είναι κι αυτός 25 ετών (μέσα στο ηλικιακό όριο που ορίζει τη γενιά των 700, δηλαδή 25 με 30), εξαρτάται συναισθηματικά και οικονομικά σε μεγάλο βαθμό από την οικογένειά του, συγκεκριμένα τη μητέρα του και έχει πόλεμο με τη μεγαλύτερη γενιά. Αγαπάει τη Νίνα, που δεν έχει μάτια παρά για τον ώριμο διανοούμενο Τριγκόριν, προσπαθεί να κάνει κάτι δικό του, αλλά οι μεγαλύτεροι δεν τον καταλαβαίνουν και δεν του δίνουν χώρο, είναι ένα "κακότροπο και φαντασμένο παιδί" σύμφωνα με την ίδια του τη μάνα που γκρινιάζει για όλους και για όλα. "Εξάπτεται, θυμώνει, κηρύττει νέους τρόπους έκφρασης..." Καλεί σε μονομαχία την παλιά γενιά στο πρόσωπο του Τριγκόριν. Τέλος, αυτοκτονεί.

Η Μεγάλη Μαμά της παράστασης παίρνει τη μορφή κάθε κρατικής ή κοινωνικής εξουσίας και καταδυναστεύει τη γενιά των εφτακοσίων ευρώ. Επίμονα και ασταμάτητα. Τρεις νέοι ηθοποιοί το νιώθουν, το εκφράζουν λεκτικά και σωματικά και έτσι, μέσα από τις πρόβες βγαίνει το ακριβές κείμενο και η κινησιολογία της παράστασης. Λιτό και ονειρικό σκηνικό, ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, διαστημικό (sic) ντύσιμο. Μιλούν για "αυτούς που αγαπάμε, αλλά δε θέλουμε να γίνουμε σαν κι αυτούς", για τα όνειρά τους που έπεσαν στη λίμνη και πνίγηκαν, για το Υψηλό Κοινωνικό Status και όλα όσα τους /μας ταλανίζουν. Η γενιά των εφτακοσίων ευρώ τελικά αυτοκτονεί, όπως ακριβώς ο Κόστια.

Βαρύ θέμα, που το κάνει ακόμη πιο βαρύ το γεγονός ότι μας αφορά τόσο. Βυθιζόμαστε στα παράπονα των ασαφών αντιπροσώπων μας πάνω στη σκηνή, νιώθουμε επικίνδυνα κοντά τους, αλλά τελικά βρίσκουμε τον εαυτό μας να θέλει να αντισταθεί στον πεσιμισμό της παράστασης. Εμείς δε θέλουμε ν' αυτοκτονήσουμε. Ίσως και να θέλαμε, γιατί έτσι όλα θα είχαν πιο ήρεμο τέλος. Παράλληλα, η performance που οδηγείται στις επιλογές της από τις αρχές του devised theatre, αφήνει αιχμές για την ίδια την τυποποίηση αυτού του είδους και προσπαθεί σαφώς να διαφοροποιηθεί απ' αυτό.

Σε κάθε περίπτωση η σύλληψη της ιδέας του παραλληλισμού και της ανάλυσης του ενός μέσα από το άλλο με χρήση των όπλων της performance είναι εξαιρετική και πρωτότυπη. Το κείμενο, αν και καμιά φορά τραβάει σε μάκρος είναι σε γενικές γραμμές καλογραμμένο, εμπνευσμένο και ποιητικό. Έχει μια σκοτεινιά ίδια με εκείνη των ρομαντικών ποιητών, ένα χιούμορ ανεπαίσθητο, είναι λίγο σα μοιρολόι. Ακούγοντάς το να βγαίνει από τα χείλη των ηθοποιών, δε μπόρεσα να μη σκεφτώ πόσο ολοκληρωμένο θα έμοιαζε ακόμη και στην απλούστερη μορφή του, αυτή των τυπωμένων συμβόλων σε μια χάρτινη σελίδα. Ποιος ξέρει, τότε, μπορεί να 'ταν πιο ελεύθερο να πετάξει το νου μας στο δικό του υποσυνείδητο. Γιατί, ακριβώς, το όλο concept είναι τόσο εγκεφαλικό που οι εικόνες δεν συνδιαλέγονται εύκολα με το κείμενο, δεν απορρέουν απ' αυτό, αλλά πιέζονται να υπάρξουν. Ίσως βέβαια η χαλαρή τους σχέση να λειτουργεί περισσότερο απελευθερωτικά από τις συγκεκριμένες εικόνες και τους καθαρούς χαρακτήρες. Όμως, επιμένω, ότι και τώρα που διαβάζω το κείμενο δεν αισθάνομαι να χρήζει οπτικής συμπλήρωσης.

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Τσιάμης
Δραματουργική Επεξεργασία: Κωνσταντίνα Σταθουλοπούλου, Δημήτρης Τσιάμης
Σκηνικά: Παύλος Καπάλας
Koστούμια: Αλίκη Κυλικά
Μουσική επιμέλεια: Νικόλας Γιανναρέας
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασσιμάτης
Παίζουν: Μαρία Αθηναίου, Σωκράτης Ράτσης, Θοδωρής Σμέρος

Per-Theater-Formance

Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, Εξάρχεια, 2106460748